Όταν κάποιος διαβάσει τα επιλεγμένα από αυτήν την έκδοση κείμενα του Steiner στο New Yorker και πριν τυχόν αρχίσει είτε να μιλάει είτε να γράφει γι’ αυτά, εδώ, ή κάπου όπως εδώ, πρώτα αποφασίζει, όχι πάντα συνειδητά, αν θα επιχειρήσει να δείξει ότι γνώριζε για τα περισσότερα από όσα διάβασε (γνώριζε, όχι απλώς κάπου είχε διαβάσει) ή αν θα ομολογήσει ότι διαθέτει απλά θραύσματα γνώσης, τα οποία δείχνουν ακόμα πιο λίγα μόλις ολοκληρωθεί η ανάγνωση. Με την πρώτη επιλογή κερδίζει πρόσκαιρα πόντους πρωτίστως φευγαλέας αυτο-εκτίμησης (το αν είναι τεχνητή δείχνει στον αναγνώστη μάλλον αδιάφορο) αλλά και θετικά σχόλια ή/και “likes” από το ακροατήριό του. Με την δεύτερη επιλογή, η άποψή του χάνεται κάπου στις δεκάδες άλλες κριτικές και παράλληλα ο ίδιος/α κερδίζει σε χρόνο, καθώς οι σημειώσεις στο ίδιο το βιβλίο, οι παραπομπές, η έρευνα στο διαδίκτυο, η αναφορά σε βιβλία που βρίσκονται ήδη στη βιβλιοθήκη του/της, προσφέρουν μελλοντική μελέτη και γνώση.
Όταν κάποιος γράφει ότι «Το βιβλίο με τα δοκίμια του Steiner το διάβασα» είναι ορθότερο, κατά την άποψη μου,να προσθέτει ότι το διάβασε για πρώτη φορά, κατάλαβε ότι πρέπει να το μελετήσει περαιτέρω, να το κράτησει κάπου κοντά του, να ψάξει τους συγγραφείς, διανοητές, επιστήμονες για τους οποίους έως τώρα δεν είχε ακούσει, να πάψει να παριστάνει ότι έχει διαβάσει άλλους τους οποίους δεν έχει (ακόμα) αγγίξει, να διαβάσει ξανά ιερά τέρατα της λογοτεχνίας που σίγουρα τα έχει διαβάσει λάθος και να αρχίσει επιτέλους να μελετάει πιο ουσιαστικά, πιο αναλυτικά και να γράφει κριτικές λιγότερο. Για μένα τουλάχιστον η παράγραφος αυτή ισχύει.
Ο Steiner δεν κρίνει κανέναν αφ’ υψηλού, ούτε καν αυτούς με τους οποίους διαφωνεί σε λογοτεχνικό, επιστημονικό, ή και αισθητικό ακόμα επίπεδο, αλλά αντίθετα σκύβει πάνω στην εποχή στην οποία τα πρόσωπα για τα οποία γράφει έζησαν, αναλύει –από την προσωπική του σκοπιά, παιδεία, εποχή, περιβάλλον, θρησκεία, αδυναμίες, προτιμήσεις- το έργο τους, την αλληλεπίδρασή του με άλλα έργα αλλά και άλλες μορφές τέχνης ή επιστήμης. Εκφέρει άποψη, η οποία δεν είναι ποτέ απόλυτη αλλά συνδυαστική. Ναι, αναφέρει σαν να σκορπίζει τροφή προς τα περιστέρια ονόματα, ρεύματα, τοποθεσίες, θεωρίες και σχολές, και κάνει τον αναγνώστη να ζαλίζεται από τον πλούτο γνώσης που ο Steiner διαθέτει και ο αναγνώστης αγνοεί (και πρέπει κάτι να κάνει γι’ αυτό, η άγνοια δεν αντέχεται πλέον) αλλά δεν το κάνει για να εντυπωσιάσει αλλά για να επιχειρηματολογήσει και να καταδείξει τη συνάφεια και αλληλεπίδραση.
Ο Steiner εκτιμά τους ακάματους μελετητές, αυτούς που διαφέρουν από τη μάζα. Συγκλονίζεται από προσωπικότητες με τόσες πολλές εκφάνσεις που αποφασίζουν να γίνουν και κατάσκοποι, όπως ο Μπλαντ, ή νομομαθείς που γράφουν ένα και μοναδικό βιβλίο που το ξέρουν ελάχιστοι (εγώ σίγουρα δεν το γνώριζα) και προτιμούν να σκίσουν το χειρόγραφο πριν το διαβάσει κανείς (Σαλβατόρε Σάττα). Ή βικτωριανούς παντογνώστες που προλαβαίνουν σε μία μόνο ζωή να χωρέσουν μελέτη, συγγραφή, ανάλυση, οικογένεια, καριέρα και by the way old chap το Oxford English Dictionary (Τζέιμς Μάρρευ). Προσπαθεί να καταλάβει την ενόραση της αβύσσου σαν κάτι νομοτελειακό και ίσως επιθυμητό του Σοριάν και παρόλο που διαφωνεί τουλάχιστον δίνει «τον λόγο» σε όλους. Ταξιδεύει από έναν εγκληματία πολέμου αλλά λαμπρό επιστήμονα και παθολογικό ψεύτη (Σπέερ) στον μεγαλύτερο ίσως Ρώσσο διαννοούμενο και πρώην π��λιτικό κρατούμενο (Σολζενίτσιν) μέχρι έναν ταλαντούχο αλλά μάλλον σχετικά διαμονισμένο από τα οράματά του και πονηρό θεατρικό συγγραφέα (τον Μπρεχτ) και από εκεί σε μία από τις ελάχιστες πραγματικές μεγαλοφυίες της παγκόσμίας λογοτεχνίας (Μπόρχες) ή έναν από τους τελευταίους και σπουδαιότερους (κατά την άποψή μου) μοντέρνους φιλοσόφους, τον Μπέρτραντ Ράσσελ. Δεν διστάζει ούτε να αναμετρηθεί και να αποδομήσει ένα τοτέμ έργο της παγκόσμιας λογοτεχνίας, το «1984», και το κάνει πειστικά. Υπάρχουν ελάχιστα δοκίμια που είναι εξειδικευμένα και ίσως δεν ανήκουν στην σφαίρα ενδιαφέροντος των περισσότερων, αλλά ακόμα και αυτά έχουν κάτι πολύτιμο και ενδιαφέρον να προσφέρουν. Για την Βιέννη και το ελατήριο που αυτή αποτέλεσε, για τον ιουδαισμό και τις προεκτάσεις του στις τέχνες, για τον μαρξισμό και την καταλυτική του επιρροή σε μυαλά που προσπάθησαν, πάντα μάταια, να τον εντάξουν κάπου.
Είναι η προσέγγιση του Steiner από καθέδρας; Ως ένα βαθμό ίσως, αλλά φαντάζομαι ο ίδιος αντιλαμβανόταν ότι διαβαζόταν και διαβάζεται από νοήμονες ανθρώπους με δικές τους απόψεις, δικές τους απορίες, και σε τελική ανάλυση δικές τους επιθυμίες να διαβάσουν περισσότερο, να ψάξουν τον αντίλογο, να διασταυρώσουν πληροφορίες, να γίνουν, να γίνουμε, κάτι περισσότερο από αναγνώστες του σειρμού και της μόδας και να σκύψουμε λίγο περισσότερο σε ό,τι μας συναρπάζει με κάπως λιγότερο θόρυβο και λίγο περισσότερη ειλικρίνεια, ταπεινότητα και αγάπη. Γιατί όπως γράφει ο Steiner στο δοκίμιο του για τον Μάρρευ όταν δεν τον δέχτηκαν για μία θέση στο Βρεττανικό Συμβούλιο, «...αυτό δεν μείωσε ούτε στιγμή την πεποίθησή του ότι η βαθιά γνώση σχεδόν κάθε πράγματος προς το οποίο ένας άνθρωπος θα στρέψει την ψυχή και το πνεύμα του είναι απλώς ζήτημα λίγης εφαρμογής».
Συνειδητοποιώ ότι δεν ανέφερα αν μου άρεσε το βιβλίο και πόσα «αστέρια» του αρμόζουν...