Ο Δημήτρης Χριστοδούλου (Αθήνα, 4 Απριλίου 1924 – 5 Μαρτίου 1991) ήταν Έλληνας ποιητής, συγγραφέας και στιχουργός. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής της Ελλάδας την περίοδο Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου εντάχθηκε στην ΕΠΟΝ, ενώ το 1943 συνελήφθη και υποβλήθηκε σε βασανιστήρια στο αρχηγείο της Γκεστάπο στην Αθήνα στην οδό Μέρλιν. Κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών το Δεκέμβριο του 1944 συνελήφθη ως μέλος του EAM σε ένα οδόφραγμα στην πλατεία Κάνιγγος και φυλακίστηκε αρχικά στο Γουδή και στη συνέχεια σε βρετανικό στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Ελ Ντάμπα της Αιγύπτου, όπου και παρέμεινε για 3 μήνες. Επέστρεψε στην Ελλάδα το Φεβρουάριο του 1945 μετά την Συμφωνία της Βάρκιζας. Μετά τον επαναπατρισμό του έδωσε εισαγωγικές εξετάσεις και εισήχθη στο οικονομικό τμήμα της Παντείου Ανωτάτης Σχολής Πολιτικών Επιστημών. Διέκοψε όμως τις σπουδές του προκειμένου να φοιτήσει στη δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου.Η φοίτησή του στη δραματική σχολή διακόπηκε καθώς αναγκάστηκε να στρατευτεί. Ολοκλήρωσε ωστόσο τις σπουδές του και συμμετείχε ως ηθοποιός σε αρκετές θεατρικές παραστάσεις.
Μετά τα Δεκεμβριανά οκτώ με δέκα χιλιάδες Έλληνες, αντάρτες του ΕΛΑΣ και άλλοι («εφεδρικοί, άμαχος πληθυσμός, παιδιά και γέροι, χωροφύλακες, αστυφύλακες, πυροσβέστες, δημόσιοι υπάλληλοι, δικηγόροι, πολιτικοί άντρες ύποπτοι για φιλοεαμισμό»), εκτοπίζονται κρυφίως και βίαια, «με μια μονοκοντυλιά του Στάλιν», στην Αίγυπτο, στο βρετανικό στρατόπεδο της Ελ Ντάμπα, 180 χιλιόμετρα μακριά από την Αλεξάνδρεια. Οι συνθήκες μεταγωγής τους υπήρξαν απάνθρωπες («τους πήραν άρον-άρον μέσα στα μεσάνυχτα με φωνές και κλωτσιές και τους φόρτωσαν πάνω στα φορτηγά»), το ίδιο και η παραμονή τους εκεί.
Ο ποιητής Δημήτρης Χριστοδούλου, που υπήρξε μέλος του ΕΑΜ και κρατούμενος κι ο ίδιος στην Ελ Ντάμπα, στο ομώνυμο βιβλίο του, δεν αφηγείται όσα βίωσε ο ίδιος εκεί, αλλά, υιοθετώντας την άδολη ματιά του δεκαεξάχρονου ήρωά του Άρη (που τον συνέλαβαν για τους λάθος λόγους και, με δυο χιλιάδες ακόμη, τον απίθωσαν στο αποβατικό του εγγλέζικου στόλου «Καμερόνια» με προορισμό τις ακτές της Αφρικής), με λόγο απλό και ρεαλισμό, μεταφέρει στους αναγνώστες του στιγμιότυπα της καθημερινής ζωής των κρατουμένων στην Ελ Ντάμπα· που αγωνίζονται για ανθρώπινες και αξιοπρεπείς συνθήκες κράτησης και αγωνιούν ταυτόχρονα για την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα. Και στιγμή δεν σταματάν να τραγουδούν: «Εμπρός ΕΛΑΣ για την Ελλάδα». Αλλά η συμφωνία της Βάρκιζας έχει στο μεταξύ υπογραφεί και, κατ’ εφαρμογή της, οι κρατούμενοι θα επιστρέψουν στα πάτρια εδάφη. Είναι η εποχή της λευκής τρομοκρατίας: μετά τους Γερμανούς και τους Άγγλους, ανηλεής διώκτης τους θα γίνει ο κρατικός μηχανισμός.