Η Σκιά στο Σπίτι φαίνεται ότι έχει ήδη αποκτήσει το δικό της φανατικό κοινό. Το ίδιο και ο συγγραφέας της. Ένα σωρό επαινετικές κριτικές (εδώ μέσα και αλλού), reviews που παρακινούν τον αναγνώστη τους να περιπλανηθεί κι αυτός στις σκιές του Σπιτιού και να αφουγκραστεί τις ανάσες όσων έζησαν ή ξεψύχησαν εκεί μέσα. Στην περίπτωσή μου, τον δρόμο έδειξε η συμβουλή/παραίνεση μιας φίλης goodreader (Nikoleta): «μην διαβάζετε αυτό το βιβλίο βραδινές ώρες». Ε, μετά από αυτό, δεν ήθελε και πολύ. Αγόρασα το βιβλίο, ελπίζοντας να αφιερώσω στην ανάγνωσή του μόνο βραδινές ώρες (που δυστυχώς ούτε πολλές είναι τώρα πια, ούτε ελεύθερες από λοιπές ενασχολήσεις).
Το πιο ενδιαφέρον επιμέρους στοιχείο που θα μπορούσε κανείς να μνημονεύσει αναφορικά με τη μεταφυσική αυτή ιστορία τρόμου (ναι, περί αυτού πρόκειται) είναι ότι δεν εκτυλίσσεται στο Βερμόντ ή στο Κονέκτικατ, αλλά στα πέριξ της Βόλβης, στο νομό της Θεσσαλονίκης, όπου δεσπόζει ένα παλιό αρχοντικό, χτισμένο από την οικογένεια Καραντζά, στα 1833. Ένα σπίτι που, όπως κάθε παλιό σπίτι, κουβαλάει τις αναμνήσεις των ανθρώπων του. Και όχι μόνο. Ζει μαζί τους, με τα ένοχα μυστικά τους και τις αποτρόπαιες πράξεις τους. Πίσω από τους τοίχους του ενδημούν οι κραυγές τους και στους διαδρόμους και στα δωμάτιά του περιπλανώνται λησμονημένες, κατάρατες μορφές από τα βάθη των χρόνων/αιώνων.
Σε ένα από τα δωμάτια αυτού του σπιτιού (όταν κάποτε λειτουργούσε ως μοτέλ) αντάλλαξαν όρκους αιώνιας αγάπης ο Τάσος και η Ναταλία. Στο ίδιο σπίτι είναι που αποφάσισε ο Τάσος να επιστρέψει, με τα δυο παιδιά τους, δεκαέξι χρόνια μετά, όταν πλέον η Ναταλία είχε για πάντα χαθεί, πιστεύοντας ότι η μετεγκατάσταση της οικογένειάς του στο αρχοντικό ήταν κάτι που θα ήθελε (και) η Ναταλία («Μπορείς να μας φανταστείς; Εδώ;»). Τα πράγματα, όμως, δεν πάνε ακριβώς όπως ο Τάσος φαντάστηκε, καθώς το αρχοντικό, ήδη από τις πρώτες ώρες της παρουσίας των νέων ενοίκων του, αποφασίζει να δείξει τα ‘δόντια’ του, σκορπώντας τρόμο και αναζητώντας καινούργιο αίμα.
Ο συγγραφέας, σελίδα τη σελίδα, χτίζει μιαν ατμόσφαιρα υποβλητικού τρόμου, όπου οι σκιές των μη ζώντων συγχρωτίζονται με τους ανθρώπους που κατοικούν ή επισκέπτονται το σπίτι και η αλληλεπίδρασή τους είναι διαρκής και έντονη. Ο ρυθμός είναι –κατά το κοινώς λεγόμενο- κινηματογραφικός, το περιβάλλον μέσα κι έξω από το σπίτι κλειστοφοβικό (οι φορτωμένες σημύδες μπροστά από το σπίτι, το γρασίδι του κήπου που έχει θεριέψει, τα λαίμαργα παρακλάδια των δέντρων, η σχεδόν αδιόρατη λίμνη από τα πέπλα της ομίχλης που κατεβάζει το βουνό, οι κισσοί που έχουν καλύψει το αρχοντικό και προσπαθούν να το καταπιούν), οι χαρακτήρες άνθρωποι καθημερινοί που όταν ανταμώνουν για πρώτη φορά το απόκοσμο προσπαθούν να το εκλογικεύσουν. Εν κατακλείδι, η Σκιά στο Σπίτι αφήνει το αποτύπωμά της στη λογοτεχνία του τρόμου, ένα αποτύπωμα τόσο διακριτό και έντονο, όπως ένας λεκές από ξεραμένο αίμα σε ολόλευκα σεντόνια ή ένα φουσκωμένο από τη μούχλα ύφασμα ταπετσαρίας στο ισόγειο ενός παλιού αρχοντικού.
Τ’ αστέρια είναι ανεπιφύλακτα πέντε, αν και μάλλον χρειάζονται πολύ περισσότερα για να φωτίσει κανείς τις ολοσκότεινες όχθες της Βόλβης και τα αρχοντικά που ξαποσταίνουν στο πλάι της.
Υ.Γ. Ήταν στιγμές που οι αντιδράσεις του Τάσου μου θύμισαν τον Jack Torrance (Stephen King, The shining) και το αρχοντικό Καραντζά το Overlook Hotel. Κι ακόμη κι αν είναι ιδέα μου, μια τέτοια αναφορά καθόλου δεν αδικεί το βιβλίο του Κ. Κέλλη.