Το βιβλίο μου είναι ένα ημερολόγιο. Ή μια δημόσια ψυχανάλυση χωρίς ειρμό. Γράφω, σε προφορικό σχεδόν λόγο, σαν να μιλάω σε κάποιο φίλο μου για όλα όσα με απασχολούν: για τη ζωή στην εφημερίδα, την ιδιαίτερη σχέση μου με το κρεβάτι μου, το φαγητό, τα ρούχα και τα αδιάβαστα βιβλία στο δωμάτιό μου, που σχηματίζουν ένα προστατευτικό τείχος γύρω μου. Για τη ρουτίνα που ακολουθώ στα μουσεία της Ευρώπης, τα οικογενειακά τραπέζια που με τρομοκρατούν και την απέχθειά μου προς μέρη του λόγου και σημεία στίξης, όπως τα επίθετα και τα αποσιωπητικά. Για τη μανία μου να παρατηρώ πτώματα νεκρών ζώων στην άσφαλτο, την αγάπη μου για τον Μπαχ και τον Καραβάτζιο, το θέατρο του Πίτερ Μπρουκ, αλλά και τις ταινίες του Μπρους Λι. Γράφω επίσης για την κρίση, τους έρωτες, την αμφίθυμη σχέση μου με την Ελλάδα και τη Γερμανία. Για την Αριστερά και τους πολιτικούς που σέβομαι και νοσταλγώ, τον Κώστα Σημίτη, τον Χέλμουτ Σμιτ και τον Λεωνίδα Κύρκο, για παράδειγμα. Για την Ευρώπη και την αμηχανία που μου προκαλεί η προσπάθεια να πω κάτι θετικό για τη σημερινή Ε.Ε. Για τους πάγκους με φρούτα κατά μήκος της εθνικής οδού, που ίσως και να είναι το νόημα της ζωής. Και, τέλος, για τις ταινίες που με κάνουν να κλαίω, συνήθως στις πιο άσχετες σκηνές.
Η Ξένια Κουναλάκη γεννήθηκε το 1971 στο Αμβούργο της Γερμανίας. Σπούδασε Επικοινωνία και ΜΜΕ στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Είναι αρχισυντάκτρια διεθνών ειδήσεων και τακτική αρθρογράφος στην "Καθημερινή".
3+ Ομολογώ δε το περίμενα ότι θα περάσω καλά με το συγκεκριμένο βιβλίο.Ευκολοδιάβαστο,γραφή γοητευτική που ρέει,εθιστικό. Χιούμορ,ειρωνεία ,αυτοσαρκασμός. Είδος ημερολογίου,73 μικρά σημειώματα. "Το τείχος με τα αδιάβαστα βιβλία "και το Οι συγγραφείς που ερωτεύτηκα" τα ξεχωρίζω γιατί είναι σαν να μιλούσα εγώ.
Όλο το βιβλίο αποτελείται απο μικρές, βιωματικές ιστορίες.Έχει την αίσθηση ημερολογίου κι έντονα εξομολογητική διάθεση. Κάποιες ιστορίες είχαν ενδιαφέρον, κάποιες όχι και τόσο. Δυστυχώς όμως, καθόλη την διάρκεια, μου έδινε μία αίσθηση ματαιοδοξίας.Σαν να ήθελε να μοιραστεί 5 πράγματα, αλλά να αφήσει να αιωρείται μια αναπαίσθητη χροιά της μοναδικότητάς της.Μπορεί να είναι ιδέα μου, δεν ξέρω.Πάντως αυτός είναι ο λόγος για τα 2 αστέρια.
Την Ξένια Κουναλάκη την ξέρω ως αρθρογράφο στην Καθημερινή. Το βιβλίο της Στις ταινίες κλαίω στις πιο άσχετες σκηνές μου τράβηξε το ενδιαφέρον από την στιγμή που έπεσαν τα μάτια μου στο εξώφυλλο και στον τίτλο. Ξεκίνησα να το διαβάζω αγκαλιά με το αγαπημένο μου τσάι. Εκεί στην αρχή ακόμη, γυρνάω σελίδα, τίτλος Το κρεβάτι μου, πρώτη πρόταση αναφορά στο ομώνυμο έργο της Τρέισι Έμιν. Άμεση σκέψη: η Ξένια θα ήθελα να είναι φίλη μου. Ρούφηξα το βιβλίο με λαιμαργία. Οι σκέψεις της, σκέψεις που έχουν περάσει και από το δικό μου μυαλό. Η γραφή της προσωπική. Σε προσκαλεί, χωρίς φίλτρο και χωρίς να απολογείται για το ποια είναι, να ανακαλύψεις μικρές πτυχές του εαυτού της. Μου άρεσε πολύ η γραφή της. Νομίζω ότι είναι ένα βιβλίο που θα το πιάσω ξανά στα χέρια μου.
Drinking game: Take a shot κάθε φορά που η Ξένια αναφέρει ότι κάτι την έκανε να συγκινηθεί/δακρύσει/κλάψει. Θα γίνετε τόσο γκολ που μέχρι το τέλος του βιβλίου θα ξεχάσετε όλα αυτά που σας είχαν φανεί προβληματικά ενώ διαβάζατε.
Θα έπαιρνε πάνω από 2,5 αστέρια, αλλά το κεφάλαιο με το κάπνισμα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της με θύμωσε τόσο πολύ, που δεν υπάρχει περίπτωση. Θα μου πείτε, σε ενοχλεί που κάπνιζε με την κοιλιά τούρλα ή που το συμπεριέλαβε στο βιβλίο? Με ενοχλεί που κάπνιζε και το συμπεριέλαβε στο βιβλίο χωρίς ίχνος μεταμέλειας. Μου έδωσε μάλιστα την εντύπωση του "θαυμάστε πόσο special snowflake είμαι και πόσο γουστάρω να σας σοκάρω".
Αυτό το βιβλίο το θέλησα από την πρώτη φόρα που διάβασα τον τίτλο του, ταυτίστηκα. Δεν ήξερα την συγγραφέα, δεν ήξερα το θέμα δεν ήξερα ούτε αν είναι μυθιστόρημα ή οτιδήποτε άλλο. Το έψαξα πολλές φορές στο βιβλιοπωλείο από όπου ψωνίζω και τελικά το αγόρασα από μια έκθεση όταν τυχαία το είδα μπροστά μου. Στην αρχή απογοητεύτηκα που ήταν μικρές άσχετες μεταξύ τους ιστορίες, σιγά σιγά όμως μ'άρεσε αυτή η διήγηση (σχεδόν προφορική) πραγμάτων από τη συγγραφέα. Ένιωσα σαν να έκλεψα για λίγο το ημερολόγιο της και το διάβασα. Δεν ξέρω αν θα το πρότεινα ποτέ σε κάποιον να το διαβάσει, το αγάπησα και το τοποθέτησα στα αγαπημένα μου βιβλία κάπως παράδοξα...όπως συμβαίνει και με τον τίτλο του.
Σίγουρα η συλλογή διηγημάτων της Ξένιας Κουναλάκη Στις ταινίες κλαίω στις πιο άσχετες σκηνές (εκδόσεις Πόλις, 2016) ξεχώρισε αρκετά τους τελευταίους μήνες: ένα καταπληκτικό εξώφυλλο, ένας πολύ (ωραία) ιδιαίτερος τίτλος, κι ένα βιβλίο που αποδείχτηκε αρκετά γοητευτικό.
Η Ξένια Κουναλάκη είναι σα να τράβηξε τις κουρτίνες του σπιτιού της και να μας άφησε να τη γνωρίσουμε καλύτερα. Πολλά και μικρά τα διηγήματα, λειτουργούν ως ένα ιδιαίτερο ημερολόγιο σκέψεων και παλιών αναμνήσεων, άλλοτε ονειροπόλα, άλλοτε με χαρακτήρα καπρίτσιου… παρουσιάζουν όμως την Κουναλάκη ως έναν άνθρωπο εξαιρετικά ενδιαφέρων που θα ήθελες σίγουρα να τη γνωρίσεις από κοντά.
Επαγγελματική καθημερινότητα. Μαύροι φόβοι. Ζωή και social media. Σκέψεις πάνω στις ημέρες που άλλαξαν τον κόσμο μας και κλήθηκε να της αντιμετωπίσει δημοσιογραφικά… αλλά και άλλα πολλά. Σε αυτά βέβαια χωράει και η πολιτική, οι σχέσεις, η οικογένεια, οι φίλοι, τα βιβλία που διάβασε και αγάπησε και όχι μόνο, ο εθισμός με τα ρούχα, αλλά και το πώς είναι να προσπαθείς να γράψεις σήμερα κάτι πρωτότυπο και καινοφανές. Η ίδια η ζωή.
3μιση αστεράκια για την ακρίβεια! Δεν γνώριζα τη δημοσιογράφο πριν διαβάσω το βιβλίο και το πήρα καθώς μου κίνησε το ενδιαφέρον το εξώφυλλο και κυρίως αυτά που διάβασα στο οπισθόφυλλο. Δεν είχα ιδέα λοιπόν για το ύφος της Κουναλάκη και για το τι θα διαβάσω ακριβώς και ομολογώ ότι τελικά πέρασα καλά. Είναι ένα βιβλίο με πολλά μικρά κειμενάκια, με προσωπικές σκέψεις και εμπειρίες της συγγραφέος, που με άλλα ταυτίστηκα, με άλλα θύμωσα, με άλλα στενοχωρήθηκα, με άλλα γέλασα και άλλα μου πέρασαν αδιάφορα. Διαβάζεται πολύ εύκολα και γρήγορα και κυρίως ευχάριστα!
Ειχα τη χαρα να συμμετεχω στην παρουσιαση του βιβλιου στη Λαρισα. Απο την παρουσιαση:
Στις ταινίες κλαίω στις πιο άσχετες σκηνές, της Ξένιας Κουναλάκη (Πόλις) Την Ξένια αρχικά τη γνώρισα από τα άρθρα της στην Kαθημερινή και από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Κάποια στιγμή βρεθήκαμε τυχαία σε μια πολιτική εκδήλωση. Στην αρχή δεν την αναγνώρισα. Στεκόταν όμορφη, λιτή, με μια ευγένεια στις κινήσεις της θα έλεγα και λίγο ντροπαλή. Με κέρδισε αμέσως. Μιλήσαμε. Κρατήσαμε επικοινωνία. Στη συνέχεια διαπίστωσα ότι η Ξένια έχει και δεύτερο όνομα. Ξένια – Εμμανουέλα. Στο μυαλό μου αυτό μου φάνηκε τόσο καρμικό γιατί έχω δύο αγαπημένες και σημαντικές για μένα φίλες με το όνομα Εμμανουέλα και δεν είναι δα και κανένα συνηθισμένο όνομα. Η μία είναι η παιδική μου φίλη και η δεύτερη είναι η ίδια η αγάπη και η χαρά στη ζωή. Φίλες από αυτές που μπορεί σήμερα να μη βλέπω ή να μην επικοινωνώ συχνά αλλά αγγίζουν βαθιά την ψυχή μου. Αυτό σε συνδυασμό με το ότι η Ξένια είναι όπως κι εγώ με «διπλή υπηκοότητα» - για να χρησιμοποιήσω τη δική της έκφραση από το βιβλίο – τα γερμανικά είναι η πρώτη μας γλώσσα – μέσα στο μυαλό μου έκανε τη γνωριμία μας να μοιάζει πραγματικά καρμική. Νομίζω ότι δεν θα υπάρξει αναγνώστης που θα διαβάσει το βιβλίο της και δεν θα την αισθανθεί αληθινά φίλη του. Αν αύριο πάτε ταξίδι με αεροπλάνο, τρένο, λεωφορείο, πλοίο και πάρετε μαζί σας το βιβλίο της όταν φτάσετε στον προορισμό σας θα έχετε την αίσθηση ότι η Ξένια κάθονταν στο δίπλα κάθισμα σε όλο το ταξίδι και σας μιλούσε. Σαν μια καλή φίλη που την ξέρετε χρόνια, με ευφυΐα και χιούμορ σας μιλούσε για την προσωπική και επαγγελματική της καθημερινότητα, τους έρωτες της ζωής, τους φόβους της, τις αδυναμίες της, την πολιτική, την τέχνη, το διαδίκτυο. 73 κείμενα έκτασης περίπου 1.000 λέξεων συνθέτουν το «Στις ταινίες κλαίω στις πιο άσχετες σκηνές». Κείμενα που γράφτηκαν – όπως μας λέει η Ξένια - Παρασκευή απόγευμα στην εφημερίδα, την ώρα που τα φώτα χαμηλώνουν. Τις προηγούμενες μέρες που ��τοιμάζαμε αυτή την παρουσίαση συνάντησα ανθρώπους που μου είπαν για το βιβλίο «Δεν το διάβασα αλλά νομίζω ότι και μόνο από τον τίτλο το έχω αγαπήσει ήδη» και «Το βιβλίο είναι ερωτεύσιμο ήδη από το εξ��φυλλο.» Συνάντησα και δύο φίλους που το είχαν διαβάσει. Ο πρώτος για την ακρίβεια προσπάθησε να το διαβάσει. Μου είπε ότι τελικά το παράτησε. Δεν ξέρω μου είπε αν θέλω να το τελειώσω, είναι τόσο προσωπικό. Γιατί να με ενδιαφέρει; Αλλά ταυτόχρονα είναι εκεί σπίτι μου με περιμένει και με προκαλεί, και δεν μου αρέσει που το άφησα. Ο δεύτερος μου είπε ότι στην αρχή σοκαρίστηκε γιατί είναι τόσο προσωπικό. «Στη θέση της δε θα μπορούσα να κυκλοφορήσω μετά από ένα τέτοιο βιβλίο. Η Ξένια Κουναλάκη μια αρχισυντάκτρια διεθνών ειδήσεων γράφει για τόσο μα τόσο προσωπικά της πράγματα. Έτσι γράφει και τα άρθρα της βέβαια αλλά είναι το βίβλιο της λογοτεχνία;» Αυτό μου το ρωτούσαν όλοι : «Τι βιβλίο είναι;» Κι εγώ προσπαθούσα με μια δυο λέξεις να χαρακτηρίσω το βιβλίο. Πώς να το πω; Προσωπική εξομολόγηση, ημερολόγιο, δημόσια ψυχανάλυση; Κι αν πάμε σε άλλους όρους που χρησιμοποιούν περισσότερο οι κριτικοί, ανθολογημένη επιφυλλιδογραφία, ή μήπως συρραφή χρονογραφημάτων; Η ίδια δεν φαίνεται να παριστάνει ή να διεκδικεί τον τίτλο του λογοτέχνη. Έτσι απαντούσα πως κυρίως πρόκειται για ένα βιβλίο που μιλάει στην καρδιά του αναγνώστη. Για λογοτεχνία που ο προσφιλής της Ξένιας Μισέλ Ουελμπέκ θα περιέγραφε σαν «το μόνο μέσον που μπορεί να μας δώσει αυτή την αίσθηση της επαφής μ’ ένα άλλο ανθρώπινο πνεύμα… πιο ολοκληρωμένα και βαθύτερα απ’ ότι θα κατάφερνε ακόμα και η συζήτηση με ένα φίλο». Ο λόγος της Ξένιας χαρακτηρίζεται από μια προφορικότητα που θυμίζει τον τρόπο που χρησιμοποιούμε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Το βιβλίο είναι ένα βιβλίο - καθρέφτης για τη γενιά μας. Το ίντερνετ, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για μας είναι κάτι σαν φυσικό φαινόμενο. Είναι δύσκολο να υπάρξουμε με διαφορετικό τρόπο. Αφιερώνει ένα κεφάλαιο σε σκέψεις γύρω από τη σημειολογία των like Έτσι ξεχωρίζει: το Like του οίκτου - όταν ένας φίλος έχει ανεβάσει κάτι από αρκετή ώρα και δεν έχει πάρει ούτε ένα like, το Like της αμοιβαιότητας «Δεν μπορεί ο άλλος να με λούζει με κομπλιμέντα και να με βομβαρδίζει με like σε κάθε ανάρτηση κι εγώ να είμαι γαϊδούρα», το πολλαπλό like, «Όταν απολαμβάνω ένα άρθρο παθιασμένα πάω και κάνω Like σε οποιονδήποτε το έχει ποστάρει, ενώ έχω παρατηρήσει ότι οι περισσότεροι κάνουν απαξ Like στα άρθρα μου. Έχουν και δουλειές οι άνθρωποι» Το like του φλερτ που έχει διττό ρόλο. «Μπορεί να γίνει ή να μην γίνει δηλαδή η παρουσία του μπορεί να υποδηλώνει ενδιαφέρον ή η απουσία του μπορεί να έχει στόχο να κινήσει το ενδιαφέρον» το οικογενειακό like, «Δεν μπορώ να μην κάνω Like σε συγγενείς πρώτου βαθμού, παιδικούς φίλους, συναδέλφους, δανειστές, ή εργοδότες με τους οποίους έχω σχέσεις οικονομικής εξάρτησης» εξυπνακίστικο like, «Δεν έχω ιδέα για ποιο πράγμα μιλάς, αλλά επειδή οι υπόλοιποι μοιάζουν να έχουν καταλάβει κι επειδή το λες με έναν περίτεχνο τρόπο, δεν πρόκειται να απομονωθώ και να μην κάνω Like” Και καταλήγει: «Θα είχε ενδιαφέρον να αναλύσει κανείς επιστημονικά, όχι τσαπατσούλικα όπως εγώ τη σημειολογία του Like: πόσες λεπτές αποχρώσεις, πόσες σκέψεις και συναισθήματα, ανασφάλειες, πόθοι κι αγωνίες κρύβονται πίσω από τον φαινομενικά κοινό υψωμένο αντίχειρα» Και ακόμη ένα κεφάλαιο στο βιβλίο για το διαδίκτυο. «Αυτογκουγκλάρομαι, άρα υπάρχω» μας λέει η Ξένια και ανησυχεί αν το ηλεκτρονικό μας αποτύπωμα είναι ισχυρότερο από αυτό της πραγματικής μας ζωής. «Είναι κάτι σαν να τσιμπιέμαι. Αν πονέσω ζω. Αν βγουν αποτελέσματα στο ίντερνετ υπάρχω σίγουρα.» Κι αν σε κάποιους μεγαλύτερους αυτό ακούγεται λίγο θλιβερό, για τη γενιά μας δεν είναι καθόλου. Δεν έχουμε καμιά νοσταλγία για την προ ίντερνετ εποχή. Σε δυο λεπτά διαβάζουμε τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, κλείνουμε αεροπορικά εισιτήρια, επικοινωνούμε δωρεάν με φίλους μας που ζουν στην άλλη άκρη του κόσμου, γκουγκλάρουμε την πιο άσχετη πληροφορία – και όπως κάποτε μου είχε απαντήσει ο γιος μου – η επόμενη από μας γενιά - σε μια ερώτησή μου εντελώς αυθόρμητα και φυσικά «Ρώτα το θείο γούγλη, τα ξέρει όλα». Πως λοιπόν να μην αγαπάμε το ίντερνετ; Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης; Δε λέω - πέφτουμε σε προβληματισμούς – σαν αυτούς της Ξένιας - διαπιστώνουμε ότι - ναι - ανήκουμε στους εθισμένους. Θα θέλαμε να μπορούμε να βάλουμε ένα μέτρο, να αφιερώνουμε λιγότερο χρόνο στο facebook να μην τσεκάρουμε κάθε δυο λεπτά το messenger και να διαβάζουμε περισσότερα βιβλία ή απλά να κοιτάμε το ταβάνι και να σκεφτόμαστε - όπως κάναμε όταν ήμασταν έφηβοι.
Έχει στοιχεία αυτοβιογραφικά όπως μητρότητα, σχέσεις, ταξίδια, τατουάζ, λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά ορόσημα και από την άλλη πιο σκληρούς προσωπικούς προβληματισμούς και αγωνίες όπως γήρας, απώλεια της μητέρας της στα 15, σεξ, ο φόβος του θανάτου, ο πανικός του ελεύθερου χρόνου, αγρύπνιες, μοναξιές, έρωτες - οι προβληματισμοί ενός ανθρώπου που προσπαθεί να διαχειριστεί τη σύγχρονη καθημερινότητα.
Αυτές οι σκληρές σκέψεις είναι εκεί στο βιβλίο, μπροστά στον αναγνώστη τόσο προσωπικές και προκλητικές. Αυτές είναι τελικά που κάνουν το βιβλίο τόσο προσωπικό. Η Ξένια δεν γράφει για τα μεγάλα μυστικά αυτά που απλά δεν τα λες σε άλλους αλλά κυρίως γράφει για εκείνα τα μικρά μυστικά που αδυνατείς να τα ομολογήσεις και στον ίδιο σου τον εαυτό. Κλείνεις την πόρτα του σπιτιού σου και τα φυλακίζεις εκεί.
Και ταυτόχρονα το βιβλίο της είναι ένα βαθιά πολιτικό βιβλίο. Μιλά για την πολιτική και τους πολιτικούς. Η πολιτική διάσταση δίνεται με απλό και ιδιαίτερο τρόπο μέσα από την καθημερινότητα της Ξένιας που έρχεται και γίνεται τόσο οικεία στον αναγνώστη. Κοιτάζει τις τιμές στα σούπερ μάρκετ και παίρνει πάντα τα φτηνότερα προϊόντα, έκοψε τη συνδρομή στο γυμναστήριο και κάνει τζόγκινγκ στους δρόμους με μια φτηνή φόρμα. Παρακολουθεί προβληματισμένα συναδέλφους της να αποσύρονται από μια δουλειά, βιώνει τα άγχη μιας καθημερινότητας που στερήθηκε την αισιοδοξία της προόδου. «Όταν άλλωστε δουλεύεις σε εφημερίδα στην Ελλάδα, οι θετικές σκέψεις είναι περιορισμένες» μας λέει. Η βιωματική της σχέση με την αριστερά προσδίδει στο βιβλίο την εμπειρία κάποιου που παρατηρεί χρόνια τους πολιτικούς. Και όπως γράφει «είναι σαν μια παιδική μνήμη που δεν μπορώ να αποχωριστώ» και σε άλλο σημείο «άλλωστε είχα έναν μέσα στο σπίτι μου» τον πατέρα της πρώην βουλευτή της αριστεράς Πέτρο Κουναλάκη. Δηλώνει αριστερή, άπατρις κομματικά, όσο και οργισμένη για τον πολιτικό ερασιτεχνισμό και την αθέτηση θεμελιακών αριστερών αρχών. Δεν υιοθετεί σε κανένα σημείο τον εμπρηστικό ή το δεικτικό τόνο που συναντάμε όλο και συχνότερα στο δημόσιο λόγο. Είναι σχεδόν απτή η πικρία της για τη σημερινή πολιτική κατάσταση, την άγνοια των στελεχών, το τζογάρισμα με την έξοδο από την Ευρώπη, τις ετεροχρονισμένες αποκαλύψεις για σχέδια Β΄, κινητά στο ψυγείο, IOU’s, στρατό στους δρόμους, «δεν μπορώ καν να διασκεδάσω μ’ αυτά τα καραγκιοζιλίκια». Ταυτόχρονα όμως δεν αμελεί να μας θυμίσει ότι πίσω από το απαξιωμένο «αριστερό ηθικό πλεονέκτημα» υπάρχουν άνθρωποι που διώχθηκαν για μια ιδέα. Στο βιβλίο υπάρχουν κεφάλαια για τον Σόιμπλε, τη Μέρκελ, τον Χέλμουτ Σμιτ τον Πάγκαλο, τον Φλαμπουράρη, τον Λαφαζάνη, τον Φίλη, τον Λεωνίδα Κύρκο, τον Κώστα Σημίτη. Υπάρχουν σκέψεις για όλο το πολιτικό φάσμα, αλλά και ο προβληματισμός του ανθρώπου που στις μέρες μας σκέφτεται πολύ για να μπορέσει να βρει κάτι ωραίο να πει για την Ευρώπη. «Η κρίση δεν βοήθησε ιδιαίτερα την κατάσταση. Μας έκανε ακόμη πιο ρατσιστές, σκοταδιστές, αντισημίτες, συνωμοσιολόγους»
Ξένια μου διάβασα το βιβλίο σου απνευστί. Και μετά το ξαναδιάβασα. Γέλασα, συγκινήθηκα, κράτησα την ανάσα μου πολλές φορές και σκεφτόμουν συνεχώς πόση γενναιότητα χρειάζεται για να μιλήσει κανείς για τα δικά του πράγματα. Και μετά το ξαναδιάβασα για τρίτη φορά γιατί ήθελα σήμερα να μεταφέρω στους φίλους που ήρθαν αυτή την τόσο ιδιαίτερη ξεχωριστή αίσθηση που έχω ακόμη από την ανάγνωσή του. Θα μπορούσα να πω πολλά ακόμα και για την Ξένια Κουναλάκη και για το βιβλίο. Αλλά θα σταματήσω εδώ. Προσπαθώντας τις προηγούμενες μέρες να γράψω τις σκέψεις μου για τη σημερινή ομιλία θυμήθηκα μια φράση του Ουίνστον Τσώρτσιλ «μια καλή ομιλία πρέπει να εξαντλεί το θέμα, όχι όμως και το ακροατήριο»
Απροσδόκητα καλό, ωμά ειλικρινές, αδικήθηκε από την lifestyle προβολή που είχε όταν εκδόθηκε. Ταυτιστηκα σε ορισμένα στοιχεία, λόγω ίδιας ηλικίας, εκνευρίστηκα με άλλα, ωστόσο ήταν τόσο αφτιασιδωτο παρότι καλογραμμένο, που είναι ένα μάθημα στο να αποδέχεσαι την προσωπικότητα κάποιου με όλα της τα καλά και τα ελαττώματα.
2,5 προς 3 για την ακρίβεια. Σε γενικές γραμμές μ'αρέσει η συνειρμική γραφή στα βιβλία. Μου αρέσει όταν νιώθω σαν να διαβάζω ασύνδετες σκέψεις πάνω σε διαφορα θέματα. Στην προκειμένη όμως περίπτωση, αν και το διάβασα εύκολα και ευχάριστα, δεν "τρελάθηκα" κιόλας, που λέμε και εμείς η....νεολαία! Σε κάποια σημεία γέλασα, άλλα τα διάβασα με μεγάλο ενδιαφέρον αλλα δυστυχώς, αρκετές φορές ένιωσα να βαριεμαι.
Διαβαζεται μονορούφι,γράφει πολύ ωραία η Κουναλάκη.Σε πολλά από αυτά που γράφει συμφωνώ μέχρι τέλους και σε αλλά με έβγαζε από τα ρούχα μου,γι’αυτό μου άρεσε τόσο πολύ το βιβλίο.
Έντονα επικοινωνιακή η συγγραφέας, σε κάνει κοινωνό των όσων καταγράφει, με απλό λόγο, με ύφος κουβεντιαστό και χαμηλόφωνο. Η αφήγηση μετεωρίζεται μεταξύ κεφαλαίων ελεύθερου συνειρμού, χωρίς πλάνο για το τι θέλει να παρουσιάσει, και κεφαλαίων με συγκεκριμένο αφηγηματικό στόχο. Αγγίζει σίγουρα ευαίσθητα θέματα, είτε μέσα από σχόλια περί της σύγχρονης πολιτικής κατάστασης, είτε μέσα από την έκθεση κοινωνικών ζητημάτων, είτε μέσα από την κατάδυση στο ψυχικό της άδυτο. Ο αναγνώστης μετέχει της αφήγησης, καθώς η συγγραφέας έχει, εμφατικά, επίγνωση της ύπαρξής του, δεν πρόκειται για ημερολογιακού τύπου καταγραφές αλλά για ένα ιδιωτικό κείμενο με δημόσιο προσανατολισμό.
Δομικά το έργο παρουσιάζει ελάχιστο ενδιαφέρον· μικρής φόρμας ιστορίες, αυτοτελείς -κάποιος τις παραλλήλισε με αναρτήσεις στο διαδίκτυο- που άλλοτε μοιάζουν να άπτονται άμεσα της σύγχρονης πραγματικότητας και των γεγονότων, άλλοτε πάλι διαδραματίζονται στο παρελθόν της Κουναλάκη.
Οξύς πολιτικός λόγος που εναλλάσσεται με ξεγύμνωμα των πιο μύχιων σκέψεων, με την απαραίτητη δόση χιούμορ κι αυτοσαρκασμού και με εμμονικά λεπτομερειακή καταγραφή αγαπημένων λογοτεχνών/μουσικών συγκροτημάτων/σκηνοθετών.
Η συγγραφέας μού φάνηκε λίγο... ψώνιο (άλλωστε και η ίδια έτσι αυτοαποκαλείται!...) και με έκανε να τη φθονήσω για τα πολλά ταξίδια που έχει κάνει, όμως - για να είμαι και δίκαιη - τα κείμενα της διακατέχονταν από χιούμορ και αυτοσαρκασμό και γενικότερα πέρασα καλά διαβάζοντας τα. Μού άρεσε ο τρόπος γραφής της και με έκανε να τη συμπαθήσω κι ως δημοσιογράφο, αφού τα έβαλε για παράδειγμα με τη Χρυσή Αυγή....