Η στρατιωτική δικτατορία των συνταγματαρχών 1967-1974, ως ειδική μορφή Κράτους Εκτάκτου Ανάγκης, κατά τον Πουλαντζά δεν ήταν φασισμός, σε αντίθεση με το σύνολο σχεδόν των άλλων αναλύσεων που υποστηρίζουν ακριβώς το αντίθετο. Και τούτο διότι η Χούντα δεν ήταν κόμμα φασιστικό, όπως το ναζιστικό στη Γερμανία και το φασιστικό στην Ιταλία κατά τον Μεσοπόλεμο. Δεν είχε οργανώσει μάζες σε μηχανισμούς φασιστικού τύπου, δεν είχε δράσει ιδεολογικά και πολιτικά πριν την άνοδο των στρατιωτικών στην εξουσία, ούτε κατά τη διάρκεια της επταετίας. Έτσι, δεν είχε πετύχει τον εκφασισµό των κρατικών µηχανισµών, των συνδικάτων, των αντιπροσωπευτικών σωµάτων, µηδέ της αστικής µονοπωλιακής τάξης εξαιρουµένης. Όπως ο ίδιος δείχνει στο έργο του "Φασισµός και Δικτατορία", που είχε προηγηθεί (1970), ο φασισµός είναι µια ιδιότυπη µορφή Κράτους Εκτάκτου Ανάγκης, που δεν πρέπει να συγχέεται ούτε µε τις µορφές στρατιωτικών δικτατοριών ούτε µε τις αυταρχικές µορφές του κράτους του µονοπωλιακού καπιταλισµού. Τα κατ' εξοχήν χαρακτηριστικά του φασισµού-ναζισµού είναι ο πλήρης εκφασισµός της κοινωνίας χάρη στη δράση του φασιστικού κόµµατος και η άσκηση της πολιτικής µε µιλιταριστικά µέσα. Δεν είναι όλες οι δικτατορίες φασισµός ο "πανφασισµός" ήταν ιδέα ξένη στον Πουλαντζά. Οι πολιτικές συνέπειες της θέσης αυτής ήταν σηµαντικές, µολονότι ούτε τα κόµµατα της Αριστεράς είχαν υιοθετήσει τις απόψεις του και τα οποία παρέµειναν στην, τριτοδιεθνιστικής προέλευσης, άποψη περί του φασιστικού χαρακτήρα της δικτατορίας. Ο Πουλαντζάς εστιάζει την προσοχή του όχι μόνο στην περίπτωση της Ελλάδας, αλλά ξανοίγεται στον ευρωπαϊκό χώρο περιλαμβάνοντας στην ίδια τυπολογία της στρατιωτικής δικτατορίας την περίπτωση της Πορτογαλίας και της Ισπανίας. Οι διαφορές ανάμεσα στις τρεις στρατιωτικές δικτατορίες ορατές αλλά και οι ομοιότητες διδακτικές.
(Greek: Νίκος Πουλαντζάς). Greek-French Marxist political sociologist. In the 1970s, Poulantzas was known, along with Louis Althusser, as a leading Structural Marxist and, while at first a Leninist, eventually became a proponent of eurocommunism. He is most well known for his theoretical work on the state, but he also offered Marxist contributions to the analysis of fascism, social class in the contemporary world, and the collapse of dictatorships in Southern Europe in the 1970s (e.g. Franco's rule in Spain, Salazar's in Portugal, and Papadopoulos's in Greece).
Διεισδυτική η ματιά του Πουλαντζά, που με κατανοητό τρόπο περιγράφει μια περίοδο όχι μακρινή από την δική μας. Μπορεί κάποιες από τις συνθήκες να έχουν αλλάξει, αλλά το βιβλίο είναι μια παρακαταθήκη καθώς η ιστορία, δυστυχώς, επαναλαμβάνεται πολλές φορές.
Το έργο του Νίκου Πουλαντζά που φέρει τον τίτλο 'Η Κρίση των δικτατοριών: Πορτογαλία-Ελλάδα-Ισπανία,' δύναται να ενταχθεί στην κατηγορία του πολιτικού-ιστορικού δοκιμίου που φέρει ευκρινείς αναλυτικές προεκτάσεις για το δικτατορικό συμβάν σε τρεις χώρες του ευρωπαϊκού νότου, ήτοι στην Ελλάδα, στην Πορτογαλία και στην Ισπανία. Όμως, ως προς αυτό, δηλαδή ως προς την ενασχόληση με τις στρατιωτικές δικτατορίες του ευρωπαϊκού νότου, θεωρούμε πως δεν αποτελεί πρωταρχικό έναυσμα η γεωγραφική εγγύτητα των τριών (σύμπλεγμα ευρωπαϊκού νότου) χωρών, όσο, η αναλυτική προσέγγιση των χωρών αυτών με τέτοιον τρόπο, ώστε να αναδειχθεί η διάκριση μεταξύ στρατιωτικών δικτατοριών και φασιστικών καθεστώτων, διάκριση που πολιτικά και θεωρητικά, διαπέρασε το έργο του καθηγητή Κοινωνιολογίας στο πανεπιστήμιο του Παρισιού. Το έργο κυκλοφόρησε στην ελληνική γλώσσα το 2006, από τις εκδόσεις Θεμέλιο, σε μετάφραση Χριστίνας Αγριαντώνη και επιμέλεια Άγγελου Ελεφάντη, ο οποίος, εάν επιχειρήσουμε μία μικρή παρέκβαση, συμμετέχει με κείμενο του στο συλλογικό τόμο για τον Έλληνα Μαρξιστή διανοητή που φέρει τον τίτλο 'Η Πολιτική σήμερα. Ο Νίκος Πουλαντζάς και η επικαιρότητα του έργου του (Θεμέλιο/2001). Το έτος 2006, όχι ως Χαϊντεγγεριανό "ημερομηνιακό ενδεχόμενο," καθίσταται σημαντικό για την έκδοση έργων του Νίκου Πουλαντζά στην ελληνική γλώσσα, και, πιο συγκεκριμένα, των έργων του που άπτονται της μελέτης τύπων του κράτους 'εκτάκτου ανάγκης': Το ένα βιβλίο είναι η 'Κρίση των Δικτατοριών: Πορτογαλία-Ελλάδα-Ισπανία' και το δεύτερο το 'Φασισμός και Δικτατορία: Η Τρίτη Διεθνής αντιμέτωπη στον Φασισμό.' Έργα που τοποθετημένα εντός ενός ευρύτερου χρονικού πλαισίου που συμπεριλαμβάνει ισότιμα την μεταπολεμική Ευρώπη, προσδιορίζουν κριτικά την 'γενεαλογία' του φασισμού-ναζισμού και της στρατιωτικής δικτατορίας. Έτσι, σε επεξεργασμένες και περισσότερο συμπληρωμένες εκδόσεις από αυτών παλαιότερων ετών, όταν ο συγγραφέας, και μετά θάνατον (1980), κατέστη ένα από θεωρητικά σημεία αναφοράς της λεγόμενης Ανανεωτικής Αριστεράς, ο αναγνώστης δύναται να έρθει σε επαφή με ένα κεντρικό πλέγμα ιδεών και ερμηνειών, με το corpus της Πουλαντζικής προβληματικής για τα χαρακτηριστικά που συνθέτουν κοινωνικοπολιτικά φαινόμενα μέσης διάρκειας (τη εξαιρέσει της Πορτογαλικής και Ισπανικής δικτατορίας) αλλά έντονων συνεπειών. Και είναι χαρακτηριστικό το ό,τι η ανάλυση και περαιτέρω η ερμηνεία αυτών των φαινομένων, ή αλλιώς, των καθεστώτων, απασχόλησε επί μακρόν και την Αριστερά και διάφορες μερίδες της. Στην 'Κρίση των δικτατοριών,' ο Νίκος Πουλαντζάς, εκκινώντας από την θεώρηση του ιμπεριαλιστικού συστήματος ( εγγράφοντας σε αυτή την θεώρηση Λενινιστικές όψεις) εντός του οποίου και εγγράφονται οι προς εξέταση δικτατορίες, αναδεικνύει τους όρους ανάπτυξης του Κεφαλαιοκρατικού Τρόπου Παραγωγής σε αυτές τις χώρες, συγκεκριμενοποιώντας σταδιακά και ανά κεφάλαιο, το επίδικο ή αλλιώς, τα επίδικα της μελέτης του. Σε αυτό το σημείο, κρίσιμο ως προς την ανάδειξη των ίδιων όρων συγκρότησης των δικτατορικών καθεστώτων, καθίσταται η παραπομπή, πολιτικά, ιδεολογικά και όχι με τους επι-γενόμενους όρους ενός φορμαλισμού, στην Πουλαντζική προβληματική περί κράτους, εκεί όπου τέμνονται η παρουσία και ο ρόλος μηχανισμών που αποτελούν τη βάση αναπαραγωγής και υποστήριξης των στρατιωτικών καθεστώτων. Και είναι οι Ένοπλες Δυνάμεις που δεν καθίστανται 'στεγανοποιημένος' μηχανισμός, αλλά, αντιθέτως, φέρουν κοινωνικές-ταξικές αντιθέσεις και αντιφάσεις, που λειτουργούν ως ο "προνομιούχος μηχανισμός πολιτικής οργάνωσης του άρχοντος συγκροτήματος" εν καιρώ στρατιωτικής δικτατορίας. Η έννοια του 'κόμματος' επιστρέφει εδώ για να προσδιορίσει εμπρόθετα μία ουσιώδη μεταβολή. Εάν το κράτος και δη το αστικό κράτος είναι αυτό που επιτελεί καθήκοντα σημαίνοντος 'πολιτικού κόμματος' του αστικού μπλοκ εξουσίας και των πλέον ηγεμονικών του μερίδων, σε συνθήκες κοινοβουλευτισμού (δημοκρατικό πολίτευμα), τότε σε συνθήκες στρατιωτικού τύπου κράτους 'εκτάκτου ανάγκης,' καθήκοντα 'πολιτικού κόμματος' αναλαμβάνει ο στρατός και τα υψηλά του κλιμάκια, συμβάλλοντας, αφενός μεν στη συγκρότηση του πυρήνα άσκησης της εξουσίας, και, αφετέρου δε, διαμεσολαβώντας τις ίδιες αντιθέσεις που ενσκήπτουν μεταξύ των μερίδων άσκησης αυτής της εξουσίας. Οι Ένοπλες Δυνάμεις, ενέχουν έναν πολιτικό ρόλο, ρόλο 'ενοποιητή' ενός καθεστώτος που κάθε άλλο παρά ομογενοποιημένο και μονολιθικό είναι, έναν ιδεολογικό ρόλο που σχετίζεται με την αναπαράσταση τους (τον αυτοπροσδιορισμό τους) ως του 'υγιούς' κομματιού που σπεύδει να βάλει τέλος στη κομματική 'φαυλοκρατία' (ελληνικό υπόδειγμα) και ενός συμβολικού ρόλο που άπτεται της έννοιας της 'ανθεκτικότητας': ο στρατός 'αντέχει' μεταφέροντας την 'μάχη' και τον 'πόλεμο' άμεσα στην κοινωνική-πολιτική σφαίρα. Με σημείο αναφοράς τις Ένοπλες Δυνάμεις, η θεώρηση του συγγραφέα διαπερνά και τον ρόλο και άλλων μηχανισμών του κράτους (είναι εμφανής η επιρροή του Αλτουσέρ στη σκέψη του Πουλαντζά), όπως είναι η Εκκλησία, προβάλλει μορφές αντίστασης προς τα δικτατορικά καθεστώτα αναφέροντας και την εξέγερση του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο του 1973 στην Αθήνα, κομίζοντας την κομβικής σημασίας αντίληψη ό,τι αυτή η κινηματική δράση, δεν οδήγησε στην άμεση πτώση των καθεστώτων ή του καθεστώτος των Αθηνών, όσο συνέβαλλε σε μία εκ των έσω 'ρηγμάτωση' του, στην ανάδειξη των εσωτερικών του αντιφάσεων, επιταχύνοντας την εκδήλωση τους. Άλλωστε, ο συγγραφέας είναι σχεδόν κατηγορηματικός όταν γράφει ό,τι δεν έλαβε χώρα η διαμόρφωση μαζικών αντι-δικτατορικών καθεστώτων σε αυτές τις χώρες, με εύρος δράσης και επιρροής τέτοιο, που θα συνέβαλλε στην πτώση τους. Σημασιοδοτώντας 'φορτισμένα' συγκλίσεις και αποκλίσεις, ο Πουλαντζάς παραθέτει μία αλληλουχία στοιχείων που διαφοροποιούν την στρατιωτική δικτατορία από ένα φασιστικό καθεστώς, κάτι που συμβαίνει ίσως για πρώτη φορά εναργώς, στο χώρο της Μαρξικής ανάλυσης, και, με διαστάσεις μίας αναλυτικής ακρίβειας που δεν αποφεύγει να αντιπαρατεθεί με το διακύβευμα: Σε αυτό το πλαίσιο, οι στρατιωτικές δικτατορίες λειτουργούν ως κράτη 'εκτάκτου ανάγκης' όμως, δεν αποτελούν ή δεν λαμβάνουν χαρακτηριστικά φασιστικού καθεστώτος per se, μη αποκτώντας, για παράδειγμα, μαζικά χαρακτηριστικά, την ιδεολογική συγκρότηση τους σε τέτοιον βαθμό που να τις προσδίδει στοιχεία πλέριας ηγεμονίας. Και η Ισπανική περίπτωση του στρατηγού Φρανθίσκο Φράνκο, διαθέτοντας κοινωνικά-πολιτικά στηρίγματα μετεξελίχθηκε σε γραφειοκρατικοποιημένη δικτατορία, ενσωματώνοντας δραστικά μία ιδιαίτερη εθνικιστική 'ορμή.' Επίσης, από την ανάλυση δεν εκλείπει η επισήμανση των όρων μετάβασης σε ένα κοινοβουλευτικού τύπου, κράτος (η ελληνική Μεταπολίτευση), στο σημείο όπου ο συγγραφέας επιζητεί να επανεπινοήσει δραστικά το εύρος του προωθούμενου εκδημοκρατισμού. Ποιες είναι οι 'κόκκινες γραμμές' της μετάβασης; Με την έκδοση της 'κρίσης των δικτατοριών,' ο αναγνώστης δύναται να αποκτήσει μία ευρύτερη εικόνα καθεστώτων που όντας μη φασιστικά, αναπτύχθηκαν στο νότιο άκρο της ευρωπαϊκής ηπείρου, προβάλλοντας ένα 'σωτηριολογικό' πρότυπο. Και αυτό συμβαίνει μέσω μίας συνεκτικής Μαρξιστικής ανάλυσης που ακόμη και όταν φέρει θεωρητικές αδυναμίες, δεν παύει να ομολογεί τις επιδιώξεις της.
Hard to read, but helped me a lot understand this period and the general socioeconomic situation of my country. It made clear how the bourgeoisie is not a monolith and sometimes it's interests clash, and applied it to analyze these countries, which I found really helpful to understand.