«Το Φως που καίει» πρωτοδημοσιεύτηκε στηνν Αλεξάντρεια στα 1922. Ύστερ' από δέκα περίπου χρόνια δημοσιεύτηκε, για δεύτερη φορά, στην Αθήνα, ξαναδουλεμένο και στη μορφή και στο περιεχόμενο. Τρίτη έκδοση έγινε στα 1945. Τέταρτη έκδοση, το 1956, στον τόμο: Κώστα Βάρναλη «Ποιητικά». «Το Φως που καίει» είναι από τα πρώτα έργα της αγωνιστικής μας λογοτεχνίας, από τα πρώτα που λέγονται αριστερά. Ο Ξενόπουλος έγραφε τότε, πως αποτελεί σταθμό στα νεοελληνικά γράμματα. Μάλλον αρχή.
Η σημερινή, πέμπτη έκδοση, που περιλεμβάνει έξι σχέδια του ζωγράφου Γ. Γουναρόπουλου, γίνεται με την ευκαιρία των εννενήντα χρόνων του Κώστα Βάρναλη.
(Το εισαγωγικό σημείωμα της συγκεκριμένης έκδοσης)
Στην αρχική έκδοση του έργου, ο ποιητής είχε χρησιμοποιήσει ψευδώνυμο: Δήμος Τανάλιας. Το έργο επανεκδόθηκε το 1933, με πολύ διαφορετικό το Τρίτο μέρος του, από τις εκδόσεις Εστία. Ο Βάρναλης θα αποκαλέσει την επανέκδοση: «ξαναπλασμένη».
Στην τελική του μορφή το ἐργο περιέχει 4 μέρη: Ο Πρόλογος, το Μέρος Πρώτο, το Μέρος Δεύτερο Ιντερμέδιο και το Μέρος Τρίτο, στα οποία χωρίζονται τα εξής 9 ποιήματα: Πρόλογος Ο Μονόλογος του Μώμου Χορός των Ωκεανίδων, Ο Χορός των Σεραφείμ, Η μάνα του Χριστού, Η Μαγδαληνή Αριστέα και Μαϊμού, Ο Οδηγητής, Το τραγούδι του λαού
(από τη Wikipedia)
--------------------------------------------------------------- Να σ’ αγναντεύω, θάλασσα, να μη χορταίνω απ’ το βουνό ψηλά στρωτή και καταγάλανη και μέσα να πλουταίνω απ’ τα μαλάματά σου τα πολλά.
Να ναι χινοπωριάτικον απομεσήμερο, όντας μετ’ άξαφνη νεροποντή χυμάει μες απ’ τα σύνεφα θαμπωτικά γελώντας ήλιος χωρίς μαντύ.
Να ταξιδεύουν στον αγέρα τα νησάκια, οι κάβοι, τ’ ακρόγιαλα σα μεταξένιοι αχνοί και με τους γλάρους συνοδιά κάποτ’ ένα καράβι ν’ ανοίγουν να το παίρνουν οι ουρανοί.
Ξανανιωμένα απ’ το λουτρό να ροβολάνε κάτου την κόκκινη πλαγιά χορευτικά τα πεύκα, τα χρυσόπευκα, κι’ ανθός του μαλαμάτου να στάζουν τα μαλλιά τους τα μυριστικά.
Κι’ αντάμα τους να σέρνουνε στο φωτεινό χορό τους ως μέσα στο νερό τα ερημικά χιονόσπιτα-κι’ αυτά μες στ’ όνειρό τους να τραγουδάνε, αξύπνητα καιρό.
Έτσι να στέκω, θάλασσα, παντοτεινέ έρωτά μου με μάτια να σε χαίρομαι θολά και να ναι τα μελλούμενα στην άπλα σου μπροστά μου, πίσω κι’ αλάργα βάσανα πολλά.
Ως να με πάρεις κάποτε, μαργιόλα συ, στους κόρφους σου αψηλά τους ανθισμένους και να με πας πολύ μακρυά απ’ τη μαύρη τούτη Κόλαση, μακρυά πολύ κι’ από τους μαύρους κολασμένους…
Kostas Varnalis (Κώστας Βάρναλης) was born in Burgas, Bulgaria, in 1884. As his name suggests, his family originated from Varna. He completed his elementary studies in the Zariphios Greek high school in Plovdiv and then moved to Athens to study literature at the National and Kapodistrian University of Athens. While there, he became involved in the language dispute, taking the side of the demoticists over the supportres of the katharevousa. After his graduation in 1908 he worked for some time as a teacher in Burgas, before returning to Greece and teaching in Amaliada and Athens. During the next years, he worked as a teacher and part-time journalist, also engaging in translation work. In 1913, he took part in the Second Balkan War. In 1919 he gained a scholarship and travelled to Paris where he studied philosophy, literature and sociology. It was during his Parisian studies that he became a Marxist and reviewed his ideas on poetry in theory and in practice. His political alignment resulted in his being barred dismissed from his teaching position at the Paedagocical Academny in 1926, and to be barred from any state employment. Varnalis thus took to journalism, a profession he practised until the end of his life. In 1929, he married the poetess Dora Moatsou. In 1935, he participated in the Soviet Writers' Conference in Moscow as Greece's representative. Under the 4th of August Regime, he was sent to internal exile in Mytilene and Agios Efstratios. During the German Occcupation of Greece, he took part in the resistance movement as a member of the National Liberation Front (EAM). In 1959, he was awarded the Lenin Peace Prize. Varnalis died in Athens on 16 December 1974.
Τι να πει κανείς για την ποίηση του Κώστα Βάρναλη. Ένας πνευματικός άνθρωπος, που ανήκει σε εκείνους, που ουδέποτε "κρύφτηκαν" πίσω από την ασφάλεια της ουδετερότητας και της αποστασιοποίησης από τα κοινωνικά και φιλοσοφικά δρώμενα. Σατιρικός, λυρικός, διαλεκτικός, μαχητικός, δίνει στην κοινωνία το "Φως που καίει". "Δεν είμαι εγώ σπορά της τύχης, ο πλαστουργός της μιας ζωής. Εγώ είμαι τέκνο της ανάγκης κι ώριμο τέκνο της οργής..." Ο Κώστας Βάρναλης στο "Φως που καίει" δεν δίνει λέξεις παρηγόρια. Το δικό του μαχαίρι μπήγεται στο χώμα για να γίνει φως και νους. Η ποίηση του μεγάλου ποιητή γίνεται στοχασμός και φιλοσοφική αναζήτηση για τους κατατρεγμένους και "κολασμένους" τούτης της γης.
Γραμμένο το 1921, ποιητική γραφή που αποπνέει την εποχή της. Στομφώδης, απλωμένη σαν πέλαγος γραφή. Δύσκολα αγγίζει το σύγχρονο αναγνώστη.
Εκπληκτικός όμως ο διάλογος μεταξύ Μώμου, Προμηθέα και Ιησού που η "κοινή" τους τύχη τους επιφύλαξε τη Στάυρωση.
"Έτσι να στέκω θάλασσα, παντοτινέ Έρωτά μου με μάτια να σε χαίρομαι θολά και να ναι τα μελλούμενα στην άπλα σου μπροστά μου πίσω κι αλάργα βάσανα πολλά"
"Πάντα οι νικημένοι έχουνε τ’ άδικο. Και τ’ άβουλο πλήθος πάει ταχτικά με τους νικητές . Ως τώρα η ιστορία του Κόσμου είναι ιστορία των Νικητών
Έκδοση 1922 Γράμματα Πρόλογος Μέρος 1ο Μέρος 2ο Ιντερμέδιο Ωκεανίδες Τα Σεραφείμ Η Μάννα Γης Η Μάννα του Χριστού Η Μαγδαληνή Μέρος 3ο Η Πόρνη Ο Λαός
Έκδοση 1956 Κέδρος Πρόλογος Μέρος Πρώτο Ο Μονόλογος του Μώμου Μέρος Δέφτερο Ιντερμέδιο Χορός των Ωκεανίδων Χορός των Σεραφείμ Η μάνα του Χριστού Η Μαγδαληνή Μέρος Τρίτο Αριστέα και Μαϊμού Ο Οδηγητής Το τραγούδι του Λαού