Είδε τον εαυτό της να την πιάνει απ’ το λαιμό και να την στριμώχνει στον τοίχο, μπήγοντας τα νύχια της στο βελούδινο δέρμα της και πλησιάζοντας το πρόσωπο της στο πρόσωπο εκείνης της αθώας ψυχής έτσι που να μπορεί να σκύψει πάνω απ’ την άβυσσο που κρυβόταν στα μάτια της, ενόσω θα της έγλειφε τα χείλια για να δει τι γεύση είχε το μέλι της ευτυχίας που ευλογούσε τις ζωές των φυσιολογικών ανθρώπων.
Από κοντά της φάνηκε τόσο όμορφη όσο έλεγαν οι αναφορές των ανόητων και αδιάκριτων κουτσομπόληδων, που, όπως ήταν αναμενόμενο, δεν έβρισκαν να πουν και τίποτε άλλο γι’ αυτή. Είχε εκείνη τη μακάρια και βιαστική θηλυκότητα κάποιας που έγινε μητέρα πριν από τα είκοσι της χρόνια, αλλά το βλέμμα μιας γυναίκας με διπλάσια ηλικία, ένα βλέμμα διεισδυτικό και διερευνητικό.
Το βιβλίο υπήρξε μια πολύ ευχάριστη έκπληξη για ‘μενα, παρότι το σνόμπαρα ενώ το έχω απ’ τις πρώτες ημέρες που κυκλοφόρησε. Αφ’ ενός μου την είχε δώσει ότι ήταν δίτομο χωρίς να υπάρχει φανερός λόγος – αν διάβασα το θηριώδες Αλεξανδρινό Κουαρτέτο και το κτηνώδες Άρμαντεϊλ σε επίτομο, χωρίς να μου δημιουργήσουν θέμα, τα πολλά λόγια είναι τρίχες κατσαρές –κι αφ’ ετέρου ότι άργησε τόσο πολύ να εκδοθεί που δημιούργησε μια ασυνέχεια, την οποία δεν ήμουν διατεθειμένος να επωμιστώ ξαναδιαβάζοντας τα τρία προηγούμενα βιβλία.
Τι εποχές κι αυτές ε; Όποιος είναι κάτι φαίνεται σαν τίποτα κι όποιος μέχρι προχτές δεν ήταν τίποτα τώρα φαίνεται να ‘ναι πέρα για πέρα ο εαυτός του.
Τώρα ήταν η ώρα να βγουν τα μαχαίρια και να κυριαρχήσει η μικροπρέπεια. Οι πόλεμοι βρομίζουν τα πάντα αλλά ξεπλένουν τη μνήμη.
… Και φοβόταν. Ήξερε ότι ένας εμφύλιος πόλεμος ποτέ δεν είναι ένας μόνος, παρά ένα σύνολο από μικρές ή μεγάλες μάχες κρυμμένες η μια μέσα στην άλλη. Η επίσημη μνήμη του πάντα είναι αυτή των χρονικογράφων που βρίσκονται από την πλευρά των νικητών ή των ηττημένων, αλλά ποτέ απ’ την πλευρά εκείνων που βρίσκονται παγιδευμένοι ανάμεσα στα δυο στρατόπεδα και που σπάνια είναι αυτοί που έχουν ανάψει το φιτίλι του δυναμίτη.
Όμως γιορτινές ημέρες τη μπλοκμπαστεροκατάσταση την τράβαγε η όρεξη μου. Και δεν είχα αμφιβολία για την ατμόσφαιρα που θα δημιουργούσε. Ο Θαφόν είναι μάγος, δε χωράει αμφιβολία. Όμως είχα αμφιβολίες γενικότερα γιατί αισθάνομαι πως έχω προχωρήσει σε άλλα είδη και άλλα ενδιαφέροντα και μου ήταν δύσκολο το πισωγύρισμα στο Κοιμητήριο.
Μην χάνετε την ελπίδα. Αν έχω μάθει κάτι, είναι πως η μοίρα μας περιμένει στη γωνία. Σαν να ‘ναι κανένα λουκάνικο, καμιά τσούλα ή κανένας λαχειοπώλης – αυτές είναι οι συχνότερες μετενσαρκώσεις της. Κι αν κάποια μέρα αποφασίσετε να πάτε να τη βρείτε – γιατί αυτό που δεν κάνει είναι κατ’ οίκον επισκέψεις
( το απόσπασμα δε μπορεί να μη μας φέρει στο νου, μια συγγένεια με τον εξ’ ίσου μάχιμο, αν και σε άλλα είδη, Έλληνα, Τρεχλή ).
Κάποτε όμως πόνταρα σε αυτό το συγγραφέα κι ένας απ’ τους λόγους ήταν και η διορατικότητα του. Αναδρομικά, μέσω αυτού του βιβλίου με ένα αναπάντεχο τρόπο κάλυψε την ανάγκη μου για περιπετειούλα, μεθυστική ατμόσφαιρα, αλλά με ένα έξτρα που ταιριάζει πάρα πολύ στις τωρινές αναζητήσεις μου: τοποθετεί την ιστορία του στα ταραχώδη χρόνια, των διαρκών εκπτώσεων των λαών. Εννοείται πως αναφέρομαι στη μεσοπολεμική περίοδο. Βέβαια στην Ισπανία η περίοδος αυτή, συνεπαγόταν τον εμφύλιο πόλεμο, που όλα αυτά αντιστοιχούν σε μια και μόνη λέξη: Φράνκο.
Θα μπορούσαμε να πούμε πως ο Φράνκο είναι απ’ τα αγαπημένα μου θέματα, μαζί με το Μεταξά, το Χίτλερ, το Απαρτχάϊντ και κάπως λιγότερο το Μουσολίνι. Για να μην κουράζω με περιττά, η ουσία είναι αυτή: ο δημιουργός εγκατέστησε για ‘μας ακριβώς την ατμόσφαιρα του παραλογισμού και των εκπτώσεων. Αν θα μπορούσα να το πω έτσι, είναι τόσο υποβλητικό, όσο υποβλητικό υπήρξε σε θέμα ατμόσφαιρας της έκπτωσης, της μουντάδας, της έννοιας της ταραχής και το Υπουργείο του φόβου.
Μου έδωσε το βιβλίο τη διασκέδαση της περιπέτειας που ταιριάζει και με τα χριστουγεννιάτικα γλυκά, αλλά μου έδωσε και μια γερή δόση απ’ τη φασιστική μεσοπολεμική ατμόσφαιρα, η οποία και καλά κάνει ο συγγραφέας δεν αλλάζει και πολύ μετά το πέρας του ΒΠΠ. Άλλωστε ο Φράνκο παρέμεινε…
Πριν το ξεκινήσω δεν ξαναδιάβασα κανένα απ’ τα προηγούμενα βιβλία κι απ’ αυτή την άποψη, δυσκολεύτηκα να προσανατολιστώ. Μετά από λίγο όμως με συνεπήρε η φρανκοκατάσταση και τα υπόλοιπα ήρθαν φυσικά, έστω κι αν δεν είχα την παλιά μου εξοικείωση. Τώρα, ότι ένας ακόμη δημιουργός επιλέγει μέσα στο βασικό του θέμα να συμπεριλάβει τα κρίσιμα χρόνια των εκπτώσεων, θα έπρεπε κάτι να μας λέει, αλλά αυτό το αφήνω στον συναναγνώστη. Το δικό μου πατρονάρισμα δε χρειάζεται. Όμως, αυτό που θα τονίσω είναι ότι η συγκεκριμένη ατμόσφαιρα – μπαρούτι, εδώ έχει πολύ πιο ενεργό ρόλο, είναι, σχεδόν, η ίδια χαρακτήρας.
Είναι πολύ χαρακτηριστική η σκηνή της κόντρας της Αλίθια με τη Δόνια Μαριάννα. Εκτός της γλαφυρότητας που σχεδόν ζωντανεύει στα μάτια μας, ουσιαστικά μέσω της ‘’ανάκρισης’’ μας αναλύει το χαρακτήρα και το επαγγελματικό ταπεραμέντο και τις ακόλουθες ελευθερίες και εξουσίες που πιστεύει η Δόνια Μαριάννα ότι διαθέτει. Δε διαφεύγει της προσοχής ότι θυμίζει ακριβώς το είδος του τουπέ που συναντάμε συχνά σε ένα ορισμένο είδος υπαλλήλων. Η σκηνή σχεδόν τη ζωγραφίζει. Άνετα μπορείς να κλείσεις τα μάτια και να φανταστείς το ύφος, τον τόνο, τους ακκισμούς.
Κάτι που γενικά μου έχει προκαλέσει ευνοϊκή εντύπωση είναι ότι σαν άντρας, οι χαρακτήρες που παρουσιάζονται ως γυναίκες αποπνέουν θηλυκότητα και κάποιες και ερωτισμό, ή κάτι ανάλογο. Ίσως με μια δόση σκοτεινιάς.
Πολύ ευρηματικά, η ανάπτυξη των χαρακτήρων δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας σφιχτής, προσδιοριστικής, σκιαγράφησης, αλλά περισσότερο μια εικονοποίηση χαρακτηριστικών κινήσεων που κάνουν την κάθε στιγμή και δείχνει κάτι γι’ αυτούς. Γενικά, απ’ τα βασικά μελήματα του συγγραφέα είναι μέσω απλών καθημερινών παραπλήσιων καταστάσεων, που όλοι έχουμε κατά νου, να δημιουργήσει συνειρμικά, εικόνες.
Αυτό που χρήζει ιδιαίτερης αναφοράς είναι τόσο ο τρόπος που επενεργεί η αναπηρία της πάνω στην Αλίθια, όσο και το ύφος και ο προσδιορισμός που αφορούν το πως λειτουργούν τα φάρμακα, αλλά και η άσπονδη σχέση φιλίας που έχει μαζί τους. Ενώ εξ’ ίσου ενδιαφέρον παρουσιάζει κι ο τρόπος που ενίοτε χρησιμοποιεί ως καμουφλάζ τους πόνους ή την ανημπόρια της, όχι για να κλαφτεί, αλλά για να κρυφτεί με το πρόβλημα, μέσα στον κόσμο. Ίσως να μην μπορώ να το περιγράψω ακριβώς σωστά, αλλά όταν έχεις ζήσει με παρόμοια προβλήματα το καταλαβαίνεις: υπάρχει ένας μηχανισμός να κρύψεις το πρόβλημα, εκθέτοντας το, είναι μια άμυνα που δίνεται εδώ με όμορφο τρόπο. Ενώ δεν αμελείται βέβαια, στον αντίποδα και το γεγονός πως η αναπηρία μπορεί να γίνει και το καλύτερο όπλο, εφ’ όσον χρησιμοποιείται συνειδητά έτσι για να διευκολύνει μια κατάσταση κι όχι ως μια συνεχής αξιοθρήνητη παραδοχή ή διαφήμιση, για ανταλλάγματα ή ελαφρύνσεις.
Κάτι ακόμη που αξίζει να αναφερθεί, είναι η δουλειά της μεταφράστριας, που ξεχωρίζει το πάρα πολύ προσεγμένο λεξιλόγιο. Πχ που μου έρχονται στο νου ‘’απόν ύφος’’, ‘’φίλα προσκείμενος’’ κ.α. προσθέτουν στο ήδη πολύ καλό αποτέλεσμα. Βέβαια, υπάρχει μια απουσία σημείων στίξης, αλλά είναι τέτοιο το κείμενο που ενδεχομένως να είναι σκόπιμο. Γενικά, ενώ έχω στη μπούκα τον εκδοτικό, δε βρίσκω κάτι αρνητικό να πω, για την επιμέλεια, αλλά εντάξει για να μην ξεχνιόμαστε τελείως, η ανεκδιήγητη γραμματοσειρά του Άλφρεντ Χίτσκοκ και των τριών ντεντέκτιβ συνεχίζεται ακάθεκτη…
Ο τόμος τελειώνει, το μυστήριο δεν έχει αποκαλυφτεί, κοιλιές δεν υπήρξαν, η μαγικότητα παρέμεινε, η συνέπεια της χρονικής περιόδου με όλο το βάρος και την ανελευθερία δε χάλασε πουθενά, η χημεία του πρωταγωνιστικού ζευγαριού υπάρχει. Τι δεν υπάρχει; Συνέπεια στο βάθος. Αυτή είναι η αίσθηση: ξεκινάει να κόψει κι ενώ διαπερνά την επιδερμίδα, σταματά. Υπάρχουν ωραίες φράσεις, που καταλήγουν ενδιαφέροντα τσιτάτα, αλλά αυτό δεν είναι αρκετό.
Δε συνειδητοποιεί ότι ουρλιάζει όταν αρπάζει εκείνο το πριόνι κι αρχίζει να κόβει πάνω απ’ τον καρπό του. Η σάρκα υποχωρεί σαν υγρός πηλός, αλλά, όταν η λάμα φτάνει στο κόκαλο, τον πιάνει έντονη ναυτία. Δε σταματάει. Βάζει όλες του τις δυνάμεις. Οι κραυγές του πνίγουν το θόρυβο που κάνει το οστό καθώς σπάει κάτω απ’ την πίεση της μεταλλικής λάμας. Μια λίμνη από μαύρο αίμα απλώνεται στα πόδια του. Μπορεί να δει ότι το μόνο που ενώνει το χέρι με το σώμα του είναι ένα κομμάτι δέρμα. Ο πόνος έρχεται μετά, σαν άγριο κύμα. Μόλις και μετά βίας το παίρνει είδηση όταν η πόρτα του κελιού ανοίγει κι ο δεσμοφύλακας γονατίζει πλάϊ του. Έχει φέρει ένα κουβά γεμάτο καυτή πίσσα.