ΑΛΛΟΚΟΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ
Δοκίμιο για την οριακή εμπειρία των ιδεών
Νικήτας Σινιόσογλου
Εκδόσεις Κίχλη Kichli Publishing
Α ρε Νικήτα!! Οι αποσυνάγωγοι σε χαιρετούν!!
Τι δουλειά έχει ένας μπουζουξής να διαβάζει Σινιόσογλου, και ειδικά τον Αλλόκοτο Ελληνισμό; Κλασική περίπτωση (ο μπουζουξής) θα έλεγα ανθρώπου της γενιάς του που δεν μπόρεσε καθόλου εύκολα να προσαρμοστεί στις ήδη υπάρχουσες λίστες που σε καταχωρούν με βάση το επάγγελμα, την μόρφωση, την τάξη, τις σπουδές, το φύλο, το φίλο κ.α. Καμία ιδιαίτερη διαφορά δηλαδή με τους υπόλοιπους -ήδες (ταξιτζήδες, φορτηγατζήδες, μπετατζήδες και λοιποί που έχουν και άλλες…καταλήξεις), "λαϊκά" παιδιά που έχουν ανάγκη να αποδράσουν από αυτήν την επινοημένη λαϊκότητά τους. Γνήσιος κληρονόμος της ρευστότητας της ύστερης νεοτερικότητας, που προσπαθεί να αποκαταστήσει το αντιηρωικό στοιχείο εντός του, να επανεκτιμήσει το λανθάνον και να το μετουσιώσει σε ηθική της επιβίωσης, αυτός ο μπουζουξής καταλήγει να καταπιαστεί με την περίπτωση Σινιόσογλου, που του επιτρέπει να νιώσει (ή να ξανανιώσει) πιο οικεία με το ανοίκειο. Ο Σινιόσογλου είναι ένας βυθομέτρης των ιδεών, ένας ιστορικός του ανεπίσημου, του απωθημένου, ένας αναθεωρητής της ιστορίας, ένας ερμηνευτής του περιθωρίου των ιδεών. Μάλλον προσπαθεί κι αυτός να εξερευνήσει τις δικές του ουτοπίες, ατοπίες, ετεροτοπίες. Ψάχνει να βρει το πάθος και την ορμή που κινεί την ιστορία της φιλοσοφίας και ίσως και τις δικής του ιστορίας, και για να το πράξει επιλέγει να κινηθεί προς την περιφέρεια. Αντικείμενο φιλοσοφικής μελέτης, μας ενημερώνει, δεν είναι μόνον ο υψηλός στοχασμός ενός Βολταίρου ή ενός Καντ, αλλά ο τρόπος που συναντήθηκαν με τον στοχασμό αυτόν και αντέδρασαν πρόσωπα καταδικασμένα δια παντός στις υποσημειώσεις της παγκόσμιας ιστορίας της φιλοσοφίας. "Η πάλη με τις ιδέες, κατόπιν η πάλη με τους φορείς άλλων ιδεών είναι ήδη φιλοσοφία και άρα ζήτημα της ιστορίας της φιλοσοφίας". Αυτή η φράση θα μπορούσε να αποτελεί το άλλοθι όλων εμάς των αποσυνάγωγων που φιλοδοξούν οι μάχες με το λανθάνον εντός τους κι εκτός τους, να αποτελέσει κάτι άξιο λόγου. Αυτή η οντολογικού τύπου ματαιοδοξία χρειάζεται μια νέα μυθολόγηση. Ο Σινιόσογλου λοιπόν μας προτείνει μια γλώσσα ερμηνείας που προκύπτει από τη γοητεία που ασκούν τα ίδια της τα ευρήματα. Ο ίδιος εικάζει τις σκέψεις των συγγραφέων που καταπιάνεται, τις ανασυνθέτει για να "αισθητικοποιήσει" τη γραφή τους. Μια αναμάγευση του λόγου λοιπόν λαμβάνει χώρα σε αυτό το πόνημα. Γνωρίζει πως είναι αδύνατον να διαβάσει κανείς το ίδιο κείμενο δύο φορές, και με αυτή τη συνθήκη παιχνιδίζει. "Η στιγμιαία αισθηματοποίηση ύλης, χώρου και λόγου παραπέμπει στην ανάγκη μονιμότερης συμφιλίωσης και εναρμονισμού με το αμετάκλητο". Κι όπως αλλού μας ενημερώνει περιγράφοντας τον Πλήθωνα: "Παραδόξως το μήνυμα διασώζεται όσο παραμένει αναφομοίωτο και μη αναγώγιμο".
Εφτά περιπτώσεις ανθρώπων λοιπόν του κεντρίζουν το ενδιαφέρον, και προσπαθεί να εντοπίσει σε αυτές έναν αλλόκοτο νου που εγελιανά ιστορικοποιείται στις ακρώρειες των ιδεών, και αποτελεί διαχρονικό διαμορφωτικό παράγοντα της ιστορίας με τον ίδιο τρόπο που το πράττει το ασυνείδητο στην προσωπική ιστορία του καθενός μας.
Πρώτη περίπτωση ο Κυριακός Αγκωνίτης που στο μεταίχμιο ύστερου Βυζαντίου και πρώιμης Αναγέννησης μετατρέπει τη ζωή του όλη σε επίσκεψη ερειπίων, σε μια εποχή που η αρχαιολογία δεν είχε κάνει ακόμη την εμφάνισή της. Βλέπει για πρώτη φορά ό,τι συνήθως κάποιος προσπερνά ως αυτονόητα οικείο. Ένας flâneur που προσπαθεί να "συναντά το βλέμμα των ίδιων των πραγμάτων τη δεδομένη στιγμή". Το σχόλιο ότι "η λειτουργία της ενθύμησης ταυτίζεται με το αντικείμενό της" είναι μοναδικό. Και αλλού: "Τόσο η συλλογή ενθύμιων, όσο και η ενθύμηση μοιράζονται μια θρησκευτική καταγωγή, απηχούν τη μαγικοθρησκευτική δύναμη επίκλησης που ενοικεί στην ύλη, αυτή που γεφυρώνει τη διάκριση υποκειμένου και αντικειμένου". Άλλωστε "η στιγμιαία αισθηματοποίηση της ύλης χώρου ή νεκρών, παραπέμπει στην ανάγκη μονιμότερης συμφιλίωσης και εναρμονισμού με το ανέκκλητο".
Δεύτερη περίπτωση ο Γεμιστός Πλήθων, ο τελευταίος μεγάλος φιλόσοφος πριν την Αναγέννηση, ο οποίος κατέθεσε συμβουλευτικούς λόγους που σκοπό τους είχαν να νουθετήσουν τους νεαρούς ηγεμόνες. Ο στόχος του διπλός: α)να ανατρέψει ό,τι ονομάζει ασθένεια των πραγμάτων, β)να παλινορθώσει τη χαμένη «σπουδαιότατη πολιτεία». "Στρεφόταν ενάντια στη γιγάντωση της εκκλησίας και στη διαρκή συρρίκνωση της πολιτικής εξουσίας", μια εντελώς ουτοπική στάση για εκείνη την εποχή. Εδώ ο Σινιόσογλου μας παραδίδει μια πραγματεία περί ουτοπίας και αλήθειας. Εντυπωσιακή επίσης η ανάλυσή του για τις ετεροτοπίες, χώροι δηλαδή που συγκροτούν τη μεθόριο της κανονικής ζωής της πόλεως, που ο χρόνος σταματά, όπου οι νόρμες κοινότητας και πόλεως αλλοιώνονται ή τίθενται προσωρινά εντός παρενθέσεως (νοσοκομεία, θέατρα, νεκροταφεία, φυλακές, πορνεια, στρατόπεδα κ.τ.λ). Το μήνυμα του Πλήθωνα κατά Σινιόσογλου είναι το αντινομικό του βίωμα, το μήνυμα είναι η ένταση.
Τρίτη περίπτωση ο έλληνας μισθοφόρος Μάρουλλος Ταρχανιώτης, ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της ιταλικής αναγέννησης, όπου μετά την άλωση της Πόλης μετατρέπεται σε έκκεντρο πλάνητα, γεωγραφικά και γλωσσικά. Αυτή η ανεστιότητά του αποτέλεσε την πηγή έμπνευσης του.
Τέταρτη περίπτωση ο αφορισμένος εκφραστής του ριζοσπαστικού Διαφωτισμού στην Ελλάδα, Χριστόδουλος Παμπλέκης. Ο Παμπλέκης προσκρούει στις συνθήκες πολιτικού ελλείμματος όπου οι λέξεις χάνουν το νόημα τους, γίνονται αντικείμενα σφετερισμού και οικειοποίησης και καταλήγουν όργανα επιβολής καταστάσεων ακριβώς αντίθετων από τα πραγματικά τους σημαινόμενα. Γι’ αυτούς τους λόγους κάνει μια προσπάθεια να επαναφέρει τη σημασία λέξεων της αρχαίας φιλοσοφίας που έχουν αλλοιωθεί από τα χριστιανοκρατικά καθεστώτα. Ο Σινιόσογλου επαναφέρει τον ριζοσπαστικό διαφωτιστή Παμπλέκη για δύο λόγους όπως αναφέρει. Πρώτον επειδή αναδεικνύει την κρυφή αξία των άκρων της ιστορίας της φιλοσοφίας και δεύτερον επειδή οι μετριοπαθείς ιδέες συνδέονται με τις ριζοσπαστικές εκδοχές τους με έναν αθέατο διανοητικό ομφάλιο λώρο.
Πέμπτη περίπτωση ο αιρετικός Θεόφιλος Καΐρης, ο οποίος ενάντια στη κοινή λογική προσπάθησε να ιδρύσει μια νέα θρησκεία. Μια πραγματεία για το τι σημαίνει ορθός λόγος, ποια η σχέση του με αυτό που ονομάζουμε αλήθεια, και ποιες μπορεί να είναι οι αξιώσεις του όταν αυτός συγκρούεται με τον κοινό νου. Αναφέρει: "Στα ακρότατα όριά της η εμπιστοσύνη στον ορθό λόγο φαίνεται έξωθεν να εκφυλίζεται σε ανορθολογισμό". Και αλλού: "Στην ακραία εκδοχή του το διαφωτιστικό πρόταγμα της αυτονομίας του ορθού λόγου αυτοϋπονομεύεται, αυτοαναλίσκεται, κατατρώει τα ίδια του τα σωθικά. Διότι κάθε απόλυτα βιωμένη εκδοχή του ορθού λόγου προσκρούει στον κοινό νου των άλλων, στη λειτουργική αξία της ευλογοφάνειας και στην αδιαφάνεια της ανθρώπινης συνύπαρξης".
Έκτη περίπτωση ο "χαμερπής" ριζοσπαστικός διαφωτιστής Παναγιώτης Σοφιανόπουλος, ο οποίος υπήρξε σεσημασμένος αντικληρικαλικός συγγραφέας. Προσέφυγε στο ανοίκειο χρησιμοποιώντας στα κείμενα του οριακή, φαρσική, σαρκαστική γλώσσα με σκοπό να προκαλέσει. "Ανακαλύπτει στην υπονόμευση και στη φάρσα, στη συγκρουσιακή διάθεση και στην επιθετικότητα ένα εξαιρετικό εργαλείο να αναφαίνονται ιδέες, να προκύπτουν άμεσα καταστάσεις και να εκτονώνεται το προσωπικό διανοητικό κεφάλαιο που σιγοβράζει". Και ξανά: "Τα όρια του Διαφωτισμού αναφαίνονται όταν άνθρωποι που κατ’ εξοχήν επικαλούνται τη νομοτέλεια του ορθού λόγου και επίμονα διατυπώνουν το αίτημα για την προοδευτική τελειοποίηση της ανθρώπινης κοινωνίας καταλήγουν να εκφράζονται σε ρευστά ιστορικά συμφραζόμενα με τρόπους που αντιμάχονται την συλλογική εννοιολόγηση του ορθολογικού".
Η έβδομη, τελευταία και πιο αγαπημένη περίπτωση του Κωνσταντίνου Σιμωνίδη, ένός συνειδητού κι επί σκοπώ παραχαράκτη και πλαστογράφου ιστορίας, τεκμηρίων κι εν τελεί του ίδιου του του εαυτού. Υπονομευτής της "νεωτερικής εμμονής με τη γνησιότητα, τη λατρεία του αυθεντικού". "Ο Σιμωνίδης θρασύτατα καταργεί τη μεγαλύτερη κατάκτηση της επιστήμης της φιλολογίας, την ακαδημαϊκώς ορθή συνάρτηση ήθους και επιστημονικής μεθόδου. Δημιουργεί μιαν ανεξάρτητη γκρίζα ζώνη ανάμεσα στη φιλολογική παράδοση και στην πρόσληψή της όπου τα πάντα είναι δυνατά. Η παλαιογραφία δεν υπηρετεί πια την ιστορία και την αλήθεια• τολμά να τις παράγει εκ νέου". Κατάφερε να εξαπατήσει και τα πιο οξυδερκή πνεύματα της εποχής. Εκπληκτική η ανάλυση που κάνει ο Σινιόσογλου για τη γνώση. Διασταυρώνεται κειμενικά με τον Βιτγκενστάιν για να μας παραδώσει έναν Σιμωνίδη γνήσιο αντιρρησία συνείδησης. Το ίδιο πράττει και περί πλαστότητας. "Για τον Σιμωνίδη εθνικά επωφελής είναι η δημιουργική φαντασία μάλλον παρά οι περί αλήθειας συμβάσεις". "Ο Σιμωνίδης προοδευτικά προχώρησε σε ένα σύμπαν όπου απάτη και προβοκάτσια δεν είναι πρόθεση παρά σύμπτωμα απεριόριστων δυνατοτήτων ενός γνήσια μεταιχμιακού λόγου, ενός λόγου αδάμαστου και ισχυρότερου από τη λογοτεχνία, τη φιλολογία ή το γράμμα του νόμου. Στη γκρίζα ζώνη μεταξύ φιλολογίας και αντί-φιλολογίας έκανε πράξη το ελευθεριακό πρόταγμα του Μαρκήσιου ντε Σάντ: «Τα πράγματα έχουν την αξία που τους δίνει η φαντασία μας»".
Το επίμετρο είναι ένα διαμάντι που όποιος ενδιαφέρεται για την ανοικειότητα των ιδεών, του αρκεί για να αγοράσει το βιβλίο. Σε συνθήκες κατεπείγοντος κινούμαστε είτε στο μέσον για να ενωθούμε με άλλους, είτε έκκεντρα για να αποκτήσουμε συνείδηση εαυτού. Στη δεύτερη περίπτωση εντάσσονται οι προσωπικότητες που καταπιάνεται ο συγγραφέας, όπου η άτεγκτη ακεραιότητά τους έτεινε προς την εκκεντρικότητα και την απομόνωση. Εξερευνώντας τα όρια της φιλοσοφίας, όπως άλλωστε πράττει και στις Μαύρες Διαθήκες, διαγιγνώσκει την απροθυμία της ιστορία της φιλοσοφίας να εξορμά ως τα όρια της. "Φιλοσοφία δεν είναι βεβαίως μόνον η διατύπωση θεωρητικών στοχασμών, αλλά κι ο τρόπος που βιώνω τις ιδέες μου, έστω κι αν αυτός με απομακρύνει απο τη κοινότητα που υποτίθεται πως επιθυμώ να προσεταιριστώ. Η οριακή εμπειρία των ιδεών ωθεί στην πράξη της εξαίρεσης, εκφράζει ένα είδος Ανάγκης της Σκέψης, ή -με πιο πεζούς όρους- διανοητικού καταναγκασμού που έχει ελάχιστα μελετηθεί". Εξερευνά την ατοπότητα, την ουτοπία, την ορθολογικότητα, το στοιχείο του εξαίφνης που συνοδεύει το αλλόκοτο, το ανοίκειο ως πανταχού παρόν και λανθάνον, την πρωτοπορία και την μεθοριακότητα. "Το αλλόκοτο δεν διαλέγεται παρά σημαίνει. Αλλόκοτο είναι ότι αντιστέκεται". Εξερευνά επίσης τη σύνδεση παρέκκλισης και ζωής. "Χωρίς διασφάλιση της απόκλισης αδύνατον να συντηρηθεί η δυνατότητα νέων σχηματισμών, άρα της δημιουργίας εν γενεί". "Να πράττω όπως θέλω και ελεύθερα σημαίνει να διατηρώ τη δυνατότητα να λοξεύω". Ασκεί κριτική σε μια αποπροσωποποιημένη και κειμενοκεντική αντίληψη περί φιλοσοφίας. "Και η πάλη, το βίωμα των ιδεών είναι φιλοσοφία, τουλάχιστον όσο είναι ο νεοσχολαστικός σχολιασμός των λέξεων που φέρουν τις ιδέες". Και τέλος: "Ό,τι μετριοπαθώς νομίζουμε πως είμαστε έλκει εν μέρει την καταγωγή του από την λησμονημένη οριακότητα κάποιων άλλων".
Κριτική
Καταφάσκοντας το αλλόκοτο επιλέγω κι εγώ να ασκήσω κριτική στον άνθρωπο που με εμπνέει πώς να το πράττω. Αυτό το θεωρώ μεγάλο απόκτημα από την επαφή μου με τα γραπτά του Σινιόσογλου. Το πώς δηλαδή να διαλέγομαι ποιοτικά με τη σκέψη των άλλων.
Ο Σινιόσογλου φαίνεται λοιπόν (ταυτιζόμενος ίσως εν μέρη με τις προσωπικότητες που καταπιάνεται) να καταφάσκει υπέρ μιας εγωτικής σκέψης που αψηφά τον κοινό νου προς όφελος της αλήθειας του εαυτού. Θα έλεγε ίσως κάποιος όμως θιασώτης του σχεσιακού υποκειμένου ότι η αλήθεια μπορεί να βιωθεί εξίσου μέσα στην συγχώνευση με τον Άλλο. Στην ίδια γραμμή επίσης μας λέει πως "η εναντίωση μόνο κατοχυρώνει τον εγωτικό πυρήνα, εγγυάται ότι ο εαυτός είναι πάντα εκεί, τον διασφαλίζει κάπως και προφυλάσσει από τις παραχωρήσεις και τις εκχωρήσεις". Οι ποιοτικά διαφορετικές “διαλεκτική” και “διαλογική” μπορούν ίσως να εκμεταλλευτούν αυτές τις παραχωρήσεις και εκχωρήσεις ως ικανότητα για εμπλουτισμό του εαυτού, προς όφελος ίσως κι ενός αισθήματος ανήκειν σε ένα όλον. Μας λέει πως "ο ένδον εαυτός συντηρείται και ξεσταχιάζει ενόσω μονώνεται. Θρέφεται επειδή μένει ανεπικοινώνητος". Θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος και το αντίθετο: ό,τι ονομάζουμε ένδον εαυτό συντηρείται λόγω της σχέσης του με το Άλλο. Γιατί να είναι περισσότερο άξια η ειλικρίνεια μιας ατομικής μη αναγώγιμης αλήθειας (που εφόσον διατυπώνεται στο λόγο είναι και ρευστή) και όχι η αποδοχή του συλλογικού και ατομικού ψεύδους ως αναγκαίας συνθήκης για την ύπαρξη; Δεν νομίζω ότι κι ο ίδιος θα διαφωνούσε με έναν τέτοιο προβληματισμό. Άλλωστε διαπιστώνει αλλού πως σε συνθήκες κατεπείγοντος η ανάγκη μας για επιβίωση μπορεί να κινηθεί και στις δυο κατευθύνσεις. Θα ήθελα πολύ περισσότερο ανάλυση με ψυχαναλυτικές προεκτάσεις. Δεν μπορεί να μην είχε και ψυχικές αιτιάσεις αυτή η μεθοριακότητα. Θα είχε ενδιαφέρον ένα δοκίμιο που θα μελετούσε την έλξη που μας ασκεί το διαφορετικό, το αναπάντεχο, το μονογενές. Και αυτό κυρίως από αυτές τις ψυχικές αιτιάσεις. Όπως και να 'χει όμως ο Σινιόσογλου για άλλη μια φορά αποτέλεσε αφορμή για ιδεολογικό και υπαρξιακό ξεστράτισμα, αναγκαία συνθήκη για να αντέξει κάποιος το φορτίο μιας μηδενιστικής εννοιολόγησης της ύπαρξης του.