Τρεις περίπου δεκαετίες μετά τον Παναγή Κουταλιανό, μια νέα γενιά περιπλανώμενων παλαιστών θα περιδιαβεί την Ελλάδα στήνοντας παραστάσεις και εξωτικά θεάματα προς τέρψιν του κοινού. Οι όροι της εποποιίας έχουν προ πολλού αντιστραφεί: οι ήρωες δεν είναι ήρωες, αλλά ατίθασοι νέοι που μάχονται για λίγες δεκάρες στις πλατείες των πόλεων και των χωριών. Μια βαριά αλυσίδα πεσμένη στο χώμα κρύβει τα τρωτά της σημεία, το να πείσεις για τις υπεράνθρωπες δυνάμεις σου είναι μεγάλη τέχνη. Ωστόσο, μετά το τέλος της παράστασης -μετά το τέλος κάθε παράστασης- παραμονεύει η λήθη.
Ο Δημήτρης Καρακίτσος γεννήθηκε στον Βόλο το 1979. Έχει εκδώσει τα βιβλία: Οι γάτες του ποιητή Δ.Ι. Αντωνίου (Το Ροδακιό, 2012), Βένουσμπεργκ (Αντίποδες, 2015), Παλαιστές (Ποταμός, 2016), Ιστορίες του Βαρθολομαίου Ολίβιε (Ποταμός, 2017), Ζαχαρίας Σκριπ (Ποταμός, 2019), Ιστορίες της Μάντσας (Θράκα, 2020), Ο δον υπαστυνόμος (Αντίποδες, 2020), Για να μην αποτύχουμε όπως οι Μπιόρλινγκ και Καλστένιους (Ποταμός, 2022).
Οι συνταγές για να γράψει κανείς ένα βιβλίο είναι πολλές και επιτυχημένες και αρκετές από αυτές δεν ξεφεύγουν από τα κλισέ. Χρησιμοποιώ εδώ τον όρο κλισέ γιατί αρκετοί βιβλιόφιλοι και κριτικοί βιβλίων πιστεύουν ότι για κάθε είδος πρέπει να ακολουθούμε βασικά κλισέ. Ωστόσο τί συμβαίνει όταν ο συγγραφέας/ποιήτης αποφασίζει να γράψει σπάζοντας/καταπατώντας τα κλισέ και τις δομές και να πειραματιστεί ή έστω να έρθει αντιμέτωπος με τις επιρροές και τα φαντάσματά του ; Ο Δημήτρης Καρακίτσος δοκιμάζει αυτή τη φορά κάτι τολμηρό (ίσως να είναι και έτσι) ή έστω "λαϊκό" και σίγουρα πρωτότυπο, να σεργιανίσει μέσα σε "δρόμους" πρωτόλειους και αφτιασίδωτους, αγνούς και ξεχασμένους. Το σκηνικό του είναι η Ελλάδα του τέλους του 19ου και μέσα περίπου (ίσως έως και το '60) του 20ου αιώνα. Οι πόλεις και η επαρχία, οι μικρές γωνιές (τα καφενεία, οι πλατείες). Οι άνθρωποι: οι παλαιστές, οι νταήδες, τα αλάνια, οι αρκουδιάρηδες, οι καφετζήδες, οι ανθρωποι της υπαίθρου, τα παιδιά, οι γυναίκες, ο έρωτας, το τραγούδι. Ο τρόπος: η αφήγηση -λαϊκή και ναίφ, με απλές και κοφτές προτάσεις, χωρίς κρυμμένα νοήματα, καταλήξεις ονομάτων με (-αρα) για έμφαση στο μεγάλο και το σπουδαίο χαρακτήρα, ιστορικό πέρασμα από γεγονότα κοινωνικο-οικομικα της κάθε εποχής (όπως και λογοτεχνικα και ζωγραφικά).Το επιμύθιο και το παράρτημα αποτελούν το κλειδί και την ποιητκή της γραφής του Καρακίτσου.
Μετά τον υπέροχο "Δον Υπαστυνόμο" του, και έπειτα από παροτρύνσεις δυο φίλων των οποίων το αναγνωστικό γούστο εμπιστεύομαι απόλυτα, αποφάσισα να συνεχίσω την ανάγνωση των απάντων του Δημήτρη Καρακίτσου, με τους "Παλαιστές", μια κοινωνιολογική-ιστορική καταγραφή της μετά τον Παναγή Κουταλιανό γενιάς περιπλανώμενων παλαιστών, που περιδιαβαίνει την Ελλάδα στήνοντας παραστάσεις και εξωτικά θεάματα προς τέρψιν του κοινού. Οι όροι της εποποιίας έχουν προ πολλού αντιστραφεί: οι ήρωες δεν είναι ήρωες, αλλά ατίθασοι νέοι που μάχονται για λίγες δεκάρες στις πλατείες των πόλεων και των χωριών. Μια βαριά αλυσίδα πεσμένη στο χώμα κρύβει τα τρωτά της σημεία, το να πείσεις για τις υπεράνθρωπες δυνάμεις σου είναι μεγάλη τέχνη. Ωστόσο, μετά το τέλος κάθε παράστασης παραμονεύει η λήθη. Χάρη στην πρωτότυπη έρευνα και στην πένα του Καρακίτσου, που ζωντανεύει πρόσωπα και καταστάσεις με απαράμιλλη δεξιοτεχνία, οι παλαιστές αυτοί του μεσοπολέμου, αγράμματοι στην πλειονότητά τους, μα εφευρετικοί, δεν θα ξεχαστούν ποτέ -είτε υπήρξαν είτε όχι. Άλλο ένα εξαιρετικό βιβλίο που με κέρδισε από την πρώτη ως την τελευταία σελίδα, δίχως να έχω καμιά σχέση με το άθλημα και τις παλαίστρες. Σίγουρα το κείμενο με γοήτευσε ως κοινωνική επιστήμονα, καθώς εντάσσεται κατά μία έννοια στις πολιτισμικές σπουδές (με στοιχεία μυθοπλασίας, βέβαια) και είναι μια σπουδή στη λαϊκή κουλτούρα και σε μια Ελλάδα προ πολλού χαμένη -που κάπως γνώριζα μέσα από αφηγήσεις γηραιότερων, αλλά και ταινίες και βιβλία. Πάνω απ' όλα όμως το αγάπησα ως αναγνώστρια, γιατί μέσα από την αταξία των ιστοριών και των πληροφοριών προκύπτει ένα δεμένο και γοητευτικό λογοτεχνικό αποτέλεσμα.
Ένα από τα λίγα βιβλία της ελληνικής πεζογραφίας της δεκαετίας που διανύουμε που μου τράβηξε την προσοχή, είναι το συγκεκριμένο. Πρώτα-πρώτα μου τράβηξε την προσοχή το πολύ ωραίο και ιδιαίτερο εξώφυλλο και μετά μου φάνηκε εξαιρετικά ενδιαφέρουσα η θεματολογία του. Όμως μια η τσιμπημένη τιμή σε σχέση με το μέγεθος του βιβλίου, μια που δεν υπάρχουν πολλές κριτικές για την ποιότητά του σαν έργο, με απέτρεψαν από το να το αγοράσω από βιβλιοπωλείο. Τελικά έτυχε να το βρω μεταχειρισμένο με τέσσερα ευρώ και το αγόρασα. Και το διάβασα τσακ-μπαμ.
Ωραίο βιβλιαράκι, με πρωτότυπο θέμα για τα ελληνικά δεδομένα, που ασχολείται κυρίως με λησμονημένους παλαιστές των τελών του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου. Ο συγγραφέας δίνει μεγαλύτερο βάρος σε άγνωστα ονόματα του χώρου. Όλοι γνωρίζουμε λίγο έως πολύ τον Τζιμ Λόντο, τον Κουταλιανό, τον Τόφαλο, για τον έναν ή τον άλλο λόγο. Όμως ποιος ξέρει των Αποστολάρα, τον Σαμουήλ τον Εβραίο, τον Κουλάδη, τον Πέπο και τον Ψωμά κ.α.; Μόνο κάτι γερόντια ίσως και ο Καρακίτσος, που πρέπει να έριξε κάμποση έρευνα σε σκονισμένες εφημερίδες και παλιά περιοδικά, για να βρει λίγες πληροφορίες σχετικά με τους παλαιστές και το θέαμα που προσέφεραν. Δεν είναι να πεις ότι ψάχνεις στο ίντερνετ και βρίσκεις αμέτρητες πληροφορίες για τον έναν και τον άλλο παλαιστή.
Γνωρίζουμε διάφορους τυπάδες που έβγαζαν τα προς το ζην στις παλαίστρες και σε διάφορες χαμαλοδουλειές. Οι παλαιστές ίσα που τα έβγαζαν πέρα, έπρεπε να κάνουν και άλλες δουλειές για να επιβιώσουν, ήταν άνθρωποι αγράμματοι και απλοϊκοί. Πολλοί από αυτούς, όμως, ήταν ξηγημένα παλικάρια. Το βιβλίο είναι πολύ ωραία γραμμένο, διαβάζεται ευχάριστα και πολύ γρήγορα, σε ταξιδεύει πίσω στον χρόνο, αναδεικνύει μια άλλη εποχή, μια άλλη Ελλάδα. Χάρηκα που το διάβασα.