Ξεκινώντας από το ημερολόγιο του παρθενικού του ταξιδιού στη Νέα Υόρκη, ο Γιάννης Κιουρτσάκης περιγράφει το κράμα θάμβους και απορίας που κυριεύει έναν άνθρωπο ριζωμένο στην προνεωτερική παράδοση του τόπου του μπροστά σε τούτη την κοσμόπολη - «θριαμβικό κατόρθωμα» της νεωτερικότητας, αλλά και σύμβολο της περιπλάνησης στον ρευστό μετανεωτερικό μας κόσμο. Ο προσωπικός διάλογος με τις μύριες φωνές της πολυπλόκαμης μητρόπολης οδηγεί τη σκέψη του προς τα πίσω: στους θαλασσοπόρους, τους μετανάστες, την άγρια Δύση. Ψηλαφεί στα κτίρια και στις χειρονομίες των ανθρώπων τις ανθρωπολογικές ρίζες του αμερικανικού τρόπου ζωής.
Συναισθάνεται ότι αυτό το πρότυπο έχει εξαπλωθεί σε όλη την οικουμένη, φυτεύοντας μιαν Αμερική μες στην ψυχή του καθενός μας, τόσο βαθιά ώστε να κάνει μάταιη την αντίθεση μεταξύ φιλοαμερικανισμού και αντιαμερικανισμού. Όμως, την ίδια στιγμή, διαπιστώνει πόσο μακριά βρίσκεται η Αμερική της Αμερικής από την Αμερική του κόσμου.
Έτσι, το οδοιπορικό γίνεται λίγο-λίγο ένα αφηγηματικό δοκίμιο που, ξετυλίγοντας το νήμα της πλοκής του από τα χρόνια του Κολόμβου ως την πρόσφατη οικονομική κρίση και την εκλογή του Ομπάμα, στοχάζεται τη σημερινή κατάσταση της πόλης, της πολιτικής, της οικονομίας και της τέχνης – την κατάσταση του ανθρώπου. Και αναρωτιέται πώς θα μπορούσαμε να χτίσουμε πάνω στα ερείπια των ρημαγμένων αλλοτινών χωριών μας και στα αδιέξοδα της σύγχρονης παγκοσμιοποιημένης επαρχίας μας, το μελλοντικό οικουμενικό χωριό μας.
Ο Γιάννης Κιουρτσάκης (English: Yannis Kiourtsakis) είναι μυθιστοριογράφος και δοκιμιογράφος. Σπούδασε νομικά στο Παρίσι και έχει μελετήσει τον Σεφέρη, τον προφορικό πολιτισμό και το λαϊκό θέατρο. Έχει γράψει τη μυθιστορηματική τριλογία «Το Ίδιο και το Άλλο» και έχει τιμηθεί με σημαντικά ελληνικά λογοτεχνικά βραβεία.
Η πρόζα του Γιάννη Κιουρτσάκη έχει, ομολογουμένως, μεγάλο στοχαστικό βάθος. Όμως δεν είναι μόνο αυτό το δεδομένο που μας κάνει να κολλάμε πάνω της. Το γράψιμό του εκπέμπει ένα σπάνιο, ένα ακριβοθώρητο ήθος το οποίο δεν συναντάται συχνά στη λογοτεχνία μας. Και μια βαθιά, μια ειλικρινή αγωνία που δεν γίνεται να μην μας συγκλονίζει. Οι διακυμάνσεις του ρυθμού του (που άλλοτε επιβραδύνεται με έναν αριστοτεχνικά δομημένο μακροπερίοδο λόγο και άλλοτε επιταχύνεται με τη χρήση μικρών, απλών και κοφτών προτάσεων) είναι τόσο ισορροπημένες, τόσο σοφά ρυθμισμένες ώστε μας παρασύρουν αβίαστα στον χορό τους και αιχμαλωτίζουν την προσοχή μας από την αρχή μέχρι το τέλος. Λίγοι συγγραφείς, νομίζω, μπορούν να γράψουν ένα κείμενο για ένα ταξίδι τους (στη Νέα Υόρκη εν προκειμένω) και να μας δημιουργήσουν τέτοιες συναισθηματικές δονήσεις, τέτοια ρίγη στη ραχοκοκαλιά.