Τα ψοφοδεή κακάσχημα ξανθά τρολ της Ρηνανίας - κάποιας τρύπας της αββύσου αυτού του πλανήτη-προϊόντα ενδογαμίας με κουκούτσι μυαλό και ούτε έναν πατριωτικό εθνικοσοσιαλιστικό υπηρέτη που να μπορεί να αντιταχθεί στην πρόοδο του ναζισμού.
Ολόκληρη η πλάση όφειλε να κατανοήσει πως πριν, τα γεννήματα του Μεφιστοφελή, ζούσε σε μια τεράστια πλάνη. Τώρα με τη μαγική, βάρβαρη, σφαγιαστικά αιματηρή και κρυμμένη πίσω απο τα τείχη των στρατοπέδων συγκέντρωσης πολιτιστική έξαρση του πρωκτοκαταναγκαστικού συφερτού που πλαισιώνει τον Φύρερ, μόνο οι βλάκες θα μπορούσαν να ξεγελαστούν απο την επιφανειακή αυστηρότητα του
αρχαϊκού - στρατιωτικού ύφους ζωής.
Διότι στην πραγματικότητα ο ναζισμός και η νέα τάξη πραγμάτων κατά του ορθολογισμού της δημοκρατίας δεν θα βάδιζε προς τα εμπρός, θα κουτρουβαλούσε στην τσουλήθρα της προόδου για μια νέα ανθρωπότητα, γνήσια, άρια, άμεμπτη, κάτασπρη απο το τρίξιμο με αίμα και δάκρυα.
Το καλύτερο λευκαντικό της αφόρητα μοναδικής φυλής των ανώτερων στρωμάτων στην ιστορία της εξελιγμένης ανθρωπότητας.
Ο Φύρερ έγινε ο θεός, ο πλανητάρχης της πεμπτουσίας της γονιδιακής τελειότητας. Είχε για τους θιασώτες του θεϊκές ικανότητες και υπερκόσμιες δυνάμεις, κυρίως παρμένες απο την κόλαση και τον κάτω κόσμο των νεκρών που δεν έπρεπε να ζήσουν ούτε καν να υπάρχουν σαν έμβια όντα στον πλανήτη του που το σκοτάδι και η άβυσσος γίνονται ποίηση και καλλιτεχνική δημιουργία.
Ο Φύρερ ήταν ο χθόνιος θεός που έπειθε νοήμονες και ανοήμονες για τελείως διαφορετικούς λόγους,την κάθε παράταξη ανώτερης ή κατώτερης γνωσιολογικής ευφυΐας, να τον λατρεύει ή να νομίζει ή έστω να υποδύεται πως τον λατρεύει.
Κάθε λαός όφειλε να αισθάνεται για τον Φύρερ θαυμασμό, κυρίως δε οι λαοί με ροπή στην μύηση της μαγείας. Όλοι όσοι μισούσαν την φρικτή τυραννία του ορθολογισμού και το μικροαστικό φετίχ της προόδου, άξιζαν έναν αγκυλωτό σταυρό και μια επίφαση χαρακτηρισμών και αξιωμάτων.
Έτσι, διότι έπρεπε να πιστέψουν ένας- ένας και όλοι μαζί πως είναι κάποιοι διαφορετικοί, κάποιοι ιδιαίτεροι, κάποιοι που επιτέλους σαν καταραμένοι ποιητές επιστρέφουν απο το φως στα σκοτάδια και την άγια πολιτισμική κατάσταση της ανθρωπότητας.
Ποιητές και νεκροί, αίμα και τραγούδι, φόβος και ύμνος. Δοξολογία που υπερβαίνει τον πολιτισμό και πηγάζει απο τα μυστικά τρίσβαθα του κινδύνου.
Όταν ο φασισμός της ναζιστικής Γερμανίας φίλησε τα ματωμένα χείλη της υφηλίου, στα θέατρα της τέχνης και τις κινηματογραφικές αίθουσες της ζωής, το έργο που παιζόταν απέσπασε διθυραμβικές κριτικές και έγινε μανιέρα λατρείας και σωτηρίας. Ήταν ο Μεφιστοφελής, ήταν η γιορτή του Φάουστ, ήταν τα προεόρτια του ξεπουλήματος και της βάναυσης θανατικής περιπέτειας.
Κι όμως. Τότε, ίσως απερίσκεπτα, ίσως βεβιασμένα, μπορεί και έντονα τρομοκρατημένα τα πολλά μυαλά της ανθρωπότητας λαχτάρησαν την άβυσσο, την εμπειρία του ακραίου, τους θεσμούς εκτός δεσμών πολιτισμού. Εκεί όπου κατοικούν τα τέρατα και τα θηρία της ανορθόδοξης αποκάλυψης, εκεί οπού κανείς δεν μπορεί να προσφύγει στην ασφάλεια εταιριών και αστυνομίας, εκεί που κανένα λιμοκαθαρτήριο δεν μπορεί να προστατέψει απο την απο την ανελέητη επίθεση των στοιχείων της φύσης και της παραφύσης.
Ο Μεφίστο το ξεκαθάρισε εξ’αρχής απο όταν αυτοσυστήθηκε ως εγκληματίας πατριώτης και γνήσια χθόνιος άνθρωπος :
Δεν με γνωρίζεις ; Σκελεθρο! Βρόμα !
Τον κύριο και αφέντη σου δεν τον γνωρίζεις τάχα ;
Σε βλέπω και νιώθω μόνο αηδία.
Τι με κρατά, το χέρι μου να μη σηκώσω
Και να συντρίψω εσένα και όλη σου την κουστωδία !
Για την κόκκινη φορεσιά μου δεν έχεις καθόλου σεβασμό;
Του κόκορα δεν το αναγνωρίζεις το φτερό ;
Μήπως το πρόσωπο μου το έκρυψα ;
Το όνομα μου πρέπει ο ίδιος να κάνω φανερό ;
Και οι λαοί προσκύνησαν για να δεχτούν τη φρίκη. Χωρίς αμφιβολία, τώρα , ήξεραν πως θα απολαύσουν ατελείωτα μαρτύρια
και βασανισμούς όμως σύμφωνα με τα καταγεγραμμένα ιστορικά γεγονότα οι άνθρωποι παραμένουν υπερβολικά ήρεμοι και οι εκάστοτε βασανιστές δεν μπορούν να κάνουν με ηδονή και απόλαυση όλα όσα θα ήθελαν.
Που είναι η δημόσια μαστίγωση ;
Ο ανασκολοπισμός, οι αποκεφαλισμοί μπροστά σε πλήθη συνανθρώπων προς συνάνθρωπο ;
Που είναι η πυρά να τσουρουφλίσει όλους τους φαφλατάδες ανθρωπιστές και τους αμβλύνοες ορθολογιστές ;
Φέρτε καλύτερα την πυρά της ιεράς εξέτασης, είναι πιο πολιτισμένη, πιο απαρασάλευτη μπροστά σε ενοχές, τύψεις, πόνους, και αλήθειες που έγιναν μάγισσες με ξύλινα σκουπόξυλα ως κοντάρια ικανά να διασχίζουν κόσμους, υπόκοσμους, και εξωκοσμικούς εορτασμούς επίπλαστης συστολής για κάθε είδους βασανιστήρια.
Μόνο βιβλία κάηκαν ;
Τι ντροπή για αυτούς που χοροπηδάνε με χάρη και σκέρτσο πάνω στους νεκρούς.
Ο Φύρερ τουλάχιστον έταξε φωτιές στον ορίζοντα, ποτάμια αίματος στους δρόμους, μανιακός χορός των επιζώντων δίπλα απο ξεσκισμένα πτώματα, μια ποιητική ηδονή για λυρισμό και κατασκευές ριζοσπαστικής μεγαλοφυΐας και γνήσιου κυνισμού ντυμένου με δερμάτινα ενδύματα υψηλής ραπτικής και υλικά που θα μπορούσαν να γίνουν δωρητές ανθρώπινων οργάνων.
Ο Μεφίστο είναι αμιγώς η μαρτυρία του Κλάους Μαν παρά η δημιουργία του ως λογοτέχνη. Ένας λογοτεχνικός αταβιστικός ανθρώπινος τύπος αποτυπώνεται απο την πένα του συγγραφέα σε μια απόπειρα απεικόνισης μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου. Σίγουρα ο πρωτότοκος γιος του Τόμας Μαν δεν κληρονόμησε τους δαίμονες της σάρκας και του πνεύματος που έβρισκαν μέσα απο την ψυχή του πατέρα του πέρασμα και συνδετικό κρίκο, την θαυματοποιό ανάσα ανάμεσα σε πραγματικότητα/ πολιτική και φαντασία/ θεατρική.
Ο Κλάους Μαν γράφει για την αιμομικτική του αγάπη προς την νομοτέλεια της φύσης και της δικής του ταύτισης κόντρα στην υπερβολικά εγκρατή ζωή του πατέρα του. Παραμένει αιώνια νέος και πικραμένος αντίζηλος, με βαριά αναπηρία, που του χάρισε η διασημότητα και η ευφυΐα του Τόμας Μαν και ο κοινωνικός προορισμός που κάμπτεται απο την «αδελφική αδυναμία» τον οδηγούν πιθανόν στην αυτοκτονία, στα σαρανταδύο απεκδύεται μονομιάς το βάρος της σάρκας, της καρδιάς και του πνεύματος που δεν μπορεί να αποκρυπτογραφηθεί υπό το φως των σκοτεινών μεταμορφώσεων του.
👿🌈👿🌈👿🌈
Καλή ανάγνωση.
Πολλούς και σεμνούς ασπασμούς.