Hρθε και στάθηκε πάνω απ' την αστραφτερή Machules. Mε νωχελικές κινήσεις πέρασε στα χέρια του ένα ζευγάρι μαύρα γάντια κεντημένα όλο μ' ασημόκαρφα. Mετά φόρεσε τα γυαλιά του... Kοιτάχτηκε στο καθρεφτάκι. Δεν καταλαβαίνω κανέναν, μουρμούρισε μέσ' απ'τα δόντια του και σήκωσε αργά το πόδι του, το ζύγιασε και το τίναξε με δύναμη πάνω στο πεντάλ, καθώς τα γαντοφορεμένα χέρια του πέταξαν κι άρπαξαν το στριφτοκέρατο τιμόνι. Mαρσάρισε σκληρά, ώσπου ένα σύννεφο σκόνης ξεσηκώθηκε και τον τύλιξε. Mετά, πάντα χωρίς να βιάζεται, καβάλησε τη μοτοσυκλέτα. Kοίταξε δεξιά, αριστερά, κι ύστερα σφίγγοντας τη Machules μές στα σκέλια του, έδωσε όλο το γκάζι κι αναδύθηκε μέσα απ' το γαλανό σύννεφο της εξάτμισης σαν μαύρος άγγελος εκδικητής, ιππεύοντας τα εκατόν είκοσι βρυχώμενα μίλια της και χύθηκε στην άσφαλτο χαράζοντας μια ασημένια λάμψη μές στ' απομεσήμερο... Hταν Παρασκευή, ξημερώματα του κερατά. Δυό μέρες πρίν γνωρίσει την Tερέζα.
Ο Νίκος Νικολαΐδης ήταν σκηνοθέτης και συγγραφέας. Γεννήθηκε στην Αθήνα όπου έζησε και δούλεψε μέχρι το θάνατό του. Ήταν ο ίδιος σεναριογράφος και παραγωγός των ταινιών που σκηνοθετούσε, ενώ για αρκετά μεγάλο διάστημα δούλεψε και στη διαφήμιση. Από το κινηματογραφικό του έργο ξεχωρίζουν οι ταινίες Πρωινή περίπολος, Γλυκιά συμμορία και Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα, ενώ από τα βιβλία του ο Οργισμένος Βαλκάνιος έχει επανεκδοθεί πολλές φορές.
Οι ταινίες του έχουν διχάσει πολλές φορές κοινό και κριτικούς. Σε πλήρη αντίθεση με τις καθιερωμένες επιλογές στο σενάριο, τη θεματολογία και τον τρόπο κινηματογράφησης, έχουν γνωρίσει από την πολλαπλή βράβευση μέχρι την απαγόρευση προβολής. Οι χαρακτήρες του είναι συνήθως άνθρωποι στα όρια, σε παράλογες ή ακραίες καταστάσεις, που παίζουν το τελευταίο τους, συνήθως καμένο, χαρτί. Τα θέματα που συναντά συχνά κανείς στις ταινίες του Νικολαΐδη είναι η δεκαετία του '50 και το φιλμ νουάρ, το παιχνίδι μεταξύ σεξ και θανάτου, η συντροφικότητα κι ο έρωτας, η πάλη με κάθε λογής εξουσίες αλλά και με φαντάσματα του παρελθόντος.
Τον Νοέμβρη του 2005, μετά την ολοκλήρωση της ταινίας The Zero Years, ο Νίκος Νικολαΐδης δήλωσε την πρόθεσή του να σταματήσει να κάνει κινηματογράφο προκειμένου να ασχοληθεί με τη μουσική.
Είσαι μέσα; Ο Φάνης είναι ένας πολύ οργισμένος τυπάς που του αρέσει να πίνει μπύρες, να καβαλάει την machules του και να αλονίζει την άσφαλτο να τσακώνεται γιατί είναι οργισμένος και γενικά να δεν έχει αιτία και σκοπό στην ζωή του. Θα γνωρίσει την Τερέζα μια νεαρή πόρνη, θα ερωτευτούν και θα οραματιστούν ένα κοινό μέλλον μαζί αλλά η οργή θα μείνει.
Να πω την αλήθεια τελειώνοντας το βιβλίο ήθελα να πάρω ένα τηλέφωνο στις εκδόσεις να ρωτήσω μήπως στο εξώφυλλό έχουν γράψει τον Νίκο Νικολαϊδη για συγγραφέα και όχι τον Γιάννη Δαλιανίδη. Γιατί η διορατικότητα, ο ρομαντισμός και ο ποιητικός λόγος που υπάρχει στις ταινίες του εδώ απουσιάζει: οι ήρωες είναι πιο flat και από κρέπα, ο Φάνης ειδικά (γιατί γύρω από αυτόν είναι η ιστορία) γίνεται όσο πιο αντιπαθής μπορεί να γίνει: τσακώνεται με το παραμικρό, βρίζει τους πάντες, σχεδόν τραμπουκίζει τους γονείς του, ρίχνει ένα χαστούκο στην Τερέζα όταν τσακώνονται, πάει στην δουλειά όποτε θέλει και όλα αυτά επειδή είναι οργισμένος χωρίς όμως να βλέπουμε το γιατί, παρά μόνο μια άχρωμη υπόνοια ότι η κοινωνία είναι σάπια.
Το πρόβλημα του βιβλίου δεν είναι τόσο η έλλειψη σεναρίου αλλά η επέλαση όλων των στερεοτύπων της "επαναστατικής νεολαίας" τα οποία όμως δεν λειτουργούν και τόσο καλά. Ο Νικολαϊδης για κάποιο λόγο δεν πείθει ότι ο Φάνης έχει κάποιο δίκιο ή ότι είναι κάτι περισσότερο από ένα ρεμάλι. Η πρόζα, οι διάλογοι και οι περιστάσεις θυμίζουν περισσότερο ντεμέκ τηλεταινία των 80'ς με τον Πάνο Μιχαλόπουλο στο ρόλο του Φάνη και την Καίτη Φίνου στον ρόλο της Τερέζας, αλλά αν είναι να διαβάσουμε trash τουλάχιστον να το ξέρουμε να το κάνουμε χωρίς τύψεις...
Σαράντα χρόνια μετά σκέφτομαι ότι είναι κρίμα που ο Νικολαϊδης δεν έγραψε την συνέχεια της ιστορίας. Θα μπορούσε να γράψει το σίκουελ "Ο βολεμένος βαλκάνιος" που θα εξελίσσεται το 1984 που ο Φάνης θα έχει διοριστεί κλητήρας στην εφορία και θα οδηγάει πόνυ και το τρίτο μέρος ο "Ο χρεοκοπημένος βαλκάνιος" που ο Φάνης θα βγαίνει σε πρόωρη σύνταξη από την ΔΟΥ Πετρούπολης, η Τερέζα θα τον χωρίζει και οργισμένος ξανά θα παρατάει το SUV του, θα ξαναβρίσκει την Machules και θα πηγαίνει στην πλατεία Συντάγματος (πάνο μεργιά) για να φωνάξει "να καεί, να καεί το %%#$@ η βουλή".
Ο Φάνης είναι η προσωποποίηση του οργισμένου νιάτου. Τον εξοργίζει η σαπίλα της κοινωνίας, η εκμετάλλευση του μεροκαματιάρη, η διαφθορά της αστυνομίας, η επίδειξη του πλούτου, η αδυναμία της μάνας του, η στενοκεφαλιά του πατέρα του. Μόνη του αγάπη η πιστή του μοτοσυκλέτα, και είδωλα του ο Τσε Γκεβάρα και ο Τζέημς Ντήν. Η Τερέζα, υποψήφια ηθοποιός και προς το παρόν πόρνη, φτιάχνει σπυρί-σπυρί το κομπόδεμα της περιμένοντας τον καταλύτη που θα αλλάξει για πάντα την μίζερη ζωή της. Όταν οι δύο νέοι γνωρίζονται, μια εκρηκτική σχέση γεννιέται, και το ζευγάρι αποφασίζει να αφήσει πίσω του τα πάντα για να ξεκινήσει μια καινούρια ζωή μακρυά απ' όλους κι απ' όλα. Δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσίασε η ιστορία, ίσως επειδή δεν κατάφερα να ταυτιστώ με κανέναν από τους ήρωες της, αφού έχω αφήσει πίσω μου εδώ και πολύ καιρό τα χρόνια της εφηβικής "επανάστασης χωρίς αιτία". Εκτός αυτού, το βιβλίο δεν παρουσιάζει κατά την γνώμη μου κάποιο λογοτεχνικό ενδιαφέρον. Η γλώσσα είναι καθαρά περιγραφική. Ο συγγραφέας περιγράφει ξερά τις κινήσεις των προσώπων και μεταφέρει απλά τα λόγια τους σαν παρατηρητής, εντελώς αποστασιοποιημένος από τους ήρωες του και την ιστορία τους.
Αν αυτό το βιβλίο δεν όρισε την "γενιά του Decadence", κυριολεκτικά και μεταφορικά, μέσα από τους μύχιους κώδικες νεανικής, Εξαρχιώτικης αυτοκαταστροφής και το άφθονο rock'n'roll feeling του, φορτωμένο με τόνους προφυρού lipstick, τότε η γενιά αυτή δεν αυτοπροσδιορίστηκε ποτέ. Αγαπημένε, αξεπέραστε Νικολαίδη, χαρά σε όσους είχαν την τύχη να σε διαβάσουν στην εφηβεία τους! Ευτυχώς, κάποιοι δεν μεγαλώνουν ποτέ και κάποιοι παραμένονυ αθάνατοι.
Aν το ΑΙ ΚΕΝΤ ΓΚΕΤ ΝΟ ΣΑΤΙΣΦΑΞΙΟΝ ηταν βιβλιο τότε θα ήτα αυτότ ο βιβλίο. Πρόκειται για την απόλυτη αποτύπωση του λουμπεν του ντεκαντανς της παρακμης των μεγαλουπολεων οπου οι ανθρωποι σαπιζουν σαν τις μπανανες σε χωματερη της Κολομβιας. Ενα έπος μηδενισμου! Και δεν εχει νοημα να ψαξεις για νόημα σε αυτες τις σελίδες. Οι πραξεις του Φάνη δεν έχουν νόημαα ούτε η οργή του για όλα. Ούτε και ψαχνει δίκιο για κάτι ούτε κι ο Νικολαίδης προσπαθεί να τον δικαιώσει ούτε σκοπέυει να διδάξει επανάσταση. Απλώς αποτυπώνει μια κατάσταση και η αποτύπωση ειναι παραστατική σαν ψηφιακή φωτογραφία ! Οι διαλογοι του Φανη με τον γερο του και την μανα του ειναι ολη η ελληνικη κοινωνια. Επίσης και ο διάλογος της Τερέζας με τους γονείς της. Να δωσουν στο παιδί ότι ζητήσει για να κάνει καριέρα λεει η μάνα. Καριέρα σε τι άραγε; Καριέρα τύπου Τζουλιας Αλεξανδράτου. Να στα δωσω τα λεφτα σε συναλλαγματικές λέει ο πατέρας αλλα μονο για να παντρευτείς τον καλό γαμπρό. Αν κανείς θέλει να δει τι διάολο πηγε τόσο λάθος στο μπουρδελο που λεγεται ελληνικη κοινωνία δεν εχει παρα να διαβάσει αυτο το βιβλιο. Κατωτερο απο το Γουρούνια και τον Μοντεζούμε αλλα και παλι Νικολαϊδης. Και κάθε σκηνή δοσμένη με σκηνοθετικές οδηγίες. Ειχε πάντοτε μαζί του κονσέρβα ροδάκινο. Και έτρωσε και κάπνιζε. Σαν σκλάβος δούλευε και σαν αφέντης τρώγε έλεγε και γελουσε με το χάλι του και περνούσαν απο μπροστά του τ αυτοκίνητα για Κόρινθο, Κόρινθο - Πάτρα, Πάτρα - Πριντεζι, Ακόνα και έπειτα....τι σημασία είχε το έπειτα.
Έφυγες νωρίς, Δάσκαλε. Και δεν κατάφερες να κάνεις και ταινία αυτό το υπέροχο μυθιστόρημα όπως επιθυμούσες. Εγώ το διαβάζω και το ξαναδιαβάζω και ζωντανεύω μπροστά μου τις εικόνες που δεν γυρίστηκαν ποτέ.
Διαβάζοντας τις πρώτες σελίδες, ήμουν σίγουρη πως δεν θα καταφέρω να το τελειώσω. Σιγά σιγά με κέρδισε όμως. Έχει ιδιαίτερο χιούμορ και μια σχεδόν άγρια τρυφερότητα.
"Τους φοράνε και πράσινη στολή και τους βάζουν να φυλάνε τα κουτιά. Κι αυτοί κάνουνε τη δουλειά τ' αφεντικού. Χωροφύλακες οι λούστροι. Μ' ακούς ρε βούρλο, αυτοί 'ναι η πιο επικίνδυνη φάρα."
Ότι είναι ο Φύλακας στη Σίκαλη για την αμερικάνικη λογοτεχνία, είναι ο Οργισμένος Βαλκάνιος για την ελληνική. Παρότι μάλλον δεν φτάνει το μεγαλείο του μεταγενέστερου "Γουρούνια στον Άνεμο" (βλ. παλιότερο review), ο Βαλκάνιος είναι ένα έπος εφηβικής τρέλας που συνδυάζεται με τη γλυκιά εξαρχειώτικη παρακμή του Νικολαΐδη. Ο Φάνης έχει για ήρωες τον Μπράντο και τον Τζέιμς Ντιν, ένας μηχανόβιος επαναστάτης χωρίς αιτία, μιας και το να είσαι νέος και χαμένος κάποιες φορές είναι η μόνη αιτία που χρειάζεται. Μια ιστορία boy meets girl, με δυο παιδιά της νεότερης Ελλάδας παγιδευμένα σε μια κοινωνία που δεν μπορεί να τα καταλάβει. Και βέβαια το νησί όπου ονειρεύονται να αποδράσουν, γιατί για κάθε νεανικό έρωτα υπάρχει εκείνο το "νησί" όπου όλα θα είναι αλλιώς...
Καλτ! Ο οργισμένος χωρίς αιτία Βαλκάνιος Φάνης μιας παλιότερης εποχής σήμερα φαντάζει εντελώς παρωχημένος. Γιά όλους εμάς που έχουμε αγαπήσει το νικολαϊδικό σύμπαν και τους αντι-ήρωές του στις ταινίες, σ'αυτό το μυθιστόρημα ο ήρωας μοιάζει μακρυνός συγγενής της παρέας της Γλυκιάς Συμμορίας, δεν έχει βάθος ούτε και αιτιολόγηση αν και η ατμόσφαιρα της εποχής είναι διασκεδαστική για όποιον θυμάται λίγο τη δεκαετία '80 και τον απόηχό της. Ένα ενδιαφέρον είχε η περιπέτεια με την αστυνομία και την κράτησή του, στις περιγραφές του κλίματος και της αστυνομικής βίας. Ένα βιβλίο που είχε αντίκτυπο στην εποχή του και σ'εκείνη την επαναστατημένη γενιά, σήμερα όμως είναι ξεπερασμένο.