Η παρατεταμένη εφαρμογή αυστηρότατων μέτρων λιτότητας στην Ελλάδα και άλλα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο πλαίσιο μνημονιακών συμβάσεων, έχει οδηγήσει σε βαθύτατη ύφεση, εκτοξεύοντας την ανεργία σε πρωτόγνωρα ύψη, και σε άκριτες περικοπές κοινωνικών δαπανών, που υπονομεύουν την άσκηση θεμελιωδών δικαιωμάτων κι έχουν προκαλέσει ανθρωπιστική κρίση.
Η παρούσα λεπτομερέστατη γνωμοδότηση του Γερμανού νομικού και καθηγητή του Πανεπιστημίου της Βρέμης, Andreas Fischer-Lescano, εντοπίζει κραυγαλέες ασυμβατότητες αυτών των πολιτικών λιτότητας με πολλαπλούς κανόνες Συμφώνων του ευρωπαϊκού και του διεθνούς δικαίου.
Η εργασία αυτή, που έχει εγγενή χρηστική αξία για κυβερνήσεις με βούληση να αξιοποιήσουν τα πορίσματά της προσφεύγοντας σε ευρωπαϊκά και διεθνή δικαστήρια, επισημαίνει επίσης επικίνδυνες τάσεις για εφαρμογή προγραμμάτων που εκπορεύονται μεν από θεσμικά όργανα της ΕΕ (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα), αλλά κείνται εκτός ευρωπαϊκού πλαισίου.
Τα Ευρωπαϊκά Θεσμικά Όργανα και η Σύναψη Μνημονίων Κατανόησης είναι ο υπότιτλος της παρούσας γνωμοδότησης, που συντάχθηκε από τον Γερμανό νομικό και καθηγητή του Πανεπιστημίου της Βρέμης, Andreas Fischer – Lescano, κατόπιν ανάθεσης του αυστριακού Επιμελητηρίου Εργασίας σε συνεργασία με την Αυστριακή Συνδικαλιστική Ένωση, την Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Συνδικάτων και το Ευρωπαϊκό Συνδικαλιστικό Ινστιτούτο.
Λεπτομερής και εμπεριστατωμένη η εν λόγω μελέτη δεν περιορίζεται στην καταγραφή των πολυάριθμων δικαιωμάτων που θίγονται από τα μέτρα λιτότητας και τις διαρθρωτικές αλλαγές που εισήχθησαν και εφαρμόστηκαν στις έννομες τάξεις διαφόρων κρατών (Ελλάδα, Ισπανία, Ιρλανδία, Κύπρος, Πορτογαλία, Ρουμανία) στη βάση Μνημονίων Κατανόησης (ΜΚ), αλλά και αναλύει διεξοδικά τα ένδικα μέσα που θα μπορούσαν, ενδεχομένως, να ασκηθούν σε εθνικά ή/και ευρωπαϊκά δικαστήρια ή/και σε διεθνή δικαιοδοτικά φόρα, σχετικά με τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (πρωτογενούς ευρωπαϊκού δικαίου) από τα θεσμικά όργανα της ΕΕ (Ευρωπαϊκή Επιτροπή και Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα), μέσω της εμπλοκής τους στη διαπραγμάτευση, υπογραφή και εφαρμογή των ΜΚ.
Τα ΜΚ επηρεάζουν τα δικαιώματα ελεύθερης επιλογής επαγγέλματος, την ελευθερία συλλογικών διαπραγματεύσεων και τη διασφάλιση δίκαιης αμοιβής. Επηρεάζουν επιπλέον το δικαίωμα στη στέγαση και στην κοινωνική ασφάλιση∙ το δικαίωμα στην υγεία∙ το δικαίωμα στην εκπαίδευση∙ το δικαίωμα στην ιδιοκτησία∙ και το δικαίωμα στη χρηστή διοίκηση.
Όλα τα παραπάνω τυπικά δικαιώματα προστατεύονται και διασφαλίζονται ως θεμελιώδη, μεταξύ άλλων, από τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΧΘΔΕΕ), ο οποίος είναι δεσμευτικός βάσει του άρθρου 6 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), οι κανόνες της οποίας έχουν σε μεγάλο βαθμό ενσωματωθεί στο ευρωπαϊκό δίκαιο, έστω κι αν η ΕΕ δεν είναι, μέχρι στιγμής, τυπικά μέλος της, το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ), το Διεθνές Σύμφωνο για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Μορφωτικά Δικαιώματα (ΔΣΟΚΜΔ), τη Σύμβαση του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία, την οποία η ΕΕ έχει επισήμως υπογράψει και επικυρώσει κατά το διεθνές δίκαιο, και τα θεμελιώδη εργασιακά πρότυπα της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας.
Η Επιτροπή και η ΕΚΤ έχουν υποχρεώσεις προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων σύμφωνα με τις διεθνείς κωδικοποιήσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το διεθνές εθιμικό δίκαιο και τον ΧΘΔΕΕ… Μέσω της εμπλοκής τους στην υπογραφή των ΜΚ, η ΕΚΤ και η Επιτροπή περιορίζουν και παραβιάζουν πολλά δικαιώματα που προστατεύονται από τους παραπάνω κανόνες. Παρά το γεγονός ότι τα ΜΚ δεν συνιστούν, τυπικά και υπό την έννοια του άρθρου 38(1) του καταστατικού του ΔΔΧ, σύμβαση, είναι sui generis νομικές πράξεις και παραβιάζουν τα προστατευόμενα από τις παραπάνω κωδικοποιήσεις δικαιώματα.
Όταν οι αρχές αποφασίζουν ανεξάρτητα από το δίκαιο, τότε δεν υπάρχει δίκαιο. Εφόσον οι ευρωπαϊκές συνθήκες είναι σε ισχύ, ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων είναι επίσης σε ισχύ και οι περιφερειακές και διεθνείς συμβάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι δεσμευτικές, το κράτος δικαίου δεν μπορεί να ανασταλεί από όσους λαμβάνουν πολιτικές και οικονομικές αποφάσεις.