What do you think?
Rate this book


416 pages, Paperback
First published January 1, 1996
Η λογοτεχνία λειτουργεί ως μια βαθύτερη ανάγκη να βυθιστείς, να κατανοήσεις και να αποδόσεις με νέους τρόπους την ανθρώπινη κατάσταση: τη φαιδρότητα, το μεγαλείο, την τραγωδία, την χθαμαλότητα, το θεϊκό στοιχείο και την ποταπότητα, το κωμικό, το απρόβλεπτο, την ποίηση, το θάμβος. (Πηγή: www.lifo.gr)
Και τώρα, σήμερα, σας βλέπω όλους, σιωπηλός, αθέατος, απ' το τελευταίο πάτωμα, μέσα από μια μαύρη, σκοτεινή πολεμίστρα. Είναι νύχτα υγρή, Φεβρουαρίου.Συνήθως στα διηγήματα του πεζογράφου και δημοσιογράφου υπάρχει μια πλοκή με συγκεκριμένα δεδομένα τα οποία μοιάζουν ακλόνητα εξαρχής, ένα ασήμαντο κι ίσως τετριμμένο ωστόσο επεισόδιο ή συμβάν ή στοιχείο της ιστορίας έρχεται να ανατρέψει τον ορίζοντα προσδοκιών του αναγνώστη στην τελευταία παράγραφο. Θεματολογικά, με τις αναφορές στην εξωτερική πραγματικότητα και την κοινωνική κατάσταση, η λογοτεχνική πένα του Σκαμπαρδώνη υπάγεται στο ρεαλιστικό ρεύμα, ταυτόχρονα με τη ρητορική που αναπτύσσεται, εκείνη της ιδέας της αληθοφάνειας.
Βλέπω και κείνον, τον άλλο, εμένα, που στέκει εκεί κάτω, ακίνητος, μπροστά στον Πύργο, κρυμμένος μες στην καμπαρντίνα του, με το ένα χέρι στην τσέπη και το άλλο έξω. Καπνίζει. Κάτω στα πλακάκια της προκυμαίας, δίπλα στο φωτισμένο περίπτερο. Στέκεται, προχωράει, λίγο με άγχος, ξαναγυρίζει. Καπνίζει νευρικός. Είναι ανήσυχος. Κοιτάζει συνέχεια ψηλά, προς τα δω, προς τις επάλξεις. Με κοιτάζει, τώρα, μ' αυτό το υγρό φεγγαρόφωτο, και τον ακούω μέσα μου, κάτω, μακρινά, ψιθυριστά, κάθε τόσο, να ρωτάει: "Πότε;" και ύστερα ν' απαντάει, χαμηλόφωνα, μόνος του:
"Όταν θ' αστράψει η σκοτεινή πολεμίστρα".
Πήρα τη νεκρή χελωνίτσα και την έθαψα στο χώμα μιας μεγάλης γλάστρας στο μπαλκόνι. Ύστερα από τρεις μήνες, σήμερα, την ξέθαψα - έχει μείνει ανέγγιχτο το καύκαλό της, κούφιο από μέσα, αδειανό σαν κενή αίθουσα κινηματογράφου. Πήρα το καύκαλο και το 'βαλα στη λεκάνη όπου ζούσε, μόνη της πια, η άλλη χελώνα, η οποία έτρεξε αμέσως και ακούμπησε το δικό της καύκαλο σε κείνο της νεκρής. Στέκεται προσηλωμένη εκεί, ακίνητη - της έριξα φαγητό, αλλά δεν εννοεί να κουνηθεί απ' τη θέση της. Θυμήθηκα τον μυστηριώδη άνθρωπο, στο σινεμά, που ήρθε και κάθισε δίπλα μου. Ύστερα πήγα αργά στο κρεβάτι και ξάπλωσα ανάσκελα...