Στον απόηχο του καθιερωμένου εκλογικού πανηγυριού, ενός, δηλαδή, βαθύτατα απολιτίκ, ιδεολογικά συγχυσμένου, ηθικά αναξιοπρεπούς και ακραία καπιταλιστικού ψηφοθηρικού κυνηγιού θέσεως στην μεταπολιτευτική Ελλάδα της συνεχούς κρίσης, με συνήθη αποτελέσματα ντροπής, τα δύο ευσύνοπτα δοκιμιακού χαρακτήρα χρονικά του Οκτάβ Μιρμπώ, γραμμένα στα τέλη του 19ου αιώνα, μοιάζουν παραδόξως επίκαιρα.
Ενώ δεν συμφωνώ με αρκετες απο τις υπερβολικά ριζοσπαστικές θέσεις του συγγραφέα και την προτροπή της γενικευμένης εκλογικής αποχής των ψηφοφόρων, ο Μιρμπώ μάς καλεί, αν όχι να προσχωρήσουμε πλήρως στις αναρχικές του θέσεις και στην πρόσληψη της εκλογικής διαδικασίας ως μιας άσκοπης και δομικά ανέντιμης ανταλλαγής προνομίων, τουλάχιστον να στοχαστούμε κριτικά και φιλοσοφικά (κυρίως μέσω της φιλοσοφίας του Σοπενχάουερ) για τον, ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, φθαρμένο και οικτρά διεφθαρμένο κοινοβουλευτισμό, ο οποίος και αποτυγχάνει, κάθε φορά, να εξαργυρώσει την υποσχόμενη ισότητα και τα υψηλά αξιακά αγαθά που υποτίθεται πως πρεσβεύει και υπερασπίζεται.
Ο Μιρμπώ, ακροθιγώς αλλά ευστόχως, αγγίζει πολλά θέματα, όπως για παράδειγμα τον μοιραίο ρόλο της μιντιακής επιρροής στην πολιτική συνείδηση (τότε βεβαια η αλώς της επιρροής αφορούσε κατά κύριο λόγο τις στρατευμένες εφημερίδες των πατρόνων, σήμερα η μιντιακή επίδραση είναι πολύ πιο εκτεταμένη, συντονισμένη και κεφαλαιοκρατικά απηνής) καθώς και την ευάλλωτη ψυχοσύνθεση του άβουλου ψηφοφόρου τον οποίο σκιαγραφεί ως δουλικά ματαιόδοξο, απελπισμένο να λατρεύει τη λάμψη κενών ειδώλων, έρμαιο της ναρκισσιστικής δομής που εμποτίζει όλο το νεωτερικό κοινωνικοπολιτικό σύστημα.
Ο ψηφοφόρος, συγκεκριμένα, είναι για τον Μιρμπώ ένας γραφικός ιδιώτης, ένας "αμετακλήτως αποβλακωμένος" που, παρόλο που συμμετέχει στα κοινά, δεν απολύει την αφέλεια ενός μπαλζακικού αντιήρωα (αναφέρει μάλιστα τον Μπαλζάκ ήδη στην αρχή του κειμένου του, παραπέμποντας με άμεσο τρόπο σε όλες τις διαχρονικά γραφικές φιγούρες που έχει σατυρίσει η κριτικά εύστοχη πένα του Μπαλζάκ), ένας κακομοίρης μικροαστός με την έννοια που εμπεριέχει η λέξη ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα, αυτού του ατόμου, δηλαδή, που ανήκοντας στη θολή τάξη των μικροϊδιοκτητών ή ενός υποτίθεται ανθρωπιστικά ευνοούμενου προλεταριάτου (εις βάρος φυσικά του υποπρολεταριάτου και μεσω της αποικιοκρατικής φτωχοποίησης που επιφέρει καθολικά η δυτική πολιτική σε όλη την νεώτερη ιστορική περίοδο και εξής) διαπράττει ξανά και ξανά τις νωθρές πράξεις των περιχαρακωμένων του δικαιωμάτων, νομιμοποιώντας εντέλει όλες αυτές τις ολιγαρχικές πολιτικές, του οικονομικά ανάλγητου, παγκοσμιοποιημένου και απρόσωπου Μόλωχ που δρα κατ'εξακολούθηση εις βάρος του.