Θεσσαλονίκη, στα βάθη των αιώνων: Μια βασίλισσα ερωτευµένη παράφορα µε τον Μεγαλέξανδρο τρέχει µες στη νύχτα να συναντήσει τον εραστή της. Τα µάγια του απατηµένου συζύγου της όµως θα µαρµαρώσουν αυτή και τη συνοδεία της. Οι µορφές τους θα µείνουν για πάντα στη Στοά των Ειδώλων. Περίπου χίλια οχτακόσια χρόνια αργότερα, στην ίδια πόλη, που οι κάτοικοί της λατρεύουν τρεις θεούς και µιλάνε αµέτρητες γλώσσες, ο παλαιογράφος Εµµανουέλ Μιλλέρ επιχειρεί, µε τη συγκατάθεση του Σουλτάνου, να ξεριζώσει το αρχαίο µνηµείο των «Μαγεµένων» και να τις πάει στη Γαλλία, να κοσµήσουν τα ανάκτορα και τα σπίτια των ευγενών. Στην προσπάθειά του όµως αυτή, θα βρεθεί αντιµέτωπος µε µια χούφτα ξεχωριστούς ανθρώπους: Τη Χάννα και τον Νικόλα, δυο ερωτευµένα παιδιά, που αγωνίζονται για τη µαταίωση της αρπαγής του µνηµείου, ενώ παλεύουν για το δικαίωµά τους στην αγάπη. Τον γλύπτη Αλέξανδρο ∆ηµητριάδη, που εµπνέεται από τους νεαρούς του φίλους, και ρίχνεται στη µάχη µε αυτοθυσία. Και τον Νταβίντ εφέντη, τον αρχαιολάτρη Εβραίο, που δίνει τον δικό του αγώνα ενάντια στην εποχή, τη φυλή του και την κοινωνία, προσπαθώντας να κρατήσει κοντά τους τις «Μαγεµένες» και να αποτρέψει την επανάληψη µελλοντικών διωγµών. Μια σαγηνευτική ιστορία, βασισµένη σε αληθινά γεγονότα, που σκαλίζεται µε έρωτα και αίµα στα βυζαντινά τείχη, στα υγρά λιθόστρωτα, στις συναγωγές, στα παζάρια και στα γεµάτα θρύλους και ατµούς χαµάµ της Σαλονίκης.
Η Μαίρη Κόντζογλου γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες και Κοινωνιολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Εργάστηκε σε μεγάλες ελληνικές εταιρείες σε τομείς που αντικείμενό τους έχουν την επικοινωνία (μάρκετινγκ, δημόσιες σχέσεις, οργάνωση εκδηλώσεων/συνεδρίων, εκδόσεις). Σήμερα εργάζεται ως υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων και επικοινωνίας της εταιρείας "Εγνατία Οδός" Α.Ε. Είναι παντρεμένη και έχει δύο παιδιά.
Λοιπόν έχουμε και λέμε Στα συν: -το θάρρος της συγγραφέως να γράψει κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτά που έχει συνηθίσει τους φανατικούς της αναγνώστες με κίνδυνο μάλιστα το εγχείρημα της να μην γίνει αρεστό και να ξενίσει τους αναγνώστες του. - Η πραγματικά απολύτως κατατοπιστική και εξονυχιστική έρευνα της συγγραφέως. Προσωπικά πρώτη φορά διάβαζα και άκουγα για τις Μαγεμένες που στην πραγματικότητα ήταν 8 ανάγλυφες μυθολογικές μορφές. Η συγγραφέας μεταφέρει το κλίμα της εποχής με τρόπο κατατοπιστικό δεδομένου ότι είχε και το πολύ δύσκολο έργο να πρέπει να συνδυάσει χωρίς να αλλοιώσει τα αληθινά γεγονότα και να διατηρήσει ζωντανό ένα θρύλο λίγο γνωστό στο ευρύ κοινό, μαζί με τα μυθιστορηματικά στοιχεία που θα έδιναν ένα συμπληρωματικό και πιο ελκυστικό τόνο στην ιστορία. Ενδιαφέρουσα η προσπάθεια της να ζωντανέψει τις 8 αυτές μορφές, τα αγάλματα και να τους δώσει φωνή. Τα πλην: -Δεν κατάφερα δυστυχώς σε καμία περίπτωση να συνδεθώ με την ιστορία. Για την ακρίβεια σκέφτηκα σχεδόν από τις πρώτες σελίδες να το εγκαταλείψω όμως θεώρησα ότι ήταν άδικο εκ μέρους μου και αποφάσισα να του δώσω μια δεύτερη ευκαιρία. Σε καμιά περίπτωση δε ρίχνω το φταίξιμο στη συγγραφέα. Απλά και ξεκάθαρα η ιστορία αυτή δεν ήταν καθόλου για μένα. Με κούρασε και δεν μπόρεσε να με κρατήσει προσηλωμένη και «μαγεμένη» με το περιεχόμενο της. Αν διάβαζα πιθανότατα ένα άρθρο που αναφερόταν στο μύθο μάλλον θα στεκόμουν να το διαβάσω γιατί μου αρέσει να μαθαίνω πράγματα που δε γνωρίζω, να μαθαίνω θρυλους και παραδόσεις που έχουν ξεθωριάσει στο πέρασμα του χρόνου απλά τη δεδομένη στιγμή υποθέτω ότι ήταν η λάθος επιλογή για μένα. 3 αστέρια (2,5 βασικά) για όλα τα συν που ανάφερα παραπάνω. Σαν βιβλίο, σαν ιστορία και μόνο θα το βαθμολογούσα διαφορετικά και πιο χαμηλά και ίσως φταίει το γεγονός ότι είναι πλέον ελάχιστα τα δείγματα της Ελληνικής λογοτεχνίας που πραγματικά έχουν να μου πουν κάτι.
Οι «Μαγεμένες» ας πούμε πως είναι οι Καρυάτιδες της Θεσσαλονίκης. Τίγκα στα αρχαία η Ελλάδα κατά την Οθωμανική εποχή, είχε ανάψει στη Δυτική Ευρώπη και ο ρομαντισμός και ο φιλελληνισμός και ευκαιρία να τα ‘πάρουμε τ’αρχαία στα μέρη μας γιατί τούτοι είναι απολίτιστοι’ (όχι πως δεν ήμασταν ολίγον βεβαίως βεβαίως), ευκαιρία να βγάλει και το κατιτίς του ο κόσμος που πεινούσε ή που ήθελε ένα έξτρα μεροκαματάκι, ή εντάξει μπορεί να ήταν ήδη πλούσιος και να γινόταν ακόμα πιο πλούσιος, με άλλα λόγια το εμπόριο αρχαιοτήτων ήταν μία επικερδέστατη επιχείρηση. Και πέρα από το κέρδος είχε και το ανάλογο image. Άλλο να είσαι έμπορος κοπριάς και άλλο έμπορος αρχαιοτήτων κι ας βγάζεις τα ίδια χρήματα. Ο Έλγιν είχε ήδη αρπάξει τις Καρυάτιδες και τις είχε πάει στην Αγγλία, πίσω θα έμενε ο Γάλλος; Ήρθε λοιπόν ο Μιλλέρ, να βρει κι αυτός ένα αντάξιο αρχαίο να στείλει στο Γάλλο αυτοκράτορα τον Ναπολέοντα τον Γ! (αυτός ο Ναπολέων δεν είναι ο γνωστός ο Βοναπάρτης, είναι ένας ανηψιός του wanna be Βοναπάρτης…) Πάνω σε αυτό το ιστορικό γεγονός και στο θρύλο που υπήρχε γύρω από τις «Μαγεμένες», η Κόντζογλου στήνει την ιστορία της. Τα πράγματα συνήθως όταν εμπλέκονται τόσο πολύ με αληθινά γεγονότα είναι κομματάκι ζόρικα: να σεβαστείς την ιστορική αλήθεια, να κρατήσεις και το ενδιαφέρον του κοινού, να μπλέξεις τόσο όσο την αλήθεια με το ψέμα… Η συγγραφέας κάπου το πιάνει, κάπου το χάνει το νήμα… Η ιστορία του βιβλίου λοιπόν πάνω κάτω είναι η ιστορία της αρπαγής του μνημείου και γύρω από αυτήν μυθιστορηματικά πρόσωπα, μια ολόκληρη οργάνωση που θέλει να σώσει το μνημείο (χριστιανοί κι Εβραίοι), μια ρομαντίκ καλλιτεχνική ψυχή – ο Αλέξανδρος, μία γυναίκα – αράχνη (αράχνη δεν είναι αλλά μου άρεσε πολύ η έκφραση, μια χαρά κοπέλα που ήθελε να βάλει στεφάνι στο κεφάλι της είναι), ένας Έλληνας λαμόγιο, μια Εβραία με κόκκινα μαλλιά… Και τώρα αρχίζουν τα παράδοξα… η γραφή της Κόντζογλου ήταν ένα ποίημα… στην κυριολεξία… σαν να διάβαζα έμμετρη ποίηση… την απόλαυσα… Είχε επίσης φτιάξει μια χαρά το κλίμα της τότε Σαλονίκ, με τους στενούς της δρόμους, την μπόχα, τα μνημεία, τους κατοίκους της, έδινε μια χαρά το όλο feeling… Όμως η ιστορία, η ιστορία δεν μπορούσε με τίποτα να με κρατήσει… το ‘χα πάνω από τρεις μήνες στη φωλιά μου και το λιβάνιζα δυο – δυο, τρεις – τρεις σελίδες γιατί δεν έβρισκα κανένα ενδιαφέρον στους ήρωες. Προδιαγεγραμμένο το τέλος, καμία αγωνία για να δω τι θα συμβεί, κανένα δέσιμο μεταξύ εμού και των προσώπων του δράματος. Κι όλα αυτά τα ‘τσιτάτα’ για λευτεριά που ξεπηδούσαν από δω κι από δει, με έκαναν ώρες ώρες να μειδιώ… Πιστεύω πως θα ήταν καλύτερα αν ήταν ένα βιβλίο με σαφώς λιγότερες σελίδες ή ένα εκλαϊκευμένο άρθρο για τις «Μαγεμένες» όμως οι 500 σελίδες ήταν too much για τη συγκεκριμένη ιστορία. Μπορεί οι περιγραφές να ήταν υπέροχες, όλες μία και μία, είπαμε ποίημα σκέτο, αλλά ένα ολόκληρο βιβλίο μόνο με περιγραφές τόπων και προσώπων, τουλάχιστον για τα δικά μου δεδομένα είναι πολύ κουραστικό. Κυμαίνομαι ανάμεσα στα δύο και στα τρία αστεράκια (οπότε 2.5 είναι το πιο τίμιο) αλλά θα βάλω ένα τριάρι ένεκα των ημερών… Υ.Γ. Είχε και ολίγον μαγικό ρεαλισμό που ομολογώ πως μου άρεσε...
Η ομίχλη σέρνεται στους χωμάτινους δρόμους της Σαλόνικο. Ομίχλη πυκνή, κεντημένη με μυστικά, ανείπωτες σκέψεις και επικίνδυνες συναντήσεις... Ομίχλη, που απλώνει τα πλοκάμια της και σφίγγει τις νύχτες. Νύχτες υγρές, νύχτες παράξενα σιωπηρές. Νύχτες που σταλάζουν υγρασία και περιονιάζουν την ανθρώπινη σάρκα. Νύχτες που στους δρόμους κυκλοφορούν μοναχά οι ζαπτιέδες, αλλά κι οι τολμηρά ρομαντικοί... Εκείνοι που αψηφούν τον κίνδυνο και προτάσσουν το ανάστημα τους για να υπερασπίσουν τα ιδανικά τους. Ανάμεσα σ' αυτούς κι οι πρωταγωνιστές του νέου βιβλίου της Μαίρης Κόντζογλου.
Άνθρωποι φτωχοί και πλούσιοι. Άνθρωποι καθημερινοί, ταπεινοί, υπεράνω κάθε υποψίας. Χριστιανοί, Μουσουλμάνοι και Εβραίοι... Άνθρωποι διαφορετικοί μεταξύ τους, αλλά με την φιλοπατρία -κοινό τους γνώρισμα- να σιγοκαίει μέσα τους. Ανάμεσα τους ο γλύπτης Αλέξανδρος Δημητριάδης, ο Εβραίος αρχαιολάτρης Νταβίντ εφέντης, καθώς και δυο νέα παιδιά. Δυο παιδιά παράφορα ερωτευμένα, η εβραιοπούλα Χάννα, κι ο χριστιανός Νικόλας. Με τη φιλοπατρία, αλλά και τη φιλοτεχνία να κυλά στο αίμα τους, οι άνθρωποι αυτοί θα επιδείξουν περίσσεια τόλμη και θα παλέψουν -άλλοι άμεσα, και άλλοι έμμεσα- με κάθε τρόπο που διαθέτουν, ώστε να αποτρέψουν την αρπαγή των «Μαγεμένων» από τον Γάλλο παλαιογράφο Εμμανουέλ Μιλλέρ.
«Οι Μαγεμένες» ή τα «Είδωλα» ή «Las Incantadas» στα λατίνο, ή και «Surettler» που σημαίνει «Άγγελοι» στην τουρκική γλώσσα αποτελούν ένα σημαντικό μνημείο της ρωμαϊκής περιόδου, η δημιουργία του οποίου χρονολογείται στα τέλη του 2ου με αρχές του 3ου αιώνα μ.Χ. Πρόκειται για ένα σπουδαίο τόσο σε ομορφιά, όσο και σε πολιτιστική αξία μνημείο, το οποίο βρίσκονταν στην εβραϊκή συνοικία της Θεσσαλονίκης, Ρόγκος. Ένα μνημείο σήμα κατατεθέν για την πόλη εκείνης της εποχής. Μνημείο που αποτελούσε καθημερινά πόλο έλξης κι ενδιαφέροντος όχι μόνο για τους ντόπιους, αλλά και τους ξένους ανθρώπους, τους περαστικούς από την πόλη.
Ένα μνημείο που αποτελεί τον κεντρικό πυλώνα του νέου ιστορικού μυθιστορήματος της Μαίρης Κόντζογλου, από εκεί κι ο τίτλος «ΟΙ ΜΑΓΕΜΕΝΕΣ». Με φόντο λοιπόν, την πολύβουη και πολυπρόσωπη πόλη της Θεσσαλονίκης, μία πόλη που πίστευε σε πολλούς Θεούς κι ήταν ένα απ' τα σημαντικότερα εμπορικά λιμάνια της εποχής εκείνης, η συγγραφέας φιλοτεχνεί ένα απόλυτα ατμοσφαιρικό μυθιστόρημα, με τον αυθεντικό ιστορικό του χαρακτήρα να αναδύεται από κάθε χάρτινο πόρο του. Ένα μυθιστόρημα που αναφέρεται στην πρώτη επίσημη αρχαιοκαπηλία της ελληνικής ιστορίας, γεγονός που δρα ως εφαλτήριο για να αφυπνίσει συνειδήσεις, να διεγείρει τον αναγνωστικό προβληματισμό, αλλά και να καλλιεργήσει γόνιμες σκέψεις όσον αφορά την ιδιότητα του πολίτη που διαδραματίζει ο καθένας μας σε καθημερινό επίπεδο.
Σε μία “δύσβατη” εποχή, μία εποχή όπου βιώνουμε εκφάνσεις μιας πολύπλευρης κρίσης -οικονομικής, πολιτικής, ηθικής, πολιτιστικής και ανθρωπιστικής-, μία εποχή όπου παρατηρείται ένα είδος κοινωνικής αδράνειας από την πλευρά μας, η συγγραφέας πετυχαίνει με τρόπο εξαιρετικά ισορροπημένο, χωρίς να υπερπηδά τα όρια και να εισέρχεται στα “χωράφια” του διδακτισμού, να αναμοχλεύσει μέσα μας τα απομεινάρια της έννοιας του πολίτη, εμφυσώντας τους πνοή ζωής. Μία σημαντική από αρχαιοτάτων χρόνων έννοια κι ανθρώπινη ιδιότητα, αφού ο πολίτης είχε και έχει το χρέος να συνδράμει με την συμμετοχή του στην διαμόρφωση του πο��ιτικού και κοινωνικού γίγνεσθαι. Παράλληλα, λοιπόν, η κυρία Κόντζογλου καταφέρνει να σπείρει μέσα μας αρετές λησμονημένες, αρετές που ήδη αναφέρθηκαν, όπως η φιλοπατρία κι η φιλοτεχνία, αλλά κι αρετές όπως η πίστη στην ελευθερία, στην αγάπη και τον έρωτα, ο σεβασμός στο παρελθόν, η διαφύλαξη της ιστορίας και των ριζών. Κι ύστερα σελίδα τη σελίδα, οι σπόροι αυτοί μπουμπουκιάζουν, και τ' άρωμα τους μας πλημμυρίζει, ειδικότερα προς το τέλος του βιβλίου όπου η δράση κορυφώνεται, η αρπαγή των μαρμάρων φαντάζει μονόδρομος κι η αναφορά της συγγραφέας στις αρετές αυτές γίνεται πια ξεκάθαρη!
«... Δεν σου μιλάω για την καλλιτεχνική αξία, σου μιλάω για τη συναισθηματική. Η ιστορία, πατέρα... Οι λαοί που δεν έχουν ιστορία δεν έχουν και μέλλον...», αναφέρει ο Αλέξανδρος, ένας εκ των πρωταγωνιστών στις σελίδες 440-441.
«ΟΙ ΜΑΓΕΜΕΝΕΣ» όμως, είναι κι ένα μυθιστόρημα που μιλά για τον έρωτα, τον ατίθασο έρωτα, που φυτρώνει αναπάντεχα στις ανθρώπινες καρδιές αψηφώντας θρησκευτικές, ταξικές, αλλά κι ηλικιακές διαφορές. Είναι ένα μυθιστόρημα για την Θεσσαλονίκη του 19ου αιώνα, για μια πόλη με ιδιαίτερη σύσταση! Mία πόλη που ακροβατεί ανάμεσα σε Δύση κι Ανατολή, κάτω απ' τον ουρανό της οποίας συνυπάρχουν άνθρωποι ποικίλων θρησκειών κι εθνικοτήτων. Μία πόλη που γεύεται την εμπορική άνθιση και χαμογελά φιλάρεσκα στους σημαντικούς τίτλους που της προσδίδουν στο πέρασμα των χρόνων.
Η γραφή της κυρίας Κόντζογλου απόλυτα λυρική, εικονοπλαστική, πασπαλισμένη με στοιχεία μαγικού ρεαλισμού, αλλά και κάποια χιουμοριστικά ίχνη, αποτελεί το καλλίτερο υλικό για την οικοδόμηση συναισθημάτων, ζωντανών εικόνων κι αληθοφανών χαρακτήρων. Οι αποστάσεις γεφυρώνονται εξ' αρχής, το κλίμα που δημιουργείται είναι θαλπερό. Ο αναγνώστης περνώντας οι σελίδες παρασύρεται στη δίνη της ρέουσας πλοκής, πλοκής κλιμακούμενης, που θα μπορούσε να θυμίζει τραγωδία. Ταυτίζεται πλήρως με τους ήρωες, και βιώνει μαζί τους τις εξελίξεις. Αισθάνεται να βράζει από θυμό, να καίγεται απ' την ανάγκη για έρωτα, να απελπίζεται με την τροπή των γεγονότων, αλλά και να παθιάζεται με τον αγώνα υπεράσπισης των αρετών και των ιδανικών τους. Να γεύεται σε βαθμό απόλυτο τον θαυμασμό των ηρώων για τις Μαγεμένες, αλλά και να βουρκώνουν τα μάτια του στις πράξεις τους, πράξεις αγάπης κι αδελφοσύνης!
Ιδιαίτερα στοιχεία, που αγάπησα σε αυτό το βιβλίο, στοιχεία που υπόκεινται στα χαρακτηριστικά του μαγικού ρεαλισμού ήταν η ανθρωποποίηση ως ένα βαθμού του γάτου Λευτέρη, αλλά και η φωνή κι η κίνηση, η ζωή δηλαδή που απέκτησαν μέσα από τις σελίδες του μυθιστορήματος οι μορφές των Μαγεμένων. Μορφές εντυπωσιακής ομορφιάς, μορφές αθώες, αγαθές, άσπιλες. Μορφές που εξέφραζαν το άγχος, το φόβο και την απελπισία τους για το σκληρό τους μέλλον. Φωνές που “κραύγαζαν” εκλιπαρώντας για βοήθεια, πλακώνοντας τον αναγνώστη με την αίσθηση του χρέους και της ευθύνης απέναντι τους. Απέναντι στην ιστορία της πατρίδας τους και την πολιτιστική κληρονομιά των προγόνων τους. Γεγονός, που συνέδραμε για μένα τουλάχιστον στο να φορτιστεί η ατμόσφαιρα με την απαραίτητη εκείνη τραγικότητα που θα έπρεπε να διέπει το βιβλίο, ώστε να καταφέρει η συγγραφέας να περάσει με επιτυχία τα μηνύματα, που επιθυμούσε στο αναγνωστικό κοινό!
Ολοκληρώνοντας, «ΟΙ ΜΑΓΕΜΕΝΕΣ» σε μαγεύουν, σε συναρπάζουν και σε κρατούν δέσμιο της ιστορίας τους. Με απαράμιλλη συγγραφική δεξιοτεχνία, η κυρία Κόντζογλου αναβιώνει με ζωντάνια κι αληθοφάνεια μια εποχή, ενώ παράλληλα σου κοινωνεί συναισθήματα, σκέψεις, προβληματισμούς. Το βιβλίο είναι μία μεταλαβιά που ποτίζει την ψυχή σου και αφυπνίζει την συνείδηση σου, καταδεικνύοντας την σημαντικότητα της πολιτιστικής κληρονομιάς ως ένα τμήμα της ιστορίας του τόπου σου - που επιβάλλεται να διατηρήσεις ζωντανό - αν επιθυμείς να κρατήσεις επαφή με τις ρίζες και το παρελθόν σου!
Σε προκαλώ λοιπόν, φίλε αναγνώστη, αν θέλεις να μαγευτείς, αλλά και να προβληματιστείς, να επιλέξεις την συγγραφέα Μαίρη Κόντζογλου και το ιστορικό της μυθιστόρημα «ΟΙ ΜΑΓΕΜΕΝΕΣ», για να ζήσεις μια αναγνωστική εμπειρία που θα χαραχτεί στον κορμό της αναγνωστικής σου μνήμης παντοτινά.
Οι «Μαγεμένες» ή «Las Incantadas» είναι ένα μνημείο που χρονολογείται στα τέλη του 2ου ή στις αρχές του 3ου αιώνα μ. Χ. και βρισκόταν στην εβραϊκή συνοικία Ρόγκος της Θεσσαλονίκης. Αποτελούνταν από μια διώροφη κιονοστοιχία με κορινθιακούς κίονες και πεσσούς και είχε ύψος 13 μέτρα. Οι πεσσοί ήταν διακοσμημένοι με οκτώ ανάγλυφες μυθολογικές μορφές: Μαινάδα, Διόνυσος, Αριάδνη, Ληδα, Νίκη, Αύρα, Διόσκουρος και Γανυμήδης. Η λεηλασία τους έγινε το 1864 μετά από αίτημα του Ναπολέοντα Γ΄ προς τον Σουλτάνο Αμπντούλ Αζίζ, καθ’ υπόδειξιν του Εμμανουέλ Μυλλέρ που είχε εντοπίσει το μνημείο κατά την παραμονή του στη Μακεδονία. Ο Σουλτάνος έδωσε την άδεια προκειμένου να συσφίξει τις σχέσεις της Αυτοκρατορίας του που κατέρρεε με την ισχύ του Ναπολέοντα. Ο Μυλλέρ, που δεν ήταν αρχαιολόγος, στο όνομα της δόξας που θα αποκτούσε, κατέστρεψε το μνημείο στην προσπάθειά του να αφαιρέσει τις μορφές, οι οποίες μεταφέρθηκαν στο Παρίσι και έκτοτε εκτίθενται στο Μουσείο του Λούβρου. Κατ’ εμέ, το πιο συγκλονιστικό είναι που κάτω από το μνημείο των Μαγεμένων είχε χτιστεί ένα σπίτι που κατέληξε στα χέρια ενός Εβραίου εμπόρου ενώ γύρω γύρω η γειτονιά είχε γεμίσει ασφυκτικά από κατοικίες, με αποτέλεσμα τα απομεινάρια του μνημείου να είναι αναπόσπαστο κομμάτι της πολεοδομίας, όπως φαίνεται στο χαρακτικό του 1753 και περιέχεται στο βιβλίο.
Αυτήν την ιστορία διάλεξε η κυρία Μαίρη Κόντζογλου να αφηγηθεί στο νέο της βιβλίο, μια ιστορία γεμάτη πατριωτισμό, συναίσθημα, λυρισμό, ένταση, ανατροπές και τεκμηριωμένα πραγματολογικά και ιστορικά στοιχεία. Με άξονα τον έρωτα της κόρης του εμπόρου με έναν χριστιανό και την επανάσταση που θέλει να κάνει ένας καλλιτέχνης νέος ενάντια στη στρωμένη καριέρα του εμπορίου που του επιβάλλει ο πατέρας του, ξεδιπλώνεται η ιστορία της Θεσσαλονίκης των μέσων του 19ου αιώνα, λίγο πριν κατεδαφιστούν τα βυζαντινά τείχη και καλά «για να αναπνεύσει η πόλη».
Η Χάννα (Αννίκα χαϊδευτικά) είναι ερωτευμένη με τον Νικόλα, τον παραγιό του πατέρα της, προσπαθούν να αγνοήσουν τα θρησκευτικά και κοινωνικά εμπόδια που τους χωρίζουν, η Αννίκα ζει με την οικογένειά της και δέχεται στωικά τις προσβολές της κακότροπης αδερφής της που ετοιμάζεται επιτέλους να παντρευτεί. Ο Νικόλας είναι μέλος μιας επαναστατικής ομάδας που ετοιμάζει το έδαφος για την απελευθέρωση της βόρειας Ελλάδας από τους Τούρκους, μιας ομάδας που τώρα τον στέλνει στη Θάσο να παρακολουθήσει τον Εμμανουέλ Μυλλέρ και τις κινήσεις του. Παράλληλα, ο Αλέξανδρος, παραχαϊδεμένο παιδί της μητέρας του, ζει μια άνετη και μποέμ ζωή στο Παρίσι, όπου πραγματοποιεί όλα τα καλλιτεχνικά και φιλελεύθερα σχέδιά του, ώσπου μετά τον ξαφνικό θάνατο της μητέρας του ο πατέρας του τον εκβιάζει να γυρίσει στη Θεσσαλονίκη και να ασχοληθεί επιτέλους με το εμπόριο, σε μια δουλειά στρωμένη και με πάμπολλες απολαβές. Ο Αλέξανδρος αναγκάζεται να ζήσει σε μια πόλη που σιχαίνεται, με ανθρώπους που μισεί, με μόνο διέξοδο τον έρωτά του για τη Βελγίδα Απολίν, η οποία όμως τελικά διαλέγει τον πατέρα του κι αυτό το βάρος ρίχνει τον Αλέξανδρο στην τρέλα. Ένα περιστατικό όμως, μια αναπάντεχη ανατροπή, θα ενώσει τον Αλέξανδρο με τον Νικόλα, οι ζωές τους θα ενωθούν κι έτσι θα ξεκινήσει ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα με όλα τα θετικά χαρακτηριστικά που συναντάει κανείς στη γραφή της κυρίας Κόντζογλου.
Οι χαρακτήρες είναι άριστα επεξεργασμένοι και κουμπώνουν με απόλυτη αληθοφάνεια ο ένας με τον άλλον. Ο καμβάς της ιστορίας έχει υφανθεί με μεγάλη προσοχή και τα κεντήματα αφήνουν το στίγμα τους στις σελίδες, σχηματίζοντας έναν καλά μελετημένο πίνακα εποχής. Η Θεσσαλονίκη του 1864 είναι μια πόλη γεμάτη ιστορία και μνημεία, που παρά τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917, εξακολουθούν να υφίστανται και να υπάρχουν είτε σώα πάνω από τη γη είτε κρυμμένα κάτω από αυτήν. Ένιωσα την αγωνία και τον κίνδυνο που ζούσαν τα μέλη των επαναστατικών ομάδων που ήθελαν να απελευθερωθούν από τον τουρκικό ζυγό, πώς βρίσκονταν, τι έλεγαν, πώς κινούνταν, ποιοι τους οδηγούσαν. Κατάλαβα πόσο τους ενδιέφερε η πολιτιστική, συναισθηματική και ιστορική αξία του μνημείου αλλά σεβάστηκα και το δίλημμά τους πως αν εμπόδιζαν απροκάλυπτα τη λεηλασία, θα προδιδόταν η επανάσταση που προετοιμάζανε τόσα χρόνια.
Υπάρχουν πολλοί χαρακτήρες με τους οποίους συνέπασχα, αγάπησα όμως λίγο παραπάνω τον γάτο του Νικόλα, τον Λευτέρη, που περιγράφηκε με τα καλύτερα χρώματα, τον ένιωθα ολοζώντανο, να αντιδρά, να καταλαβαίνει, να σέβεται, να προαισθάνεται, να χουρχουρίζει. Συμπαραστάθηκα και στον Αλέξανδρο, ίσως την πιο εξελιγμένη προσωπικότητα του βιβλίου, μιας και η κάθοδός του στην τρέλα αποδόθηκε σχεδόν ανάγλυφα κι εκεί που φοβήθηκα πως η ιστορία του θα είναι παρατραβηγμένη και αναληθοφανής, έρχεται ο Νικόλας στη ζωή του με απρόσμενο τρόπο και ο καλλιτέχνης, ο αιθεροβάμων και ρομαντικός πρωταγωνιστής, πιάνεται από κάτι ανέλπιστο για να αρχίσει να ανεβαίνει σταδιακά προς την πραγματική ζωή. Μου άρεσε και ο πατέρας της Αννίκας, ο Νταβίντ, που εν αντιθέσει με την καθεστηκυία τάξη της εποχής και της θέσης του, έδωσε μεγάλη σημασία στην κόρη του, τη μόρφωσε και δε δίστασε να την τοποθετήσει ακόμη και μες στο μαγαζί του, προκαλώντας σούσουρα και αναστάτωση (γυναίκα εκείνη την εποχή, που αντί να πλέκει και να μαγειρεύει, μπαινοβγαίνει σαν αφεντικό σε εμπορικό κατάστημα; Όνειδος!).
Εδώ ακριβώς θα σταθώ λίγο παραπάνω: ανάμεσα από τις γραμμές, εκτός από τις διαχρονικές αλήθειες περί ιστορικότητας, σημαντικής αρχαιολογικής και συναισθηματικής αξίας που έχουν τα αγάλματα, ��υτός ο πολιτιστικός μας πλούτος, που ποτέ και υπό καμία συνθήκη δεν πρέπει να αφαιρούνται και να απομακρύνονται από τον τόπο που τα έφερε στο φως, όσο κι αν κόπτονται ορισμένοι πως γίνεται για το καλό τους («Αυτά, και δέκα χιλιάδες τάλαρα να σας δώσουνε, να μην καταδεχτείτε να βγουν από την πατρίδα μας. Γι’ αυτά πολεμήσαμε», Στρατηγός Μακρυγιάννης), εκτός λοιπόν από αυτόν τον κεντρικό θεματικό και ιδεολογικό άξονα, υπάρχει και κάτι άλλο, ένα δίπολο: οι σχέσεις παιδιών με τον πατέρα τους.
Από τη μια έχουμε τον ευρηματικό, ανοιχτόμυαλο, αγχίνου πατέρα, που διαβλέπει τα προτερήματα της κόρης του και την προωθεί ο ίδιος να γνωρίσει το μαγαζί, το εμπόριο και τα μυστικά του, που την αγαπάει και τη λατρεύει, που νιώθει την αγάπη της για τη γνώση και τη διδάσκει όπως, όσο και όποτε μπορεί. Δεν τον εμποδίζει η κοινωνική προκατάληψη, άλλωστε και ο ίδιος το τονίζει πως η Αννίκα είναι καλύτερη και από δέκα γιους ως προς την αντίληψη, την ωριμότητα και την ευστροφία.
Από την άλλη, έχουμε τον πατέρα του Κωνσταντίνου, έναν άντρα που ποτέ δεν κατάλαβα ακριβώς γιατί μισούσε τόσο τον γιο του και αγνόησε τα συναισθήματα και τις επιθυμίες του: ζήλευε το δέσιμό του με τη μάνα του, μια γυναίκα που απ’ ό,τι φαίνεται δεν είχαν και ποτέ κάτι κοινό πάρεξ του γιου, μιας και το εμπόριο και η απέραντη Αυτοκρατορία, με τις χιλιάδες ευκαιρίες της για πλουτισμό, τον είχαν απομακρύνει οριστικά από την οικογένειά του; Μισούσε την ίδια του την αποτυχία που δεν κατάφερε να γίνει σωστός οικογενειάρχης και να μεγαλώσει ένα παιδί με αξίες, να του εμφυσήσει τις δικές του αντιλήψεις και να το βοηθήσει να αγαπήσει με τον σωστό τρόπο όσα αποτελούν πηγή βιοπορισμού του πατέρα του; Πάντως, αυτός ο άντρας, ένας αδίστακτος αριβίστας, που είναι από τους πρώτους που θα βοηθήσουν στη λεηλασία των μαρμάρων, ναυλώνοντας τα πλοία που θα τα μεταφέρουν στη Γαλλία, είναι εντελώς τυφλωμένος σαν πατέρας, πείσμων, θέλει ντε και καλά να περάσει το δικό του και ο γιος του να γίνει ένα ομοίωμά του. Αυτές λοιπόν οι διαφορετικές κοσμοθεωρίες συγκρούονται εξίσου αρμονικά όταν φτάνουμε στο προκείμενο: την αφαίρεση των πεσσών. Εκεί αποκαλύπτονται οι πραγματικοί χαρακτήρες και πέφτουν οριστικά οι μάσκες.
Έτσι λοιπόν, οι «Μαγεμένες» είναι ένα πολυεπίπεδο, διερευνητικό, ανατριχιαστικά συγκινητικό μυθιστόρημα που φωτίζει όλες τις πτυχές της ιστορίας γύρω από τα υπέροχα αυτά αγάλματα, στάζοντας κάπου κάπου και τις απαραίτητες σταγόνες μεταφυσικού, που προσδίδουν απλώς μεγαλύτερη ανατριχίλα στον αναγνώστη. Όταν φτάσαμε στο κρίσιμο σημείο, κατάλαβα πόσο δύσκολα ήταν τα πράγματα για την αρπαγή από τον «Γάλλο Έλγιν». Η Ελλάδα υπό οθωμανικό ζυγό, από ανθρώπους που αδιαφορούν για την ιστορία των υποτελών τους και κοιτούν μόνο τα συμφέροντά τους, με ραγιάδες που δεν τολμούν να τα βάλουν με τους επικεφαλής ακριβώς λόγω αυτής της υποτέλειάς τους κι ακόμη, η επαναστατική ομάδα προτιμάει να δώσει έναν ένοπλο αγώνα ώστε να απελευθερωθεί η περιοχή, η χώρα, παρά να το ρισκάρουν για κάποια αντικείμενα, όσο πολύτιμα κι αν είναι.
Καλογραμμένο, πλούσιο σε καλολογικά στοιχεία, γεμάτο από υπέροχες, περιγραφικές, δυνατές λέξεις, έντονο συναισθηματικά και συγκινησιακά, πολυδιάστατο, άκρως ανθρώπινο και ρεαλιστικό, ιστορικά τεκμηριωμένο, γεμάτο τρισδιάστατους χαρακτήρες, το νέο μυθιστόρημα της κυρίας Κόντζογλου με ταξίδεψε σε μια πόλη και σε μια κοινωνία που δεν υπάρχουν πια, με σύστησε σε χαρακτήρες που πάλλονταν και μιλούσαν με αληθοφάνεια και με βοήθησε να αγαπήσω έτι περαιτέρω το παρελθόν της πατρίδας μου.
Ένα υπαρκτό Ιστορικό μνημείο, ξεχασμένο στα βάθη των χρόνων γίνεται το έναυσμα για την συγγραφέα Μαίρη Κόντζογλου, να αναπτύξει την ιστορία της. Μια ιστορία που συμπλέκει μοναδικά την Ιστορική αλήθεια με την μυθοπλασία. Την πραγματικότητα με την φαντασία. Εκεί λοιπόν όπου η Ιστορία σμίγει με την μυθοπλασία θα βιώσουμε συναρπαστικές εξελίξεις και θα αναγνωρίσουμε σημεία και πράγματα που σημάδεψαν τον λαό μας κάποιες αλλοτινές δύσκολες εποχές. Με μια αξιολάτρευτη και ιδιαίτερα διαμορφωμένη πλοκή που αναδεικνύει τον Ελληνικό Πολιτισμό και προάγει την κραυγή Νοσταλγίας για τα Αρχαία Ελληνικά μνημεία που αρπάχτηκαν από την χώρα με ύπουλα μέσα είτε από Έλληνες είτε από ξένους. Οι Μαγεμένες/ Las Incantadas, γνωστές και ως Καρυάτιδες της Θεσσαλονίκης, είναι ένα μνημείο που Χρονολογείται στο τέλος του 2ου ή στις αρχές του 3ου αι. μ.Χ. και βρίσκονταν στην Εβραϊκή συνοικία Ρόγκος της Θεσσαλονίκης. Πρόκειται για 8 ανάγλυφες μυθολογικές μορφές, που διακοσμούσαν μια κορινθιακή κιονοστοιχία και αναπαριστούσαν τον νεαρό θεό Διόνυσο δίπλα σε έναν πάνθηρα, την Αύρα με το πέπλο της, την Αριάδνη στεφανωμένη με τα φύλλα μιας κληματαριάς, τη Λήδα μαζί με τον κύκνο, μια Μαινάδα που παίζει διπλό φλάουτο, το Γανυμήδη μαζί με τον Δία μεταμορφωμένο σε αετό και έναν Διόσκουρο με μια αναπαράσταση αλόγου στα πόδια του. Ο Θρύλος για τις Μαγεμένες λέει πως η Βασίλισσα της Θράκης μαζί με την συνοδεία της Μαρμάρωσαν όταν δέχτηκαν τα μάγια που είχαν αποδέκτη τον Μ. Αλέξανδρο που ήταν εραστή της Θρακιώτισσας βασίλισσας. Το 1864 ο Γάλλος παλαιογράφος Emmanuel Miller, με άδεια της οθωμανικής κυβέρνησης, διαλύει το μνημείο σε κομμάτια και το μεταφέρει στη Γαλλία, όπου και εκτίθεται σήμερα στο Μουσείο του Λούβρου. Μέσα απο τις επιστολές του Emmanuel Miller του απαγωγέα του εξαιρετικού μνημείου που κουμπώνουν εξαιρετικά με την υπόθεση θα γνωρίσουμε άγνωστες πτυχές μιας μεθοδευμένης κλοπής. Παράλληλα το αληθινό στοιχείο θα πλαισιωθεί με τους μυθοπλαστικούς ήρωες για να τονιστεί η αγάπη που έτρεφαν για το μνημείο όλοι οι κάτοικοι της Σαλονίκης, ανεξάρτητα από την καταγωγή και το θρήσκευμα τους. Με έντονο και δυναμικό ύφος. Με μια ελκυστική λυρικότητα σκιαγραφούνται οι ξεχωριστοί ήρωες που θα κουβαλήσουν το βάρος μιας εξαίσιας ιστορίας για την Πολιτιστική μας κληρονομιά. Συνάμα οι ήρωες θα υπερτονίσουν έναν ιδανικά διαμορφωμένο καμβά αξιών και αρχών που διακατέχει όλους αυτούς που αγωνίζονται ταυτόχρονα για την απελευθέρωση της πατρίδας, αλλά και για την διατήρηση των ιστορικών μνημείων στον τόπο τους. Ο Νικόλας ένα φτωχό παιδί που συμμετέχει ενεργά στον ξεσηκωμό για την απελευθέρωση της Τουρκοκρατούμενης ακόμα Θεσσαλονίκης. Ο Νταβίντ εφέντης, ο αρχαιολάτρης Εβραίος, που δίνει τον δικό του αγώνα ενάντια στην εποχή, τη φυλή του και την κοινωνία. Που θα δώσει μια μάχη ζωής για να μην φύγει το μνημείο των Μαγεμένων από την πατρίδα. Η Χάνα που είναι ερωτευμένη με τον Νικόλα και που με την αγάπη τους προσπαθούν να σπάσουν τις αλυσίδες της θρησκείας και της διαφορετικής καταγωγής. Ο Αλέξανδρος o καλλιτέχνης που θα βγει απο την μαλθακότητα της μποέμικης ζωής του για να αγωνιστεί για πρώτη φορά στην ζωή του για κάτι που του δίνει σκοπό. Ο Λευτέρης ο γάτος του Νικόλα που αποτελεί το σύμβολο της αφοσίωσης και παίζει στο βιβλίο έναν ιδιαίτερα αξιοσημείωτο και συμβολικό ρόλο. Γιατί η αφοσίωση στην Λευτεριά της πατρίδας είναι η μοναδική αρχή που είναι αδιαπραγμάτευτη για κάποιους. Αυτοί οι ήρωες οι τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους θα ενωθούν με μια γερή και αδιάσπαστη αλυσίδα προσπαθώντας να αλλάξουν την μοίρα ενός τόπου αλλά και ενός μνημείου. Να διαφυλάξουν τα ιερά και τα όσια, τις ρίζες ενός λαού. Το πάθος τους να συνδυάσουν τον υπέρμετρο πατριωτισμό τους για την απελευθέρωση της πατρίδας και την επιτακτική άμεση ανάγκη να διασώσουν το τεράστιας σημασίας εθνικό μνημείο.. Ο Έντονος ψυχολογικός διχασμός ανάμεσα στις προτεραιότητες που πρέπει να θέσουν για να διασώσουν το όραμα τους. Τα εμπόδια που θα συναντήσουν η δύναμη και το πείσμα με την οποία θα αντιμετωπίσουν την κάθε δυσκολία. Η ανάγκη να πείσουν για την σημασία του εγχειρήματος τους. Μια πάλη με το καθήκον και το ηθικό χρέος. Μια πάλη με τον χρόνο να πιέζει ασφυκτικά θα μας φέρει αντιμέτωπους με έντονη δράση αλλά και μεγάλη αγωνία. Ένα πολύπλευρο Βιβλίο που μας παρουσιάζει μια Θεσσαλονίκη πριν ακόμα γκρεμιστούν τα τείχη της πόλης. Που τονίζει τον πλουραλισμό των εθνοτήτων, των γλωσσών και των Θρησκειών. Που μπορεί και χωράει στις σελίδες του μοναδικά τον έρωτα, την Επανάσταση, την αγάπη για την πατρίδα. Το δικαίωμα στην γυναικεία χειραφέτηση. Μια καταπληκτική και πρωτότυπη σύζευξη αληθινής Λογοτεχνίας και Ιστορικής Αλήθειας. Που σου προσφέρει ολοκληρωμένα συναισθήματα. Που σπάει την υποτέλεια, σβήνει τον φόβο, σπάει την σιωπή. Ένα Σπουδαίο Βιβλίο ατμοσφαιρικό με Διαχρονική αξία. Που φέρνει σε πρώτο πλάνο τον αγώνα για την αξία της Ελευθερίας. Και περνάει σαν μήνυμα την ανάγκη να αποκατασταθούν επιτέλους οι Αρχαιολογικοί θησαυροί επιστρέφοντας στην γη που τους γέννησαν. Οι Μαγεμένες δεν είναι απλά μαρμάρινες μορφές. Μέσα απο το βιβλίο αποκτούν υπόσταση, κίνηση και φωνή. Σε μαγεύουν με την αυθεντικότητα τους. Σε προκαλούν να γνωρίσεις την αξία τους και να υπολογίσεις την σημασία τους. Σε αναγκάζουν να αφυπνιστείς ��αι να δώσεις αξία στο ιστορικό παρελθόν της πατρίδος σου και να παλέψεις για όλα αυτά που ανήκουν σε σένα και σε όλους τους Έλληνες. Γιατί επιτέλους πρέπει να καταλάβουμε πως οι λαοί που ξεχνούν την ιστορία τους δεν έχουν κανένα απολύτως μέλλον. https://vivlionerga.blogspot.gr/2017/...
Ένα ταξίδι στην ιστορία των Μαγεμένων της Θεσσαλονίκης μας που μεταφέρθηκαν στο μουσείο του Λούβρου το 1864 από τον Γάλλο παλαιογράφο Εμμανουέλ Μιλέρ, που τα αγόρασε από την τουρκική κυβέρνηση λες και ήταν ιδιωτική περιουσία. 12 Νοεμβρίου του 1864, η ημέρα που ο Μιλέρ διέλυσε το μνημείο και μετέφερε τα μέλη του στο πλοίο “La muette”. Πέντε χρόνια μετά, το 1869, με διαταγή του Ναπολέοντα Γ’ οι" Μαγεμένες" και τα 5 κιονόκρανα και τμήματα του διαζώματος μεταφέρθηκαν στο Μουσείο του Λούβρου, όπου γίνονται γνωστά ως τα Ελγίνεια της Θεσσαλονίκης.
Ιστορία, μυθοπλασία, πατριωτισμός, έρωτας, ανατροπές, ένταση δεμένα με την αριστοτεχνική γραφή της Κας Κόντζογλου.
Ένα ταξίδι πίσω στο χρόνο για να μας συστήσει τις "Μαγεμένες", που αρκετοί νεοέλληνες αγνοούν την ύπαρξη τους , ενώ άλλοι φευγαλέα έχουν ακούσει κάποια στιγμή στη ζωή τους μια αναφορά για αυτές χωρίς να ξέρουν κάτι περισσότερο και πολλοί λίγοι ξέρουν την πραγματική ιστορία τους. Μια ιστορία που η συγγραφέα μας φέρνει στο προσκήνιο γνωρίζοντας μας τον Νταβίντ έναν εβραίο έμπορο που κατοικεί στο σπίτι που είναι δίπλα στις "Μαγεμένες" και έχει δώσει όρκο να προστατέψει το μνημείο. Η μικρότερη του κόρη, η Αννίκα, αγαπά τις τέχνες, τα γράμματα και θέλει να μαθαίνει όσο το δυνατόν περισσότερα. Ο πατέρας της το αντιλαμβάνεται και με τον τρόπο του προσπαθεί να διευρύνει η Αννίκα τις γνώσεις της γιατί τη θεωρεί πολύ καλύτερη και από δέκα γιους. Παρόλο που τα ήθη και τα έθιμα της εποχής εκείνης υποχρεώνουν τις γυναίκες να γνωρίζουν μόνο ότι αφορά το νοικοκυριό, το πλέξιμο και το μεγάλωμα των παιδιών.
Ο Νταβίντ έχει στη δούλεψη του και ένα παραγιό, τον Νικόλα, που είναι άξιος και πολλές φορές τον βλέπει σα τον γιο που δεν απέκτησε ποτέ παρόλο που έχει την Αννίκα του. Η εμπιστοσύνη του Νταβίντ προς τον Νικόλα είναι τέτοια που τον έστελνε για να κλείνει δουλειές αντί εκείνον. Ο Νικόλας είναι ερωτευμένος με την Αννίκα και βλέπονται κρυφά με τη βοήθεια του γάτου του, Λευτέρη, γιατί δεν πρέπει να μαθευτεί ότι αγαπιούνται, υπάρχουν πολλά ζητήματα της εποχής που δεν τους επιτρέπουν να είναι μαζί αλλά οι καρδιές τους, καιρό τώρα χτυπούν σα να είναι μια.
Και μέσα σε όλα θα γνωρίσετε τον Αλέξανδρο, μεγαλωμένος στην Γαλλία, θα γίνει ο καλύτερος φίλος του Νικόλα και μαζί με άλλους θα εναντιωθούν στον Μίλερ που ήθελε να πάρει το μνημείο από την Θεσσαλονίκη. Ο Αλέξανδρος, από την στιγμή που πάτησε το πόδι του στη Θεσσαλονίκη έμοιαζε σα να ήταν εκεί και να μην ήταν. Και σε αυτό έπαιξε μεγάλο ρόλο ο πατέρας του, που μισούσε και ζήλευε τον γιο του. Και αυτό είχε ξεκινήσει από όταν ήταν μικρός, για την σχέση που είχε ο Αλέξανδρος με τη μητέρα του και τους παππούδες του, τη μόρφωση που του δόθηκε ενάντια στη δική του επιθυμία. Γιατί θα προτιμούσε να τον είχε κοντά του ώστε να τον μάθει τα πάντα για το εμπόριο, ώστε να τον αφήνει στο πόδι του όταν χρειαζόταν και ίσως εκείνος να έχει το ελεύθερο να κάνει άλλες δουλειές που δεν ήθελε να γνωρίζει κανείς με μεγαλύτερη ευκολία (;).
Ένα βιβλίο που οι σελίδες γυρνούν μόνες τους, διαβάζεις και γνωρίζεις τον τρόπο που ζούσαν εκείνη την εποχή με τα θετικά, τα αρνητικά, τις διάφορες κουλτούρες, την καταπίεση και την δίψα για ελευθερία. Αλλά και την αγωνία των συναντήσεων που έκαναν οι επαναστάτες μέχρι να φτάσουν στο σημείο της συνάντησης αλλά και όταν έφευγαν, το βάρος των αποφάσεων που καλούνταν να πάρουν. Πόσο δύσκολο ήταν εκείνο το δίλημμα να προδώσουν την επανάσταση που προετοίμαζαν χρόνια πριν ή να σώσουν το μνημείο που και αυτό τους πονούσε γιατί ήταν κομμάτι τους;
Το βιβλίο της Κας Κόντζογλου διαβάζοντας το θα σας επιτρέψει να γνωρίζετε ένα κομμάτι της ιστορίας μας, που αξίζει να ψάξετε περισσότερο, να βιώσετε τα συναισθήματα και τις αγωνίες εκείνης της εποχής αλλά και να γνωρίσετε την καθημερινότητα των ανθρώπων που ζούσαν τότε, γι' αυτά αλλά για την μοναδική πένα της αξίζει να το διαβάσετε!
Καλοστημένο και, όπως φαίνεται, καλά τεκμηριωμένο ιστορικά. Μου άρεσε ιδιαίτερα η αναβίωση της εποχής μέσα από διάφορες λεπτομέρειες (αντικείμενα, τοποθεσίες, κώδικες κοινωνικής συμπεριφοράς, ομιλία). Η υπόθεση αρκετά ενδιαφέρουσα, όπως και οι χαρακτήρες, ενώ υπάρχουν και κάμποσες έντονες και συγκινητικές στιγμές. Οι λάτρεις της ιστορίας, της αρχαιολογίας, και βεβαίως της Θεσσαλονίκης, σίγουρα θα το ευχαριστηθούν.
Για να μιλήσουμε για το βιβλίο της Μαίρης Κόντζογλου που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο με τίτλο «Οι Μαγεμένες – Las Incantadas» θα χρειαστεί να σας αναφέρω μερικά στοιχεία από την ιστορία των θρυλικών Μαγεμένων της Θεσσαλονικής μας, έτσι ακριβώς όπως κάνει και η συγγραφέας του βιβλίου.
Ο Βασιλιάς της Θράκης αναστατώθηκε από τις φήμες που ήθελαν την γυναίκα του να διατηρεί δεσμό με τον Μ.Αλέξανδρο και έτσι διέταξε να κάνουν μάγια στον εραστή της γυναίκας του. Ακούγοντας τις σχετικές πληροφορίες που έφτασαν στα αυτιά του, ο Μ.Αλέξανδρος δεν πλησίασε την γυναίκα του βασιλιά αλλά εκείνη, έτρεξε να βρει τον αγαπημένο της παίρνοντας μαζί της και την συνοδεία της. Έτσι, η βασίλισσα και η συνοδεία της αποτελούν τις 8 «καρυάτιδες» της Θεσσαλονίκης καθώς τα μάγια τους μετέτρεψαν σε 8 αγάλματα. Τα αγάλματα τοποθετήθηκαν κατά τον 2ο αιώνα μΧ στο ύψος περίπου της Αρχαίας Αγοράς.
Πρόκειται για ανάγλυφες, μυθολογικές μορφές, που διακοσμούσαν μια κορινθιακή κιονοστοιχία και αναπαριστούσαν τον θεό Διόνυσο δίπλα σε έναν πάνθηρα, την Αύρα με πέπλο, την Αριάδνη στεφανωμένη με τα φύλλα μιας κληματαριάς, τη Λήδα με τον κύκνο, μια Μαινάδα που παίζει διπλό φλάουτο, το Γανυμήδη μαζί με τον Δία μεταμορφωμένο σε αετό και έναν Διόσκουρο με μια αναπαράσταση αλόγου στα πόδια του. Η αρπαγή των «Μαγεμένων» ήταν η πρώτη καταγεγραμμένη κλοπή, με την άδεια των τότε Οθωμανικών Αρχών. Ο Emmanuel Miller τα μετέφερε στην Γαλλία, όπου βρίσκονται μέχρι και σήμερα στο μουσείο του Λούβρου.
Οι «Μαγεμένες» ήταν πασίγνωστες, κοσμούσαν την αγορά της Σαλονίκης από το 2ο-3ο μ.Χ. αιώνα και αποτελούσαν σημείο αναφοράς. Αργότερα στην περιοχή αναπτύχθηκε η εβραϊκή συνοικία Rogos. Ένα τμήμα τότε από τη «Στοά των Ειδώλων» με τις «Μαγεμένες» βρέθηκε ενσωματωμένο στο σπίτι ενός πλουσίου Εβραίου. Την εποχή εκείνη αποκαλούνταν «Las Incantadas» γιατί οι Εβραίοι της συνοικίας μίλαγαν Ισπανικά.
Όλα αυτά τα ιστορικά και μυθολογικά στοιχεία, τα οποία δίνονται από τη συγγραφέα στο εισαγωγικό της κείμενο αλλά και στα πρώτα δύο κεφάλαια του βιβλίου της, εισάγουν τον αναγνώστη της στο μαγικό ταξίδι που πρόκειται να πραγματοποιήσει μέσα από αυτές τις σελίδες. Και ποιος καλύτερος τρόπος από το να ξεκινήσει από τον λαϊκό θρύλο που καλύπτει αυτή την ερωτική σχέση του Μ.Αλέξανδρου με την βασίλισσα. Αγνοώντας τα πάντα, πέφτει στην παγίδα, παίρνοντας μαζί της και την συνοδεία της. Η ιστορία με τον Όθωνα και την Αμαλία που εγκαταλείπουν την Ελλάδα, μας προειδοποιεί μέσα από τα λόγια του Όθωνα για το κακό που θα συμβεί: «Φοβάμαι για τους θησαυρούς αυτής της χώρας, τις αρχαιότητες , τα μνημεία».
Αναμφισβήτητα, όσο ο αναγνώστης διαβάζει τις σελίδες των «Μαγεμένων» τού γεννάται η απορία: «Αν οι σύγχρονοι Έλληνες δεν μπορούν να πάρουν πίσω τα μνημεία που αφαιρέθηκαν από την χώρα τους, τότε πως φέρθηκαν οι Θεσσαλονικείς την περίοδο που η «Στοά των Ειδώλων» διαλύθηκε για να μεταφερθεί σε έναν ξένο τόπο; Αντιστάθηκαν; Πολέμησαν με όλα τα μέσα; Ή όλα έγιναν πίσω από την πλάτη τους;» Το βιβλίο της Μαίρης Κόντζογλου έρχεται να απαντήσει σε όλα αυτά τα ερωτήματα και όχι μόνο. Πλέκοντας δύο ισχυρές ερωτικές ιστορίες, παρουσιάζει ήθη και έθιμα που διατηρούσαν οι οι τρεις κοινότητες, των εβραίων, των χριστιανών και μουσουλμάνων που έμεναν τότε στην πόλη. Παρουσιάζει τις διαφορές αλλά και το κοινό στοιχείο που θα τους ενώσει σε έναν αγώνα λευτεριάς. Χρησιμοποιώντας και επεκτείνοντας τις επιστολές που έστελνε ο Εμμανουέλ Μιλλέρ στη σύζυγό του, μας δίνει ένα λεπτομερές ημερολόγιο των γεγονότων και ενισχύει την ιστορία της, ακόμα και παρουσιάζοντας την βίαιη εξέλιξη των γεγονότων. Γιατί ναι, οι πολίτες πολέμησαν με όλες τις δυνάμεις τους, όπως μας παρουσιάζει η συγγραφέας στην ιστορία της, προσπαθώντας να κρατήσουν τις «Μαγεμένες» στον τόπο τους, το ένδοξο παρελθόν της Ελλάδας.
Το βιβλίο είναι προϊόν μυθοπλασίας και αυτό το συνειδητοποιείς σε ελάχιστες από τις σελίδες της. Παρακολουθείς με ενδιαφέρον στις πρώτες σελίδες της, την παρουσίαση τόσων διαφορετικών χαρακτήρων, όλων όμως απαραίτητων σε αυτή την αναμέτρηση της μυθοπλασίας με τα ιστορικά γεγονότα. Δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στην Αδελφότητα που αντιστέκεται και παλεύει για την απελευθέρωση της Μακεδονίας, «δανείζεται» κάποιες από τις δυνάμεις της για τον αγώνα ενάντια στην αρπαγή των αγαλμάτων, του πολιτισμού της πόλης. Σε αυτή την αντίσταση θα πάρουν μέρος, ισχυροί αλλά και εκ πρώτης όψεως, αδύναμοι χαρακτήρες που στην πορεία θα αποδείξουν πόσο δυνατοί μπορεί να γίνουν, πολεμώντας για το μέλλον της πατρίδας τους.
Η συγγραφέας δίνει πνοή στα αγάλματα, τα οποία κινούνται και μιλούν, προειδοποιώντας για την σκληρή μοίρα, κυρίως την εβραική κοινότητα. Μέσω του Διόνυσου, φτάνει το μήνυμα: «Όπως θα φύγουμε εμείς από δω και σεις κάποτε θα φύγε��ε, πάλι θα ξεριζωθείτε!». Οπότε, η ίδια η συγγραφέας αναδεικνύει την σημασία που έχει η αρπαγή των ειδώλων. Οι εβραίοι θα εκδιωχθούν και πάλι μετά την μοίρα που περιμένει τις «Μαγεμένες», ενισχύοντας τον λόγο για τον οποίο οι κοινότητες πρέπει να προστατεύσουν τα αγάλματα ακόμα και με κίνδυνο της ίδιας της ζωής τους. Έτσι κάνει τους χαρακτήρες της ισχυρούς αλλά και συνάμα ευάλωτους και αγαπητούς στο αναγνωστικό της κοινό, το οποίο προσδοκά ένα καλό τέλος γι’ αυτούς. Πόσο εύκολο είναι όμως αυτό όταν η μυθοπλασία ακολουθεί τα πλαίσια των ιστορικών γεγονότων;
Ο κόσμος της Τέχνης και της Ιστορίας υμνούνται στο βιβλίο της Μαίρης Κόντζογλου,
όπου το μέλλον της ανθρωπότητας συνδέεται άμεσα με τη μοίρα των «Μαγεμένων».
Χαρακτήρες που είναι φορτωμένοι με τα προσωπικά τους σφάλματα, γερνούν μέσα σε μια μέρα και όπως περιγράφει με συγκλονιστικό τρόπο η συγγραφέας: «Μπορεί ο χρόνος που απαιτήθηκε για όλα αυτά να μην ξεπέρασε συνολικά τα δέκα λεπτά, όμως ο οικοδεσπότης νόμισε πως είχε περάσει κατρακλώντας σε γκρεμό η μισή του ζωή, σχεδόν «άκουγε» τα μαλλιά του να ασπρίζουν όπως έβγαιναν από τις ρίζες τους και αισθανόταν τα μέλη του να γεμίζουν ρευματισμούς, τριξίματα και πόνους.»
Εν τέλει, μια απώλεια δίνει την απόλυτη δικαιολογία στη συγγραφέα να επιτρέψει στους επαναστάτες να χάσουν την οργάνωσή τους, να βρεθούν απροετοίμαστοι, με όποιο κόστος έχει αυτό. Η αποκαθήλωση δίνεται συγκλονιστικά ενώ «ο λαός είναι σαν ναρκωμένος…», περιγράφει ο Μιλλέρ μέσα από τις σελίδες της Μαίρης Κόντζογλου, ο οποίος μέσα από τις δικές του γραμμές χάνει την όποια δικαιολογία μπορεί να του δώσει κάποιος, γράφοντας ότι το κομμάτιασμα των ειδώλων είναι «πράξη ενός βανδάλου» και ότι όλος ο κόσμος θα τους κατηγορήσει.
Το τέλος είναι δοσμένο με τον καλύτερο τρόπο, παρουσιάζοντας έναν υποθετικό διάλογο μεταξύ των αγαλμάτων, σε ένα σκοτεινό υπόγειο του μουσείου στο Παρίσι. Λαβωμένες οι «Μαγεμένες» προσδοκούν ένα ευτυχισμένο τέλος, μόνο που δεν είναι κοντά αυτό.
Και όπως λέει η συγγραφέας: «Κι ο κόσμος όλος ερείπια…».
Η άποψη της Καλλιόπης Γιακουμή για το βιβλίο "ΟΙ ΜΑΓΕΜΕΝΕΣ" (Las Incantadas) Συγγραφέας Μαίρη Κόντζογλου Εκδόσεις Μεταίχμιο
Οι Μαγεμένες-"Las Incantadas", όπως τις αποκαλούσαν οι Εβραίοι κάτοικοι της Σαλονίκης – οι οποίοι στην πλειοψηφία τους μιλούσαν ισπανικά, τη γλώσσα των σεφαραδιτών Εβραίων της Σαλονίκης ή Στοά των Ειδώλων για τους Έλληνες, είναι ένα ρωμαϊκό μνημείο το οποίο βρισκόταν στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Ήταν εξαιρετικής ομορφιάς και μεγάλης καλλιτεχνικής αξίας. Πιθανόν να ήταν μέρος ενός μεγαλύτερου συγκροτήματος. Το μνημείο, από τα ύστερα χρόνια του 2ου μ.Χ. αιώνα που φιλοτεχνήθηκε, το σεβάστηκαν όλοι οι κατακτητές της πόλης –και ήταν πολλοί–, όπως και οι μεγάλοι σεισμοί που τη χτύπησαν. Το 1864 ο Γάλλος παλαιογράφος Εμμανουέλ Μιλλέρ, με εντολή του αυτοκράτορα της Γαλλίας Ναπολέοντα του Γ’ και τη σύμφωνη γνώμη του σουλτάνου Αμπντούλ Αζίζ –η Σαλονίκη είναι ακόμη τουρκοκρατούμενη–, φτάνει στην πόλη για να πάρει το μνημείο στο Παρίσι, παρά τη θέληση όλων των κατοίκων, είτε ήταν χριστιανοί, εβραίοι ή μουσουλμάνοι. Με αφορμή λοιπόν αυτό το ιστορικό γεγονός η Μαίρη Κόντζογλου εμπνέεται και συνθέτει το εξαιρετικό μυθιστόρημα "Οι Μαγεμένες - Las Incantadas". Παρακολουθούμε μέσα από την περίτεχνη αφήγηση της συγγραφέως την ιστορία του περίφημου μνημείου και την ζωή στη Θεσσαλονίκη στα μέσα του 19ου αιώνα, που είναι ένα μωσαϊκό πολιτισμών, είναι η πόλη που μιλούσε πολλές γλώσσες και πίστευε σε τρεις θεούς, η πολυπολιτισμική Θεσσαλονίκη. Οι ήρωες λοιπόν του βιβλίου, χριστιανοί και Εβραίοι, άλλοι προσπαθούν να αποτρέψουν την αρπαγή των «Μαγεμένων» και άλλοι βοηθούν τον απαγωγέα να το πετύχει. "Οι Μαγεμένες" ένα μείγμα μυθοπλασίας και πραγματικού. Μια ιστορία που κινείται σε δύο άξονες τον ιστορικό και τον κοινωνικό. Τα ιστορικά γεγονότα, εμφανίζονται με μια δόση μυθοπλασίας προς χάριν της πλοκής, αφήνοντας ωστόσο ακόμη μια φορά να φανεί η εις βάθος ιστορική και επιμελής ερευνά της Μαίρης Κόντζογλου πάνω στο θέμα και η γνώση που αποκόμισε, η οποία της επιτρέπει να φτιάχνει σενάρια. Αφηγούμενη κρατά τις σωστές ισορροπίες και στέκει σε απόσταση από αυτά, καταφέρνωντας να τα περιγράφει σύμφωνα με την πλοκή και την εξέλιξη του βιβλίου, χωρίς να τα παραποιεί, επιτρέποντας στον αναγνώστη να βγάλει ανεπηρέαστος τα δικά του συμπεράσματα. Ενσωματώνει αρμονικά ιστορικά γεγονότα τα οποία δίνουν αληθοφάνεια και βαρύτητα στο βιβλίο, χωρίς να κουράζει, ενώ τα κοινωνικά θέματα εμφανίζονται σαν απόρροια αυτών των εξελίξεων, επηρεάζοντας τις ζωές των ηρώων του βιβλίου. Τα μηνύματα που θέλει να μεταδώσει σαφή μιας και φαίνεται σαν μην θέλει να τα αποδυναμώσει αφήνοντας τον αναγνώστη να οδηγηθεί σε αυτά, μα να τα τονίσει με τον δικό της μοναδικό, καυστικό τρόπο και να τον φέρει ενώπιον τους, δίνοντας του έτσι πολύ τροφή για σκέψη. Η αρχαιοκαπηλία, οι κοινωνικές σχέσεις της εποχής, ο αγώνας της επανάστασης, το χάσμα ανάμεσα στους διαφορετικούς κατοίκους, καθώς και το υπέρτατο ιδανικό της λευτεριάς με όλες τις έννοιες, είναι κάποια από τα κυρίαρχα μηνύματα του βιβλίου. Η γραφή της, ρέουσα, υπεύθυνη, ειλικρινής, ευφυής και ευφάνταστη, απλώνεται στις σελίδες αποκαλύπτοντας το συγγραφικό ταλέντο, που ωθεί τον αναγνώστη να αναγνωρίσει τις πληγές οι οποίες από τότε ταλαιπωρούν το ελληνικό έθνος. Μια γραφή που δημιουργεί συναισθήματα και ταυτίζει εύκολα με τους ήρωες του βιβλίου χαρεί στον ρεαλισμό και την αληθοφάνεια που αποπνέει και την οικειότητα που προσδίδει στους χαρακτήρες. Ο έρωτας είναι ένας ακόμα από τους ήρωες του, μια εβραιοπούλα που αγαπιέται με έναν Έλληνα επαναστάτη και ο πόθος τους για την λευτεριά, παίζει καταλυτικό ρόλο στην ιστορία και στην προσπάθεια που κάνουν για να σωθεί το μνημείο. Οι περιγραφές λυρικές, εικονοπλαστικές, μεταφέρουν άμεσα το κλίμα μιας εποχής που η σαγήνη της αιχμαλωτίζει εύκολα τον αναγνώστη. Η πλοκή κλιμακούμενη, χωρίς να μπερδεύει, χωρίς να αποπροσανατολίζει, ξετυλίγεται στις σελίδες του βιβλίου και κρατάει το ενδιαφέρον του αναγνώστη ως το τέλος. Οι Μαγεμένες με την απαράμιλλη και περίτεχνη ομορφιά τους, δεσπόζουν με την παρουσία τους στο βιβλίο, καθ όλη την ανάγνωση του και σκορπούν μαγεία. Μια μαγεία που ξυπνά συνειδήσεις, που αφυπνίζει και θυμίζει ξεχασμένα ιδανικά, τονίζουν την σημαντικότητα της πολιτιστικής κληρονομιάς ως ένα τμήμα της ιστορίας του τόπου μας που δεν πρέπει να επιτρέπουμε να "απάγεται" από κανέναν. Η ταυτότητα ενός τόπου είναι η ιστορία του, οι ρίζες που άπλωσε από το χθες στο σήμερα..ρίζες που δεν πρέπει να ξεχνάμε μα και να κρατάμε αλώβητες στο πέρασμα του χρόνου. Ρίζες που δεν πρέπει να επιτρέπουμε σε κανέναν να αμφισβητεί, να μειώνει και να καπηλεύεται. Η ιστορία και οι ρίζες του τόπου μας πρέπει να υπερασπίζονται με κάθε κόστος και κάθε τίμημα. Ο τρόπος που αναδεικνύονται όλα αυτά μέσα σε αυτό το βιβλίο συγκινεί μα και διδάσκει.. Διδάσκει πως λαός χωρίς ρίζες και ιστορία, είναι ένας λαός καταδικασμένος και χωρίς μέλλον. Εμείς ήμασταν πάντα ένας λαός πλούσιος σε όλα αυτά, ίσως και για αυτό τα χέρια κάποιων, ομοεθνών και ξενών, ήταν πάντα χωμένα βαθιά στις "τσέπες" μας, το θέμα είναι πόσο θα το επιτρέπουμε ακόμα !! Ευχαριστώ λοιπόν πολύ την Μαίρη Κόντζογλου γιατί εξαιτίας της έμαθα την ιστορία των Μαγεμένων, που ήταν η πρώτη αρχαιοκαπηλία που έγινε στην Ελλάδα μα πάνω από όλα την ευχαριστώ, που με έκανε να "δω"... Διαβάστε αυτό το βιβλίο, μόνο κερδισμένοι και πλουσιότεροι, με όλες τις έννοιες θα βγείτε, τελειώνοντας την ανάγνωση του!!
Μυθοπλασία, μυθολογία και ιστορία μπλεγμένα περίτεχνα. Ωραία χρήση της γλώσσας που δημιουργεί έντονες εικόνες. Θεσσαλονίκη κοσμοπολίτισσα και σημείο ιστορικών εξελίξεων, εν μέσω σκλαβιας. Ο αγώνας για τα αρχαία, οι παράλληλες - ή κοινές; - ιστορίες δημιουργούν ένα ενδιαφέρον βιβλίο. Ταξίδι από το «κέντρο» της Μακεδονίας στο νησί της, που τόσα χρόνια έχω να βρεθώ (ντροπή μου) κι ας έχω ρίζες, σαν το «μαγεμένο» μάρμαρο.
Η αρχαιολογική έρευνα και η συλλεκτική πρακτική δεν σταματάει ποτέ. Συνεχώς ανακαλύπτονται θησαυροί παλαιότερων εποχών και η αντίληψή μας για το παγκόσμιο γίγνεσθαι διευρύνεται με κάθε νέα ανακάλυψη.
'Και εκείνη θα το μεγάλωνε με την ιστορία για τις <Μαγεμένες> για να μην την ξεχνούσε ο κόσμος ποτέ'' απόσπασμα σελ.422 Ευχή και υποχρέωση όλων μας να δίνουμε στα παιδιά μας το εύνασμα για την γνώση της Ιστορίας του τόπου μας με οποιαδήποτε τρόπο και οποιαδήποτε στιγμή.Και η συγγραφέας με το έργο της αυτό βάζει ένα μικρό λιθαράκι ώστε να αφυπνισθεί η συνείδησή μας προσεγγίζοντας ένα κομμάτι της και δη της Θεσσαλονίκης και των "Μαγεμένων"που πολλοί δεν γνωρίζουμε. Μία απολαυστική αναδρομή στον χρόνο και την Ιστορία της Θεσ/νίκης.Η αρπαγή των ειδώλων,η ατμοσφαιρική αίσθηση της πόλης στα μέσα του 19ου αιώνα,οι εκφράσεις άλλων εθνοτήτων,ήθη και έθιμα,παλαιές συνήθειες,επαναστατικές ομάδες,ζωντανεύουν αναδίδοντας την δική τους αύρα.Με την δεξιοτεχνία της γραφής που διακατέχει την συγγραφέα,με έξυπνο τρόπο και ολοκληρωμένη σκέψη ξεδιπλώνει την πλοκή δίνοντας στον αναγνώστη πλούτο πληροφοριών και λεπτομέρειες που αποκαλύπτονται μπροστά του. Η άμεμπτη χρήση γλώσσας με στοιχεία λυρισμού και μαγικού ρεαλισμού περιπλέκουν τον μύθο με αληθινά γεγονότα και με την έναρξη του μύθου και εναλλαγών επιστολών ,συμβολισμών,μεταφυσικών προσωπικοτήτων και γεγονότων,κάνουν το βιβλίο να κυλά με γρήγορο ρυθμό δίνοντας ζωντάνεια στην πλοκή χρησιμοποιώντας εικόνες που μας μεταφέρουν στην εποχή εκείνη.Ήρωες με ενδιαφέρουσες προσωπικότητες ,λογοτεχνικές μορφές,διαφορετικοί χαρακτήρες,ξεχωριστοί άνθρωποι, αρχαιολάτρεις,καλλιτέχνες αναδεικνύονται μέσα από ένα αγώνα προσωπικό και ομαδικό,από στιγμές έντασης,από περιπέτειες και από έρωτα.Η κυρία Κόντζογλου έχει μελετήσει τα ιστορικά γεγονότα της πόλης και υπηρετώντας την λογοτεχνία με σεβασμό καταθέτει τις γνώσεις και δίνει στον αναγνώστη την ευκαιρεία της μάθησης (όσον αφορά την Ιστορία) διδάσκοντας και προβληματίζοντας συγχρόνως και δίνοντας έμφαση στην φιλία,στην δύναμη,στην αγάπη,στα κοινωνικά μηνύματα,μέσα από ένα ευανάγνωστο και αξιοσημείωτο βιβλίο.
Δεν μου άρεσε το βιβλίο Οι Μαγεμένες και πλέον η Μαίρη Κόντζιγλου είναι από τις συγγραφείς που δεν θα ξαναδιαβάσω. Η αρχή είχε γίνει με το ένα και μοναδικό προηγούμενο βιβλίο της που διάβασα, το πρώτο βιβλίο της τριλογίας με τα Παλιά Ασήμια. Εκείνο το βιβλίο ήθελε χάρτη και ένδειξη για το ποιός μιλάει σε κάθε κεφάλαιο. Ήταν τόσο μπερδεμένο και "αφαιρετικό" που έπρεπε να βάζεις χαρτάκια με διαφορετικά χρώματα σε κάθε ιστορία για να την παρακολουθήσεις. Άσε τους υπερβατικούς έρωτες διαμέσου των αιώνων! Έλεος δηλαδή. Επειδή όμως μου το εκθείαζαν το συγκεκριμένο, είπα να δώσω δεύτερη ευκαιρία και χαίρομαι που την έδωσα γιατί πλέον μπορώ να πω με σιγουριά: όχι άλλη Κόντζογλου. Δεν ξέρω τι είναι αυτό που με χάλασε στη διήγηση, ίσως ότι είναι επιδερμική και δισδιάστατη. Η γλώσσα δεν είναι κακή αλλά τα νοήματα είναι πολύ εύκολα και δεν σε τραβάει μέσα στην ιστορία. Επίσης, η αφήγηση έχει κάποια λάθη που χτυπούν: δεν μπορεί να σου πετάει ο συγγραφέας ξαφνικά ενώ διηγείται την ιστορία "αγνοούμε για ποιό λόγο το έκανε ο τάδε αυτό" ή "αγνοούμε τα κίνητρά του". Ε τότε τα υπόλοιπα που τα ξέρεις και τα γράφεις; Υπάρχουν κάποιες τέτοιες σφήνες που για μένα τουλάχιστον, δυναμιτίζουν την ιστορία και τη ροή. Επίσης, η συγγραφέας δεν μου έδωσε την άισθηση και την περιγραφή της Θεσσαλονίκης, που άλλες, ξένες συγγραφείς το έχουν καταφέρει καλύτερα. π.χ. το βιβλίο Το Νήμα της Βικτόρια Χίσλοπ ήταν εξαιρετικό αναφορικά με τη Θεσσαλονίκη και ακόμα και αν δεν γνώριζες καθόλου την πόλη σου την περιέγραφε με προσεκτικές πινελιές. Αντίστοιχα, η Μεταξία Κράλλη στο Κάποτε στη Σαλονίκη, σου έδινε αίσθηση πόλης και της διαφοράς της ζωής των Εβραίων και των Χριστιανών. Στα συν του βιβλίου, η περιγραφή του καθημερινού τρόπου ζωής των Εβραίων και των εθίμων τους.
Κρίμα και το περίμενα καλύτερο. Τα αστεράκια μάλλον 2,5 είναι αλλά όχι 3.
Ενδιαφέρον ιστορικό μυθιστόρημα που εκτυλίσσεται στη Θεσσαλονίκη του 19ου αιώνα, με τις προσωπικές ιστορίες των πρωταγωνιστών να περιστρέφονται γύρω από το αληθινό γεγονός τoυ ξηλώματος του ρωμαϊκού μνημείου των "Μαγεμένων" (Las Incantadas) και της μεταφοράς του στη Γαλλία, όπου και βρίσκονται μέχρι σήμερα, στο μουσείο του Λούβρου.
Δεμένη πλοκή, χωρίς ριψοκίνδυνες ακροβασίες και με μεστή εμβάθυνση στους χαρακτήρες, χωρίς να γίνεται κουραστικό συνυπάρχοντας με τα υπόλοιπα κοινωνικά και πολιτικά στοιχεία που οφείλει να περιέχει ένα ιστορικό μυθιστόρημα.
Μόνα ψεγάδια υπήρχαν κατά τη γνώμη μου στη γραφή όπου η ισορροπία πεζού και λυρικού λόγου κάποιες φορές έγερνε υπερβολικά υπέρ του δεύτερου και στην ερμηνεία των ιστορικών γεγονότων η οποία κάποιες φορές, φαινόταν κάπως μονόπλευρη.
Συμπερασματικά μου φάνηκε ένα ευχάριστο ανάγνωσμα, ακόμα και αν διηγούταν ένα ιδιαίτερα δυσάρεστο γεγονός για την ιστορική κληρονομιά της Θεσσαλονίκης, ξύνοντας πρόσφατες παρεμφερείς πληγές, μια και η ιστορία εν μέρει επαναλήφθηκε, περίπου 160 χρόνια αργότερα.
Μια ολοζώντανη αναπαράσταση της ιστορίας των Μαγεμένων, του μνημείου που κοσμούσε την Ρωμαϊκή Αγορά της Θεσσαλονίκης, μέχρι την βίαιη απόσπαση του, τον τεμαχισμό του και την μεταφορά των κομματιών του στον Λούβρο, τον χειμώνα του 1864, από τον Γάλλο αρχαιολόγο Εμμανουέλ Μιλλέρ. Επιδέξια η συγγραφέας χτίζει την ιστορία της γύρω από το μνημείο, συνδυάζοντας ιστορικά και μυθιστορηματικά στοιχεία και ζωντανεύει με γλαφυρότητα την πολυπολιτισμική ατμόσφαιρα της Θεσσαλονίκης, στα τέλη του 19ου αιώνα. Το βιβλίο είναι αρκετά άνισο, με κάποια σημεία πολύ καλογραμμένα, αλλά και αρκετές κοινοτοπίες περί ηρωισμών, ένδοξου παρελθόντος κλπ κλπ... Επίσης, τα στοιχεία μαγικού ρεαλισμού που επιχειρεί να εισάγει, βάζοντας για παράδειγμα τα αγάλματα να συνομιλούν με τους ήρωες, ή μεταξύ τους, δεν δουλεύουν καθόλου, είναι εντελώς πρωτόλεια και θυμίζουν παιδικό παραμύθι (όχι καλό). Οι ήρωες πάλι, είναι εντελώς προβλέψιμοι και επίπεδοι, από την πρώτη στιγμή που εμφανίζονται στο μυθιστόρημα, καταλαβαίνεις με ποιούς θα συνταχθούν και ποιό ρόλο θα παίξουν. Κι όμως, παρόλα αυτά τα προβλήματα, η αίσθηση που αποκόμισα από το βιβλίο δεν είναι κακή. Κάπου το σώζουν οι υπέροχες περιγραφές της περιτοιχισμένης πόλης, της υπαίθρου, αλλά και της Θάσου, η γλαφυρή αναπαράσταση μιας εποχής με όλα της τα πολιτισμικά και ηθογραφικά στοιχεία, το πολύχρωμο ψηφιδωτό της Θεσσαλονίκης που ξεπροβάλει μέσα από την αιώνια ομίχλη με όλες του τις φυλές, τις γλώσσες, τις θρησκείες, τους ήχους και τις μυρωδιές...
«…Στο υποφωτισμένο κτήριο, επικρατούσε πανδαιμόνιο από τις πολλές φωνές που μιλούσαν σε όλες τις γλώσσες και η ατμόσφαιρα ήταν γεμάτη καπνούς. Μικρές εστίες φωτιάς έκαιγαν εδώ κι εκεί. Σιδεράδες πύρωναν τα τελευταία πέταλα, καφετζήδες άναβαν ναργιλέδες κι έβραζαν τσάγια. Οι Αλβανοί περιφέρονταν πουλώντας μπόζα, ένα ποτό από κεχρί. Γυναίκες μαντηλοδεμένες έψηναν μικρές πίτες και κομμάτια σουτζουκιού πάνω στα μαγκάλια. Η μυρωδιά της καβαλίνας ανακατευόταν με αυτές του κρέατος, που άρπαζε από την απροσεξία των ψητάδων, των σέρτικων σιγαρέτων, του ανθρώπινου ιδρώτα, των βρεγμένων τσουραπιών που στέγνωναν κοντά στις φλόγες, της λάσπης που ξεραίνονταν σε τσαρούχια και μπότες…»
Επίσης, η συγγραφέας τα έχει καταφέρει πολύ καλά στα σημεία που κορυφώνεται η πλοκή, όπου και πάλι η περιγραφή είναι ολοζώντανη και σε καθιστά σχεδόν αυτόπτη μάρτυρα στο γεγονός: Στον θάνατο της Ρεβέκκας, στο ξήλωμα και το κομμάτιασμα του μνημείου, στον πετροπόλεμο με τους ντόπιους, στον θάνατο της Απολίν, σ' εκείνον τον πυροβολισμό ανάμεσα σε γιο και πατέρα που μένει μετέωρος και στο φινάλε - πραγματικά εμπνευσμένο και αναπάντεχο - όπου ο έρωτας είναι ο μόνος θριαμβευτής ανάμεσα στα συντρίμμια.
This entire review has been hidden because of spoilers.
Η αγαπημένη μου Ελληνίδα συγγραφέας. Αν και η πλοκή δεν είναι κάτι σπουδαίο, έχουμε την ευκαιρία να γνωρίσουμε ένα μνημείο άγνωστο στους περισσότερους. Ο λόγος της και σε αυτό το βιβλίο μοναδικός. Τόσο ζωντανός και ποιητικός που ένιωθα ότι είμαι εκεί, μπροστά στις Μαγεμενες και μαγεμένη και εγώ, δεν ήθελα να αφήσω το βιβλίο από τα χέρια μου, μα ούτε να τελιώσει
ωραίο βιβλίο για ένα θέμα που δεν ήξερα αλλά με έκανε να το ψάξω. 4 αστεράκια γιατί το τέλος δεν ήταν ξεκάθαρο σχετικά με τον Περικλή και τον Αλέξανδρο και με άφησε με απορια
«Οι Μαγεμένες» .... «Las Incantadas» ... Οι ανάγλυφες, μυθολογικές μορφές, οι οποίες βρισκόντουσαν σε μία στοά (Στοά των Ειδώλων), όπου αναπτύχθηκε η εβραϊκή αγορά στη Θεσσαλονίκη ... Αυτές είναι «Οι Μαγεμένες», τις οποίες έκλεψε ο Γάλλος αρχαιολόγος Εμμανουέλ Μιλλέρ, επί Ναπολέοντα Γ΄... Αυτές τις Μαγεμένες είχα την ευκαιρία να γνωρίσω μέσα απο το βιβλίο της κυρίας Κόντζογλου, Οι Μαγεμένες. Δεν γνώριζα για την ιστορία τους, μάλιστα ένοιωσα έκπληξη όταν συνειδητοποίησα ότι στο μέρος που βρίσκονταν (κοντά στη σημερινή Πλατεία Δικαστηρίων) περνούσα συχνά όσα χρόνια ζούσα στη Θεσσαλονίκη. Η κυρία Κόντζογλου μέσα απο την κυνική ομολογία του αρχαιολόγου Εμμανουέλ Μιλλέρ, από τις επιστολές που ο ίδιος έστελνε στην συμβία του (ενταγμένες μέσα στο βιβλίο), μας παρουσιάζει με συγκλονιστικό τρόπο την κυνικότητα όλων αυτών που καπηλεύθηκαν την ιστορία μας.
Αναλυτικά η άποψή μου ... http://aisthisis.gr/vivlioaisthiseis/... Οι Μαγεμένες είναι ένα συναισθηματικό και ιστορικό βιβλίο το οποίο δεν θα σας αφήσει ασυγκίνητους ...