Σε μία περίοδο όπου οι ελληνο-τουρκικές σχέσεις, εναλλάσσονται μεταξύ έντασης και έστω και σποραδικών εκκλήσεων διαλόγου, που, όταν απευθύνονται από συγκεκριμένες χώρες και διεθνείς οργανισμούς (Ευρωπαϊκή Ένωση/ΝΑΤΟ) έχουν επίσης συγκεκριμένους αποδέκτες, αποκτά ιδιαίτερη αξία για την πληρέστερη και βαθύτερη κατανόηση των ζητημάτων που άπτονται αυτό που αποκαλούμε διπλωματικές σχέσεις Ελλάδας και Τουρκίας, η μελέτη της μονογραφίας του καθηγητή Διεθνών Σχέσεων και Ανάλυσης Συγκρούσεων στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου, Αλέξη Ηρακλείδη. Η πραγματεία φέρει τον τίτλο 'Άσπονδοι Γείτονες. Ελλάδα-Τουρκία: Η διένεξη του Αιγαίου,' και αποτελεί μία εμβριθή ανάλυση που εν προκειμένω, αφενός μεν εστιάζει στο ιστορικό υπόβαθρο των ελληνο-τουρκικών σχέσεων και, αφετέρου δε, προβαίνει σε μία συστηματική εξέταση των ελληνο-τουρκικών διαφορών όπως έχουν διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια, κύρια την περίοδο της Μεταπολίτευσης. Το ύφος που υιοθετείται είναι δηλωτικό των προσωπικών απόψεων του συγγραφέας τις οποίες ενίοτε καταθέτει μέσω αρθρογραφίας (βλέπε την αρθρογραφία του και στην εφημερίδα 'Τα Νέα'), όντας ένας παρεμβατικός διανοούμενος που ασχολείται με το σύνολο ζητημάτων που άπτονται των ελληνο-τουρκικών σχέσεων. Και είναι σαφές, διαβάζοντας το συγκεκριμένο βιβλίο, ό,τι ο καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου θεωρεί ό,τι δεν δύναται να κάνουμε λόγο για την ύπαρξη μόνο μίας διαφοράς στις ελληνο-τουρκικές σχέσεις, η οποία είναι η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και συνακόλουθα η ανακήρυξη Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ), μεταξύ των δύο χωρών, διαφορά που καθίσταται βασική θέση του εγχώριου πολιτικού συστήματος, αλλά, αντιθέτως, για ένα πλέγμα ή αλλιώς, έναν ιδιαίτερο 'αστερισμό' διαφορών που συμπεριλαμβάνουν, πέραν του σύνθετου ζητήματος οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας, την αναντιστοιχία (νοούμενη ως μείζονα απόκλιση), μεταξύ του εύρους της ελληνικής αιγιαλίτιδας ζώνης που είναι στα έξι ναυτικά μίλια και του αντίστοιχου εύρους του εθνικού εναέριου χώρου που εκτείνεται στα δέκα. Παράλληλα, με σημείο αναφοράς εδώ και τις Τουρκικές θέσεις, αναδεικνύονται ζητήματα όπως το καθεστώς στρατιωτικοποίησης των νήσων του Ανατολικού Αιγαίου, οι περιώνυμες 'γκρίζες ζώνες,' ο έλεγχος του εναερίου χώρου του Αιγαίου. Η πραγματεία διαρθρώνεται σε τέσσερις επιμέρους ενότητες οι οποίες και δύνανται να συναρθρώσουν την ιστορική διάσταση, με την νομική, την διεθνο-πολιτική με την πολιτική-διπλωματική διάσταση, αφήνοντας να διαρρεύσει η συναισθηματική αντίληψη των πραγμάτων που επικάθεται και επιβαρύνει το 'φορτίο' των ελληνο-τουρκικών σχέσεων, ιδίως όταν στο επίκεντρο και από τις δύο πλευρές του Αιγαίου, τίθεται στο επίκεντρο το ιστορικό τραύμα. Ή αλλιώς, η πρόσληψη του ιστορικού γίγνεσθαι ως 'τραύματος' που ακόμη και σήμερα χάσκει, συνεπεία των επιλογών και των κινήσεων της άλλης πλευράς. Και ως προς αυτό, το πεδίο είναι ανοιχτό. Εάν στην ελληνική πλευρά τονίζονται εμφατικά οι προεκτάσεις της Μικρασιατικής εκστρατείας και καταστροφής, τότε, στην αντίστοιχη τουρκική, ως τραύμα που προκάλεσε ο θεωρούμενος ως ελληνικός επεκτατισμός, η εφαρμογή στην πράξη της 'Μεγάλης Ιδέας' σχετικής με την επιδίωξη αποσύνθεσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο Αλέξης Ηρακλείδης γράφει με επίγνωση της εξειδίκευσης που έχει αποκτήσει ως προς το όλο θέμα, κάτι εμφανές στο κεφάλαιο και στις αντίστοιχες υπο-ενότητες όπου και λαμβάνει χώρα η ανάλυση με νομικό τρόπο εκείνων των ζητημάτων που εγγράφονται στον καταστατικό 'πυρήνα' των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών (υφαλοκρηπίδα, εύρος εναερίου χώρου), δίχως όμως να απουσιάζει η άμεση και στρωτή γραφή, όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο. Όταν επιχειρείται η ιστορικού τύπου περιοδολόγηση των ελληνο-τουρκικών σχέσεων εν καιρώ Μεταπολίτευσης, εκεί όπου διεξοδικά εξετάζονται οι θέσεις των διαφόρων ελληνικών κυβερνήσεων και οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο χωρών, τότε, η πραγματεία αυτή που θα την χαρακτηρίζαμε πραγματεία διεθνών σχέσεων, εγγράφει τα επι-γενόμενα χαρακτηριστικά μίας πολιτικής ανάλυσης έως και κριτικής, την οποία ο συγγραφέας διαφυλάσσει για τα πεπραγμένα όσον αφορά τα ελληνο-τουρκικά, των κυβερνήσεων του Ανδρέα Παπανδρέου (ΠΑΣΟΚ) την δεκαετία του 1980. Όσον αφορά την διάρθρωση του βιβλίου, το πρώτο μέρος καταπιάνεται με τις απαρχές συγκρότησης αυτής της σχέσης, με την ιστορική της διάσταση και με τις εθνικές αφηγήσεις περί ελληνο-τουρκικής σχέσης και αντιπαλότητας που ενυπάρχουν στις δύο χώρες, το δεύτερο μέρος νοηματοδοτεί την πολιτική-διπλωματική διάσταση των ελληνο-τουρκικών, την περίοδο της Μεταπολίτευσης, αναδεικνύονται κομβικά σημεία που ξεφεύγουν από την θεωρούμενη ως 'πεπατημένη,' (συνομιλίες Καραμανλή-Ετζεβίτ, συνομιλίες στο Νταβός μεταξύ Παπανδρέου-Οζάλ, ελληνο-τουρκική προσέγγιση την περίοδο της διακυβέρνησης από τον Κώστα Σημίτη). Ταυτόχρονα, κρατώντας το νήμα της δομής του βιβλίου, το τρίτο μέρος προσδιορίζει εγκάρσια το 'πνεύμα' των διαφορών, με σημαντικές να καθίστανται οι αναφορές στον τρόπο με τον οποίο το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης προβαίνει στην επίλυση των διαφορών, ενώ το τέταρτο μέρος, χωρίς να λειτουργεί ως επίλογος ή αλλιώς ως κεφάλαιο άντλησης συμπερασμάτων, σημασιοδοτεί δυνατότητες διαλόγου, διμερών διαπραγματεύσεων καλή τη πίστει, και αναζήτησης μίας φόρμουλας επαφής που θα εμπεριέχει ως αρχή τον εκατέρωθεν συμβιβασμό και την υπέρβαση μαξιμαλιστικών στόχων. Έχουμε έτσι μία εικόνα του βιβλίου. Λαμβάνοντας υπόψιν αυτό, θα επισημάνουμε πως το επίδικο της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών και της καλής γειτονίας δεν ανάγεται στη σφαίρα της 'ουτοπίας,' αλλά, αντιθέτως, διαπερνά την αναλυτική του συγγραφέα, ο οποίος και προσιδιάζει προς τον άξονα ενός ρεαλισμού που δεν επιζητεί παρά το 'δίκαιο' και για τις δύο πλευρές. Και πως μπορεί να επιτευχθεί αυτό; Είτε με εκατέρωθεν ανοίγματα είτε με από κοινού προσφυγή σε διαιτησία και σε ένα δεύτερο επίπεδο, στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Θέτοντας ως σημείο αναφοράς το γεγονός ό,τι οι σχέσεις των δύο χωρών δύνανται να λειτουργήσουν ως παίγνιο θετικού αθροίσματος ('win-win' λύση με σαφή μερίδια ικανοποίησης), πάνω στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, εκεί όπου κατατίθενται ιδέες και όχι σχέδια πολεμικών επιχειρήσεων, ο καθηγητής ανάλυσης συγκρούσεων, νοηματοδοτεί την όλη κατάσταση με τέτοιον τρόπο, ώστε να διαφανεί η στηλίτευση εθνικών αφηγήσεων περί ιστορίας και από τις δύο πλευρές, οι τρόποι με τους οποίους κατασκευάζεται η έννοια του 'άλλου,' του 'έτερου' είτε είναι Έλληνας είτε Τούρκος, ως 'απειλητικού άλλου' και ως 'εχθρού' που επιβουλεύεται τα 'δίκαια' εθνικά συμφέροντα και τα εδάφη 'μας.' Έτσι, ευρύτερα μιλώντας, στηλιτεύονται στερεοτυπικές προσεγγίσεις και μυθοποιητικές αφηγήσεις, οι απλουστευτικές προσλήψεις του 'δικαίου' που πραγματώνεται διότι ευρίσκεται 'οργανικά,' στη 'δική μας πλευρά,' αποφεύγοντας με αυτόν τον τρόπο, να πέσει στην 'παγίδα' της θυματοποίησης, ιδίως όσον αφορά την ελληνική πλευρά: Η Ελλάδα δεν είναι 'θύμα' της 'επεκτατικής' Τουρκίας' ή και της γεωγραφίας, αλλά παίκτης που δύναται να συμβάλλει επιδραστικά στην εξισορρόπηση των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών. Το βιβλίο, με γλαφυρό ύφος και παράλληλα με ισορροπία και επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση, αναμετράται με θέματα που είθισται να αποκαλούμε ταμπού, αποτελώντας μία σφαιρική προσέγγιση των ελληνο-τουρκικών σχέσεων εν ευρεία εννοία, η ανάγνωση του οποίου, σε αυτή την συγκυρία εξέλιξης των ελληνο-τουρκικών, ανακαλεί την αξία του διαλόγου ως απτή πραγματικότητα και όχι ως 'ευσεβή πόθο,' καθώς και την διαμόρφωση καναλιών επικοινωνίας μεταξύ των δύο πλευρών.