Αρχή της νέας μέρας, δίκρανα αιχμηρά τα δύο πρώτα κοντάρια του ήλιου.
Άνοιξε το τετράδιό σου, ποιητή -γράψε πόσο απαλά ανασαίνουν ακόμα τα θυμωμένα συνήθως μαλλιά της Μαρίας.
Πρόσεξε τους νέους λογχοφόρους, μετανάστη -σε κάποια λασπωμένη γωνιά έχεις αδέλφια.
Γρατζούνισε τον τοίχο με τα βρύα, αγουροξυπνημένο παιδί -ζήσε τον Κήπο σου.
Γιατί κάθε πρωί έχει το παιδί του, τον ποιητή και τον μετανάστη του. Και κάθε βράδυ τον αναπόφευκτο τοίχο του, το πικρό του βιβλίο, τον βάναυσο οπλονόμο του.
Κι όπως ντύνεσαι τώρα την ομορφιά σου για να καλπάσεις Εγώ παράμερα στέκομαι και σε θαυμάζω σαν άλογο της πιο δικιάς μου στέπας.
"'Άλλο τίποτα δε θυμάμαι κύριε Φρόιντ δήλωσε ο ποιητής στην Αστυνομία των Διαψευσμένων Παιδικών Προσδοκιών"
"Να φυγαδεύονται οι στίχοι που δεν πρόλαβα Κι οι θυμωμένες μέρες που φοράω"
"Να είσαι εσύ το τέλος μου, να είμαι ο δικός σου μεσοπόλεμος. Να βγω απ'το σπίτι, να βγω επιτέλους από τον εαυτό μου. Να αγοράσω εφημερίδα, να δω τους συνταξιούχους που παίζουν σκάκι στα παγκάκια της προκυμαίας (...)Να μην είναι σιωπηλή η Κυριακή, να μη γράφω ποιήματα"