Το σκοπούμενον της διηγήσεώς μου είναι η γραπτή «διάσωσις» μιας «σημαδιακής» δι' εμέ αναμνήσεως, τουτέστιν μιας συναντήσεως η οποία είχεν απωθηθεί εις το έσχατον περιθώριον της μνήμης κινδυνεύουσα να καλυφθή υπό του πέπλου της λήθης, αλλά τελευταίως η ισχύς της σημασίας της την επαναφέρει πεισματικώς εις την επιφάνειαν και είναι ως επιμόνως να μου ζητή να την αποτυπώσω γραπτώς. Ούτως θα επιδοθώ εις την μετ' αναπολήσεως περιγραφήν της δια της ανακλήσεως του χρόνου, των προσώπων και των περιστατικών, επικουρούμενος υπό της υπερεντάσεως της μνήμης. Πρόκειται περί του ιστορικού μιας μικράς εις χρόνον αλλά μακράς εις έντασιν αισθημάτων διαδρομής, ενός συντόμου αλλά μοιραίου οδοιπορικού εις την Πόλιν.
Ο ποιητής Κ.Π. Καβάφης αποφασίζει σε ώριμη ηλικία να αφηγηθεί αναλυτικά υπό τύπον απομνημονευτικού πεζογραφήματος -ασκούμενος παράλληλα στην καθαρεύουσα-, ανακαλώντας από τα βάθη της μνήμης του, την ιστορία ενός σύντομου αλλά μοιραίου για τον ίδιο οδοιπορικού, την εποχή της διαμονής του στο σπίτι του πάππου του στο βοσπορινό Νιχωράκι. Ο ίδιος είναι δεκαεννέα ετών, ο περίπατος διαρκεί λιγότερο από μία ώρα και αντιστοιχεί στην απόσταση από τα τελωνεία του Καράκιοϊ μέχρι την απέναντι παραλία του Εμίνονου δια μέσου της γέφυρας του Γαλατά.
Ο αυτοαναφορικός μονόλογος παρακολουθεί τις σκέψεις και τα συναισθήματα που γεννιούνται στον νεαρό Κωνσταντίνο, τόσο από την ακαταμάχητη γοητεία που του ασκεί η παρουσία του συνομηλίκου του Ανατολίτη συνοδοιπόρου του, προκαλώντας την ερωτική του αφύπνιση, όσο, δευτερευόντως, και από τους μύθους αλλά και τη ζωή της Πόλης απ' την οποία το γένος του εξ ολοκλήρου κατάγεται και στη σαγήνη της οποίας είχε εκείνο τον καιρό παραδοθεί.
Φαίνεται ότι ο έρως είναι είδος τι μαγείας μορφή απρόσκλητου κολασμού, ανυπέρβλητον ψυχοσωματικόν φαινόμενον αλγολαγνείας μεθυστικής όπου ο τρωθείς παραδίδεται αμαχητί. Ούτω ο έρως είναι δόλιος, διότι συγκλονίζει και αποδομεί μετά πόνων και μετ’ αγώνων δομημένας πλευράς της προσωπικότητος, ήτις αυταπατάται θεωρούσα εσφαλμένως ότι δια της λογικής έχει προς αντιμετώπισιν του μεγάλως θωρακιστεί. Οσάκις λοιπόν εισβάλλει ο ωραίος αλλά επίφοβος πολιορκητής, ο έρως, επι του θυμικού, τότε όλαι οι άμυναι και αι συμβάσεις, αι μέχρι πρότινος ισχύουσαι, παραδίδονται εις την βεβαίαν φθοράν Και είναι ευάρεστοι κατ’ αρχήν, δυσαχθείς οπόταν έπονται αι ερωτικαί αλγηδόνες
Ο Κοροβίνης κατάφερε να με μαγέψει για ακόμη μια φορά με την πένα του, αυτή τη φορά στην καθαρεύουσα. Σύντομο το έργο, αλλά ζωντανό, βαθύ και συναισθηματικό, σε μεταφέρει στην Πόλη, σε μια διαδρομή των νεαρών Κωνσταντίνου και Χασάν καθ' οδόν για το σπίτι του παππού του Καβάφη, και δεν σε αφήνει αν δεν φτάσεις στον προορισμό.
Η Πόλη του κοσμοπολίτη, η Πόλη του Κ.Π. Καβάφη, η Πόλη του Θωμά Κοροβίνη.Η Πόλη με τις ηδονές αλλά και τους ποταπούς ηθικολογούντες υποκριτές, φρικτότατους πολέμιους των
Το έχω πει κι άλλη φορά, με αφορμή την ανάγνωση του "Πρώτου Φιλιού" πόσο σέβομαι, εκτιμώ κι απολαμβάνω τις "αγιογραφίες" - ας μου επιτραπεί ο όρος - του Θωμά Κοροβίνη.
Αν και δεν κατέχω την καθαρεύουσα η νουβέλα αυτή δεν με ξένισε. Βρέθηκα βέβαια να ψάχνω στο διαδίκτυο για αρκετές λέξεις που περιείχε. Αυτό που δεν με άγγιξε στο βιβλίο είναι ότι ενώ ήξερα για την ιδιαιτερότητα του Καβάφη δεν μπορούσα να τον φέρω στο μυαλό μου να ορέγεται έναν Τούρκο υπηρέτη. Βασικά πιο πολύ μου ερχόταν ότι όλα αυτά ήταν σκέψεις του συγγραφέα, παρά του Καβάφη. Μπορώ να πω ότι το μόνο που με κέρδισε στο βιβλίο, ήταν ένας στίχος από ένα ποίημα του, στο τέλος, που αναφέρεται ο πόθος για έναν ανεκπλήρωτο έρωτα και μερικές περιγραφές της Κωνσταντινούπολης.
Μια απολαυστική διαδρομή του 19χρονου Κωνσταντίνου Καβάφη διάρκειας μιας ώρας στην καρδιά της Πόλης πλάι-πλάι με το αντικείμενο του πόθου του: τον συνομήλικο υπηρέτη Χασάν. Οι μύχιες σκέψεις, τα σκιρτήματα του έρωτα, οι αμφιβολίες και τα πάθη που θα κατακαίνε μια ζωή τον κορυφαίο ποιητή μέσα από μια λαμπερή καβαφική καθαρεύουσα. Ενα κομψοτέχνημα.