Λίτσα, άκου «Λίτσα» ήρθε κι η δική σου η σειρά να γίνεις πρωταγωνίστρια σκεφτόμουν καθώς κοιτούσα το είδωλό μου στον ολόσωμο καθρέφτη της ντουλάπας. Αναρωτιόμουν αν το «Λίτσα» βγαίνει απ’ το «βαλίτσα» ή από το «Ευαγγελία». Το «Λίλιαν» δεν είναι πιο αριστοκρατικό; Γιατί λοιπόν δεν με φώναζαν Λίλιαν; Ή έστω Λία; Το Λίτσα πώς να το πω είναι πολύ λαϊκό. Από την άλλη, μήπως μεγάλωσα μέσα σε σαλόνια; Όχι, βέβαια! Τέλος πάντων. Ας με φωνάζουν όπως θέλουνε αρκεί να μη με αφήνουν μόνη.
Το λοιπόν: Εγώ είμαι η Λίτσα. Είμαι φτιαγμένη θεά! Είμαι η Λίτσα, το είπα αυτό αν θυμάμαι καλά, μια δερμάτινη παχουλή βαλίτσα. Είμαι μιας πρώτης τάξεως κυρία, πολυτελείας παρακαλώ και παρόλα τα χρόνια που έχουν περάσει από πάνω μου (τα οποία είναι πάρα πολλά) δεν έχω πάθει απολύτως τίποτα. Την ομορφιά τη δική μου δεν την αγγίζει ο χρόνος, ούτε η σκόνη, ούτε οι κατσαρίδες, κανείς. Κι αν έχασα λιγάκι τη λάμψη μου; Ε, δεν χάλασε κι ο κόσμος…
«Όταν βλέπω αεροπλάνο / να περνάει από πάνω / λέω να ξενιτευτώ / να φορτώσω τη βαλίτσα / και να μη με λένε Λίτσα / αν δε φύγω να σωθώ». Αυτό το τραγούδι μου κόλλησε όσο διάβαζα τη «Γριά βαλίτσα» του κυρίου Ιωακειμίδη, ένα έξυπνο, διασκεδαστικό και ανθρώπινο ταυτόχρονα μυθιστόρημα, το οποίο δεν είναι τίποτε άλλο από τις αναμνήσεις μιας βαλίτσας από το 1940 που ήταν το πιο πρωτότυπο δώρο στους πρώτους της ιδιοκτήτες, ως το σήμερα που έχει σεργιανίσει βουνά, λίμνες, θάλασσες, ποτάμια, χωριά και πόλεις. Με γλώσσα που τσακίζει κόκαλα, κουτσομπόλα, αυθόρμητη, παρορμητική, παρατηρητική, χολοσκασμένη αν την ξεχνάνε στο πατάρι (κι ας θέλει να πνίξει το χριστουγεννιάτικο δέντρο γιατί αυτό βγαίνει στάνταρ κάθε χρόνο έξω ενώ η βαλίτσα δεν ξέρει πότε θα τη χρησιμοποιήσουν ξανά), ερωτευμένη με τον καναπέ με έναν έρωτα χωρίς ανταπόκριση και τώρα στα γεράματα με ελαφρά (ή κατ’ επιλογήν) άνοια.
Το κείμενο, γραμμένο σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ρέει αβίαστα, ακροβατεί ανάμεσα στο γέλιο και στο δάκρυ, έχει μια προφορικότητα που με παρέσυρε να διαβάσω ως το τέλος τα παθήματα της βαλίτσας χωρίς να σηκώσω κεφάλι! Άνθρωποι, γεγονότα και καταστάσεις παρέλασαν μπροστά μου: από τον πόλεμο του 1940 ως τις δυσκολίες της φτώχειας στο Πέραμα του 1950, από τη Χούντα των συνταγματαρχών ως το σημαδιακό 1981 κι από τα έμπεδα της Αυλώνας ως τη Σύρο, τη Βιέννη, την Ξάνθη, την Πάτρα, τη Λέρο, το Ξυλόκαστρο και όπου αλλού ήταν ανάγκη ή επιλογή να ταξιδέψει η οικογένεια των πρώτων ιδιοκτητών, του Κωνσταντίνου και της Μαιρούλας του και των απογόνων τους.
Η γριά βαλίτσα ταξιδεύει με πλοία, αεροπλάνα και λεωφορεία, πότε στις μπαγκαζιέρες, πότε στα καθίσματα, πότε την ξεχνάνε στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, πότε την τραβάνε στις βεράντες και στις καφετέριες. Κι είναι τόσο γερά κατασκευασμένη που δεν έχουν τολμήσει να την αλλάξουν με άλλες, μοντέρνες και ίσως πιο άνετες στη μεταφορά. Αυτό έχει δώσει θάρρος και αέρα στη βαλίτσα να αφηγείται την ιστορία της με μια υπεροψία ενώ μπορεί την επόμενη στιγμή, ατρόμητη, να αφηγείται κάτι παθήματα που θα της τσαλακώσουν την εικόνα της ντίβας! Η Λίτσα μας, λοιπόν, που προτιμά το αριστοκρατικότερο Λίλιαν, είναι μια έξυπνη ματιά σε σημαδιακές στιγμές και ταυτόχρονα ένα βαθύ βλέμμα στις ανθρώπινες σχέσεις και στον τρόπο που αλλάζουν αυτές ανά εποχή. Χωρίς ο συγγραφέας να εισέρχεται σε λεπτομέρειες αλλά και χωρίς να υπάρχει η αίσθηση της επιφανειακής προσέγγισης στην ιστορία, στη «Γριά βαλίτσα» διαδραματίζονται γεγονότα τρυφερά και κωμικά, σημαντικά και τραγικά, που μας μεταφέρουν από τη μια γενιά των πρώτων κτητόρων στην επόμενη, φωτίζοντας κατ’ επιλογήν το εκάστοτε κοινωνικό πλαίσιο στα οποία αυτά διαδραματίζονται. Έχουμε μια οικογένεια που συνεχώς μεγαλώνει, ο Κωνσταντίνος και η Μαιρούλα αποκτούν και εγγόνια, κι αυτά τα παιδιά κάνουν τις δικές τους οικογένειες, παρ’ όλ’ αυτά δε χάνεται ο αναγνώστης στιγμή, ακριβώς λόγω της επιλεκτικότητας του συγγραφέα και της ικανότητάς του να κατευθύνει σωστά την αφήγηση όπου δει και όπου χρη.
Το βιβλίο του κυρίου Ιωακειμίδη είναι μια πολύ καλή συντροφιά για τον αναγνώστη και μια διαφορετική ματιά στην έννοια του κοινωνικού μυθιστορήματος. Μου άρεσε πάρα πολύ το φινάλε, το βρήκα ευρηματικό και ιδανικό για ένα τέτοιο κείμενο. Απόλαυσα κάθε ταξίδι της Λίτσας και γνώρισα χάρη σε κείνη ανθρώπους καθημερινούς, που μου εκμυστηρεύτηκαν τις προσωπικές τους ιστορίες, οι οποίες διαδραματίστηκαν χωρίς να το ξέρουν μπροστά στα μάτια, ή μάλλον στα λουκέτα, μιας παλιάς, άφθαρτης, ανθεκτικής βαλίτσας! Διαφορετικό, φρέσκο και αληθινό!
Ο συγγραφέας Κωνσταντίνος Ιωακειμίδης στο βιβλίο του με τίτλο «Η γριά βαλίτσα», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πνοή, πραγματοποιεί αβίαστα ένα ταξίδι στον χρόνο ενώ ο ίδιος είναι μελετημένος χωρίς να πιέζει τις πληροφορίες να δοθούν στον αναγνώστη. Με μια άνεση στην γραφή του πραγματοποιεί ένα ταξίδι που ξεκινάει το 1940 που δε σταματάει ποτέ.
Με αφορμή το σμίξιμο δύο ανθρώπων η αφήγηση του συγγραφέα ακολουθεί την πορεία εκείνων αλλά και των απογόνων τους και μας αφηγείται την ιστορία μέσα από το ταυτόχρονο ταξίδι της βαλίτσας τους και μας οδηγεί σε χρονικά σημεία σταθμούς της Ελλάδας. Το ταξίδι ξεκινάει το 1940 με την επιστράτευση, το «ΟΧΙ» του Μεταξά στους Ιταλούς ενώ δεν λείπει και η σύγκριση με το δημοψήφισμα του 2015 του ελληνικού λαού. Τα χρόνια της κατοχής αλλά και η ίδρυση της ΕΟΝ, τα καταπατημένα του περάματος και η δικτατορία του Παπαδόπουλου, ενώ δεν παραλείπει να «στολίσει» την ιστορία του με αναφορές σε αλλαγές που έρχονται αναπόφευκτα στην καθημερινότητα των ανθρώπων όπως η σκάφη που γίνεται πλυντήριο και τα βαρέλια με τον πάγο που γίνονται ψυγεία.
Οι αναφορές συνεχίζονται και ο συγγραφέας μάς παρουσιάζει τις φτωχογειτονιές της Νίκαιας με τους ξεριζωμένους πρόσφυγες από την Μικρά Ασία αλλά και τις πρώτες τηλεοράσεις (με υποδοχή για ρεύμα αλλά και μπαταρία), τα πικάπ και τους δίσκους με τραγούδια του Πάριου και των ΑΒΒΑ, τους σεισμούς του 1981 και την εκλογή του Παπανδρέου, το Μετρό, τους Ολυμπιακούς, τη νίκη της Παπαρίζου στην Eurovision του 2005 με το “My number One” αλλά και την οικονομική κρίση. Ένα ταξίδι που ξεκινάει από τα μαγαζιά της Ερμού, της Σταδίου και της Αθηνάς που ήταν οι πιο εμπορικοί δρόμοι και καταλήγει στην οικονομική κρίση του 2010. Κι όμως, χωρίς ένα οριστικό τέλος καθώς πόσα χρόνια μπορεί να ζήσει μια βαλίτσα; Η ζωή της πρωταγωνίστριας του Κωνσταντίνου Ιωακειμίδη είναι ευτυχισμένη, χιλιόχρονη και ατελείωτη.
Ο συγγραφέας χτίζει την ιστορία του πάνω σε πολλούς χαρακτήρες που είναι ισχυροί και τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους αλλά αγαπούν όλοι την βαλίτσα που αποτελεί οικογενειακό κειμήλιο και τους συνοδεύει σε κάθε σημαντική αλλαγή της ζωής τους.
Η βαλίτσα δεν είναι απλή. Με την σοφία των χρόνων που έχουν περάσει μας αφηγείται τα χρόνια που έζησε με την οικογένεια που την αγάπησε. Την λένε «Λίτσα», ένα όνομα που η ίδια χαρακτηρίζει «λαϊκό» και είναι χειροποίητη με δέρμα και χοντρές ραφές, χερούλι ανατομικό και 2 ασημένιες κλειδαριές ασφαλείας ενώ το εσωτερικό της είναι επενδυμένο με σατέν. Το σημαντικότερο χαρακτηριστικό της όμως είναι η προσωπικότητά της. Γιατί η γριά βαλίτσα ζει τα χρόνια που περνούν με πάθος για την ζωή, συγκρίνει τον εαυτό της με τους ανθρώπους και νιώθει μοναξιά, κατάθλιψη όταν την αποθηκεύουν, ζηλεύει όμορφες γυναίκες αλλά και την προσοχή που τραβάει το νεότερο μέλος της οικογένειας, συνειδητοποιεί ότι δεν θα γίνει ποτέ μάνα, πιστεύει στον Θεό και ότι μπορεί αν φωνάξει δυνατά να την ακούσει ο κόσμος όλος. Είναι κοκέτα και περηφανεύεται για την λεία επιδερμίδα της. Επιθυμεί να ζήσει για όσο περισσότερο μπορεί, παραπονιέται που κανένας δεν σκέφτηκε να την σώσει στους μεγάλους σεισμούς του 1981, τρομάζει και ζαρώνει το δέρμα της, ονειρεύεται τον γάμο της, νηστεύει, τα βάζει με τον Χάρο, αρνείται να «φύγει» και έχει αναμνήσεις που γίνονται όνειρα. Ζει με τους ανθρώπους τους οποίους νιώθει δικούς της ανθρώπους και, όπως εξομολογείται η ίδια είναι όλη της η ζωή.
Όπως γράφει ο συγγραφέας, η γριά βαλίτσα κρύβει μέσα της μυστικά, όλα αυτά που πονάνε τον ιδιοκτήτη της και όλα αυτά που τον κάνουν ευτυχισμένο. Με την άνεση της εμπειρίας που έχει πλέον ο συγγραφέας περνάει ισχυρά μηνύματα χρησιμοποιώντας για την αφήγησή του ένα αντικείμενο με βαριά ιστορία. Η γραφή του απλή αλλά αιχμηρή στα απαραίτητα σημεία, στοχοποιεί, ερμηνεύει και με ισχυρές δόσεις χιούμορ και ανάλαφρης διάθεσης επηρεάζει τα συναισθήματα του αναγνώστη του, πραγματοποιώντας μια αφήγηση χαρακτηριστική του Κωνσταντίνου Ιωακειμίδη, πιο ώριμη στο πέρας της συγγραφικής του διαδρομής.
Τι ιστορία μπορεί να έχει μια βαλίτσα; Μα φυσικά μια ταξιδιάρα! Και αυτή δεν είναι μια απλή βαλίτσα είναι η Λίτσα η γριά βαλίτσα. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου βλέπουμε όλη την ιστορία της οικογένειας Ιωσηφίδη, πως η βαλίτσα έφτασε στα χέρια του αλλά και πως πέρναγε από γενιά σε γενιά, μετατρέποντας την από απλή βαλίτσα σε οικογενειακό κειμήλιο. Ο συγγραφέας πλάθει μια υπέροχη μα και πρωτότυπη ιστορία. Δίνει όχι απλά ζωή σε ένα αντικείμενο αλλά και προσωπικότητα και μάλιστα μια πολύ έντονη προσωπικότητα. Στο κείμενο διαφαίνονται οι ανησυχίες, οι φόβοι μα και το χιούμορ, καυστικό και μη του συγγραφέα. Ένα υπέροχο ανάγνωσμα το οποίο έχει μια νοσταλγική ατμόσφαιρα για όσα έχουμε ζήσει είτε εμείς, είτε οι γονείς μας κ.ο.κ. κοινώς νιώθεις σαν η Λίτσα να περιγραφεί και ένα κομμάτι, μικρό ή μεγάλο δεν έχει σημασία, της ζωής σου. Μια ευφάνταστη ιστορία που διαβάζετε σαν νεράκι. Μια ιστορία που αν μη τι άλλο θα σας φτιάξει τη διάθεση! Άλωστε πως να αντισταθείς να πάρεις στα χέρια σου ένα βιβλίο με μια τόσο όμορφη βαλίτσα στο εξώφυλλο;!
Το έπιασα στα χέρια μου κατά τις 17:30 και μέσα σε δυό περιπου ώρες έφτασα στη σελίδα 80! Αν αυτό δεν είναι επιτυχία για ένα βιβλίο δεν ξέρω κι εγώ τι είναι... Απλός λόγος που ρέει αβίαστα, γεμάτος όμως με πλούσιες εικόνες, γνωστές, όμορφες, ελληνικές. Το ταξίδι μιας υπέροχης οικογένειας μέσα στο χρόνο -που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι και δική μου- με παρέσυρε με την αισιοδοξία της που δεν το έβαλε κάτω ποτε. Μπράβο Κωνσταντινος Ιωακειμιδης για την υπέροχη ιστορία που μας χάρισες μέσα από την εξαιρετική ηρωίδα σου!!! Αν κανείς αναρωτιέται τι μπορεί να σκέφτεται μια βαλίτσα εδώ βρίσκεται η απάντηση!!!