Στη γραμμή, στην παραίσθηση μεταξύ ύπνου και ξύπνου μισοβλέπω ακόμα ιστορίες (κρύβε-μίλα) που μπλέκονται με άλλες, δικές μου, ή τρίτων, προηγούμενες κι επόμενες. Από τσιγάρο σε τσιγάρο μετακινούνται αυθαίρετα στα πίσω λατομεία του νου ως τακτικοί θαμώνες, ή κατάδικοι που χωρίζονται, χάνονται κι επανέρχονται ίδιες και διαφορετικές. Παλιά σκυλιά που κοπάδιασαν στη μνήμη και γαυγίζουν μετά θάνατον. Σαν να βγάζεις δυό, τρία τομάρια από ένα πρόβατο, ή σαν την υστεροφημία ενός φιλιού. Πέσε-σήκω αλλοιώνονται πάλι όλα, οπότε κρατώ συνάψεις και νήματα μπλέκοντάς τα με νέες, αιωρούμενες εικόνες και θαμμένα γεγονότα που μεταβάλλονται διαρκώς απ’ την επεξεργασία και την επινόηση, φτιάχνοντας ρευστούς τάπητες-απολυτίκια πεταμένα στο νερό. Ξαναγεννιέται ο πολφός των λέξεων και οι σπαστές αυτές αφηγήσεις γίνονται ντεπό, θυρίδες για το αύριο που θα έχω ένδεια φωσφόρου.
Αν και όλα, εντέλει, σπαργανώνονται στην περιοχή του απρόσληπτου.
(Greek: Γιώργος Σκαμπαρδώνης) Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1953. Σπούδασε Γαλλική Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά Εντευκτήριο, Ο Παρατηρητής, Παραφυάδα και Τραμ. Διηύθυνε την εφημερίδα Θεσσαλονίκη και τα περιοδικά Θ'97 (βραβείο Ιπεκτσί), Τάμαριξ και Χίλια Δέντρα. Επίσης, διετέλεσε διευθυντής του καλλιτεχνικού ενθέτου "Πανσέληνος" της εφημερίδας Κυριακάτικη Μακεδονία, το οποίο το 2000 τιμήθηκε με το ευρωπαϊκό βραβείο "European Newspaperdesign Awards". Υπήρξε επί δύο χρόνια συνεργάτης της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας.
Ακόμη, έγραψε σενάρια για τηλεοπτικά ντοκιμαντέρ, όπως "Το θέατρο στη Θεσσαλονίκη 1912-1985", "Ο Τσιτσάνης της Θεσσαλονίκης" κ.ά., ενώ σε συνεργασία με τον σκηνοθέτη Παντελή Βούλγαρη, έγραψε το σενάριο για την ταινία του δεύτερου "Όλα είναι δρόμος". Έγραψε ακόμη το κείμενο για τη μουσικοθεατρική παράσταση «Σαν τραγούδι μαγεμένο» που ανέβηκε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, σε σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη. Διετέλεσε πρόεδρος του Δ.Σ. της ΕΡΤ-3 και διευθυντής της καλλιτεχνικής ζώνης του 102 Fm της ΕΡΤ-3. Είναι μέλος της ΕΣΗΕΜΘ και του Δ.Σ του Μορφωτικού της Ιδρύματος. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων Αθηνών.
Τα μυθιστορήματά του Γερνάω Επιτυχώς και Ουζερί Τσιτσάνης έχουν μεταφερθεί στο θέατρο (Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, σε σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη, 2002 και 2005 αντίστοιχα). Το 2015 το Ουζερί Τσιτσάνης μεταφέρθηκε και στον κινηματογράφο, σε σκηνοθεσία Μανούσου Μανουσάκη. Για τη συλλογή διηγημάτων του Η στενωπός των υφασμάτων, τιμήθηκε το 1993 με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος. Τιμήθηκε επίσης με το Βραβείο Διηγήματος του περιοδικού Διαβάζω το 2004 για τη συλλογή διηγημάτων Επί ψύλλου κρεμάμενος. Το 2010 έλαβε το Βραβείο Ιδρύματος Μπότση και το 2012 το Βραβείο "Πέτρος Χάρης" της Ακαδημίας Αθηνών για το βιβλίο του Περιπολών περί πολλών τυρβάζω. Διηγήματά του έχουν μεταφραστεί στα γερμανικά, τα αγγλικά, τα γαλλικά, τα ολλανδικά, τα τσέχικα, τα εβραϊκά, τα ουγγρικά και τα ιταλικά.
Νομίζω το καλύτερο του Σκαμπαρδώνη που έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια. Κάποια από τα διηγήματα πραγματικά εξαιρετικά - ξεχωριστά αγάπησα αυτό με τον ταχυδρόμο και τους πολυέλαιους. Το μόνο που με ενοχλεί τρομερά (γενικά, όχι μόνο εδώ) είναι οι δεκάδες και χωρίς προφανή λόγο αναφορές σε "φίρμες". Όχι, δεν με ενδιαφέρει τι μάρκα παπούτσια/ρούχα/κοσμήματα φοράει ο ήρωας, έλεος λίγο.
Μάλλον εγώ έχω υπερβολικές απαιτήσεις. Μια παρτίδα διηγημάτων πρέπει να αποτελεί μια ολότητα, ένα ολοκληρωμένο έργο τέχνης, όχι μια συρραφή άνισων ιστοριών με ίσως παρόμοια θέματα. Σε κάθε περίπτωση ο Σκαμπαρδώνης αποτελεί μια καλή περίπτωση διηγηματογράφου, αλλά αντιθέτως με τους διθυράμβους των κριτικών (που είναι καθολικοί για τους περισσότερους έλληνες συγραφείς και μάλλον κάνουν κακό), από αυτή την συλλογή εμένα λίγες είναι οι ιστορίες που πραγματικά με ενθουσίασαν. Κορυφαία ιστορία με διαφορά είναι''Τα απογεύματα των Πολυελαίων'' όπου ο μυστηριώδης συνταξιούχος ταχυδρόμος ήρωας με συγκίνησε. Αυτή η ιστορία θα μπορούσε να είναι και ανεξάρτητη νουβέλα. Επίσης η ''Νυχτερινή Ασφαλτόστρωση'' όπου ο μεθυσμένος ήρωας πιστεύει ότι συναντά τον πεθαμένο γείτονα του κατά την επιστροφή του σπίτι. Τέλος, το τολμηρό διήγημα με τον αντιφατικό τίτλο ''Ολόγραμμα Τράγου'' όπου ένας επιστήμονας αποφασίζει να διασώσει στην μνήμη του τον αγαπημένο του τράγο Πολύκαρπο μέσω του ολογράμματος του, προσπαθώντας παράλληλα (αλλά μάταια) να εκφοβίσει έναν πανούργο διαβόητο λύκο! H εμμονή του Σκαμπαρδώνη με τις μάρκες Aegean, Gillette, Kawasaki, Speedo, ... είναι αμήχανη. H τόσο επίμονη και κραυγαλέα χρήση μάλλον αφαιρεί μαγεία από το έργο του! Εκεί που το τερματίζει είναι στην πολυ μέτρια ιστορία '' Αρώματα Αερολιμένος'', που με αφορμή αυτήν κάποιος κριτικός παραλλήλησε τον Σκαμπαρδώνη με τον Προυστ. Τι ληγμένα κυκλοφορούν ανάμεσα στους κριτικούς αναρωτιέμαι;
Πως βαθμολογείς μια συλλογή διηγημάτων ; Συνήθως βάζω τον μέσο όρο (δίκαιο ;) Στις Παγανιστικές Δοξασίες της Θεσσαλικής Επαρχίας (ακτιουαλυ ΜΟ=1, έβαλα 2) ή εδώ (ακτιουαλλυ ΜΟ=3 και κάτι, έβαλα 4) βαθμολόγησα με την γενικότερη αίσθηση. Σαφώς έχει και μέτριες ιστορίες (Ελενα transit, Ολόγραμμα τράγου (what a load of shit), Η έννοια της αθανασίας) αλλά έχει και κάτι ακατέβατα 4αρια : (Βελέντζες κάτω από την ροδιά, Το Χρυσοσκάνδαλο Saint Etienne, Τα απογεύματα των πολυελαίων (ΣΧΕΔΟΝ 5ΑΡΙ), Λευκά Χριστούγεννα του 2003 (λίγο κλεμμένο από το Joyeux Noel, αλλά γοαυτεβερ), Κούρεμα στον κύριο Παύλο, Ανάβοντας ένα SILK CUT άσπρο SLIM, Γουεμπλει) ή 3,5αρια (Νυχτερινή ασφαλτόστρωση, Ή του λύκου ή του μαχαιριού, Με επίσημα ρούχα) που θα ήταν κρίμα το 3αρι...
Με την εξαίρεση δύο, τριών διηγημάτων που πραγματικά σε αγγίζουν (οι πολυέλαιοι μάλλον είναι το καλύτερο) στα υπόλοιπα δεν υπάρχει κάτι αξιομνημόνευτο...
Μικρή φόρμα, διηγήματα με πολλά ενδιαφέροντα, νοσταλγικά και όμορφα στοιχεία. Διαβάζονται πολύ ευχάριστα. Η γνωστή όμορφη γλώσσα του Σκαμπαρδώνη είναι ένα προσόν του βιβλίου.
Ντεπό/Ντεπώ είναι η αποθήκη (dépôt) αλλά και μία πυκνοκατοικημένη συνοικία στη Θεσσαλονίκη. Και όντως, ο κορυφαίος ίσως σύγχρονος Έλληνας διηγηματογράφος αγκαλιάζει με την πένα του τη συμπρωτεύουσα με κάθε ευκαιρία. Και ναι, αυτή η συλλογή διηγημάτων με τον χαλαρό συνεκτικό ιστό μεταξύ τους και τις ανεπαίσθητες θεματολογικές συνδέσεις μοιάζουν με αποθήκη που ανοίγει κάθε λίγο και απελευθερώνει και από μία ιστορία. Ιστορίες που ανήκουν ξεκάθαρα στη μικρή φόρμα, όπου άλλωστε αναδεικνύεται και η δυναμική του Σκαμπαρδώνη.
Γλώσσα μεστή, καλοδουλεμένη, περνάει τιςλέξεις και τις φράσεις σταυροβελονιά, τόσο φροντισμένη που αναδεικνύει μία ακονισμένη απλότητα έκφρασης. Θα έλεγα μάλιστα πως όταν το απαιτεί την περίσταση, ακολουθεί την πλοκή και ενισχύεται με καλολογικά στοιχεία. Ο συγγραφέας δεν εστιάζει στον ψυχισμό του ανθρώπου, αλλά προβάλλει εαυτόν σε αυτά που αγαπάμε, ποθούμε, επιδιώκουμε, είτε είναι υλικά αγαθά, είτε χόμπι, είτε καθημερινές συνήθειες. Η κεντρική αυτή ιδέα, μαζί με τη μνήμη, διατρέχουν οριζόντια το μυθιστόρημα. Έίναι όμως και η σχέση ισορροπίας του ανθρώπου με τα ζώα όπου ο Σκαμπαρδώνης οδηγεί τον αναγνώστη. Μία σχέση που διέπει θαρρείς ένα φτωχό, δισθενές οικοσύστημα, ώστε οποιαδήποτε αλλαγή στον ένα πόλο έχει καταλυτικές συνέπειες στον άλλο.
Άλλη μια τάση του συγγραφέα είναι μία πεισματική αναφορά σε μάρκες υλικών αγαθών, αρωμάτων, γυαλιών κολύμβησης, αλλά και όπλων. Έίτε αποτελούν ένα νεύμα στην ποπ καταναλωτική κουλτούρα είτε υπαινίσσονται έναν άνθρωπο δέσμιο των υλικών αναγκών, είτε κάτι άλλο, θεωρώ πως δε λειτουργεί τόσο καλά. Λειτουργεί πολύ καλά όμως ο μαγικός ρεαλισμός που πασπαλίζει κάποιες ιστορίες, άλλοτε αδιόρατα άλλοτε απροκάλυπτα και προσδίδει μια ιδιαίτερη δυναμική στη γραφίδα του.
Τα διηγήματα προφανώς και είναι άνισα μεταξύ τους, υπάρχουν όμως διαμαντάκια που δείχνουν ξεκάθαρα την αξία του Σκαμπαρδώνη, έστω και αν κάποια σε αφήνουν να πιστεύεις ότι απλώς σκαλίζουν την επιφάνεια των όσων διαπραγματεύονται. Προσωπικά δεν κατατάσσω τη συλλογή στα καλύτερά του, σίγουρα όμως σου θυμίζει αρκετές φορές το πώς στήνεται ένα πραγματικά καλό διήγημα.
«O κάθε δημιουργός πρέπει να έχει μια πυρετική όραση. Να δει, ως χαφιές του άρρητου, ως τσιλιαδόρος του μη ορατού, αυτό που δεν φαίνεται.
Προσπαθώ να δω με καινούρια μάτια, αυτό που συνήθισα να βλέπω με στρεβλά. Αν μιλήσεις με τον οποιοδήποτε άνθρωπο για μία οχιά, η πρώτη αντίδραση είναι ο αποτροπιασμός. Ομως, είπα μέσα μου, εγώ θα δω την οχιά με ένα θαυμαστικό τρόπο, θα δω στην οχιά και στο αποκρουστικό της κεφάλι, το θάμβος. Θα δω τα πράγματα αλλιώς γιατί εκεί περιέχεται μια αλήθεια, η οποία έχει εκφύγει, και μου έχει εκφύγει, γιατί και το δικό μου μυαλό έχει υποστεί τεράστιες ζημιές μέσα από την κοινοτοπία και μέσα από την επανάληψη των στερεοτύπων.
Και σκέφτηκα να διατυπώσω μια θεωρία για την κοινοτοπία του λαμπρού ή για τη λαμπρότητα του ασήμαντου. Για το εκπληκτικό που υπάρχει μέσα στο κοινότυπο. Αν αυτό που εσύ, εγώ, βλέπουμε με το συνήθη τρόπο και δεν έχει καμία σημασία, περιεχόμενο, υπόσταση, επειδή ξεκινάμε πιθανότητα από εμμονές, από καθηλωμένες απόψεις, προκαταλήψεις και τα αντιμετωπίζουμε όπως ένα χορτάρι, ή ένα τσουβάλι με κρεμμύδια.
Σ΄αυτή τη λογική, της διαστολής των αισθήσεων, είναι γραμμένα τα περισσότερα διηγήματα στο Ντεπό. Προσπαθώντας να πάω την αφήγηση μισό πόντο παραπέρα, να γράψω κάτι εκείθεν εμού, ν’άνοίξω το παραβάν περισσότερο, να σκαλίσω, να πω δες αυτό που δεν το βλέπεις».
Τα λόγια είναι λίγα, το Ντεπό υπέροχο και ο Σκαμπαρδώνης για άλλη μια φορά μεγαλειώδης. Τα 27 διηγήματα του βιβλίου διαβάζονται ευχάριστα, αλλά τα χτυπήματά τους είναι υπόγεια: σελίδα τη σελίδα, οξύνεται και η δική σου όραση, και καταλήγεις να βλέπεις αυτά που πριν (σου) ήταν αθέατα.
Δυνατή αφήγηση, σύνθετοι μικρόκοσμοι που αποκοτύν βάρος μέσα από τη σύνθεση των χαρακτήρων. Μια διαυγής πεζογραφική δεινότητα και απολαυστικές διαδρομές σε εσωτερικά τοπία.