Καινούργια πόλη, όµως πόσο καινούργια ζωή; Δεκαετία του ενενήντα, ο Μανόλης και η µάνα του, η Μαργαρίτα, αναζητούν µια νέα αρχή και ένα καταφύγιο. Έρχονται από τα βόρεια για πρώτη φορά στην Αθήνα, σε µια πρωτεύουσα που αλλάζει, που γιγαντώνεται µε εύκολο χρήµα και χρηµατιστήριο, µε εισαγόµενο lifestyle, προσφέροντάς τους αρκετές ευκαιρίες αλλά και απογοητεύσεις. Η ελαφρόµυαλη µάνα και ο «πλατωνιστής» γιος, δεµένοι µε ένα σκοτεινό µυστικό, θα δώσουν τις µάχες άλλοτε µέσα στον κοινωνικό τους περίγυρο και άλλοτε µέσα στο προσωπικό τους κελί, απόκοσµοι και απροσάρµοστοι, ώσπου να βρει ο καθένας την προσωπική του λύτρωση και τη θυσία.
Το µυθιστόρηµα, δραµατικό και κωµικό, προσπαθεί να ψυχογραφήσει την εσωτερική διαµάχη των ηρώων σε σχέση µε τους άλλους, αλλά και µε την ίδια την πόλη, που τους επιβάλλεται όχι µόνον ως δραµατικό παρόν, αλλά και ως ιστορικό παρελθόν. Ένα µυθιστόρηµα που µεταφέρει το κλίµα και την ένταση µιας δεκαετίας που θα καθορίσει και τις επόµενες.
Βιβλίο κερδισμένο, όχι αγορασμένο. Ωστόσο, η καινούργια πόλη με έναν μάλλον απλουστευμένο τρόπο με γύρισε πίσω στην δεκαετία της εφηβείας μου με όσα καινούργια αυτή έφερε. Που σημαίνει ότι ο Γρηγοριάδης σκιαγραφεί άψογα μια πόλη που αλλάζει, τις διαδρομές ανθρώπων διαφορετικών, τις ανάγκες ή τις επιθυμίες για ένα καινούργιο ξεκίνημα πάντα υπό τη σκιά ενός μυστικού που κουβαλιέται σαν βάρος. Ο παλμός της πόλης αποτυπώνεται απλά ξεδιπλώνοντας εικόνες μιας Αθήνας απόλυτα οικείας. Και μέσα σ'αυτήν αναπνέουν χαρακτήρες ζωντανοί, πραγματικοί, άνθρωποι καθημερινοί που κερδίζουν, χάνουν, τους λείπουν πράγματα και όχι μόνο. Δεν θα προδώσω το φινάλε, μα είναι η περίτρανη απόδειξη πως από όσα τρέχεις να ξεφύγεις είναι αυτά ακριβώς στα οποία τελικά καταλήγεις.
Ο ορισμός της δηθενιάς. Έχουμε πήξει από βιβλία του στυλ "τι κατωτάτου που είστε εδώ στην Ελλάδα και τι ανωτάτου που είναι στο εξωτερικό" καθώς και "ό,τι συνέβη από το 1990-2009 είναι τόσο αισχρό και κατάπτυστο". Στην αντίστοιχη, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, περίπτωση με τη χρεωκοπία της Αμερικής το 1929 ο Φιτζέραλντ έγραψε ειλικρινά, για αυτό και είναι μεγάλος συγγραφέας, για το πόσο διασκεδαστικά περνούσαν μέχρι την οικονομική κατάρρευση. Και έκρινε και κατέκρινε αλλά δεν έβγαλε την ουρά του απ' έξω και δεν είπε πως δεν ήταν πολύ διασκεδαστική η ζωή τότε ούτε ότι κι εκείνος είχε χαθεί μέσα σε αυτή τη διασκέδαση. Αντίθετα, στην Ελλάδα ό,τι έχει γραφτεί, μαζί και το παρόν βιβλίο, έχει το ύφος "εγώ είχα ψιλιαστεί τι έπαιζε και για αυτό θα γράψω κάτι ειρωνικό". Δηθενιές και μόνο. Επιπλέον αφού ήθελε ο συγγραφέας να αναφερθεί σε πραγματικά πρόσωπα ας έκανε μια μικρή έρευνα στο ίντερνετ και θα μάθαινε πως η Βανδή το 1993 πρωτοεμφανίστηκε στο χώρο του τραγουδιού, το περιστατικό που περιγράφει έγινε αρκετά αργότερα. Αν δεν είσαι ειλικρινής και αν γράφεις για γεγονότα που δεν ξέρεις, αυτό φαίνεται και αυτό άλλωστε είναι που ξεχωρίζει ένα καλό βιβλίο από ένα κακό.
Η απρόσμενη κάθοδος των ηρώων του Παρταλιού στην Αθήνα (και μάλιστα στο Παγκράτι των αρχών της δεκαετίας του 90). Μια συγκινητική έκπληξη βασισμένη σε μια ιδιαίτερη σχέση μάνας - γιου από έναν συγγραφέα που διαβάζω πάντα με μεγάλο ενδιαφέρον.