The way that this book combines reality and imagination, realism and dreaminess, truth and myth, has something primitive, primordial. It contains the essence of the world, in all its possible and unlikely versions.
On one hand, we experience a vivid imagery (some images seem to be reflecting the light, some others, glowing in the dark), on the other, we get to see black and white expressionistic sketches surrounding the text (figures with oversized heads as a darker, adult version of Alice in Wonderland)
What we have here is a narrative with two distinct themes: the everyday life of a family living in a small town among other people, each with their own special character and personality, and the surrealistic, magical version of the same persons and surroundings.This is how I can describe the "Sanatorium Under the Sign of the Hourglass" in a nutshell.
Ο τρόπος που δένει την πραγματικότητα με τη φαντασία, τον ρεαλισμό με το όνειρο, την αλήθεια με τον μύθο, έχει κάτι το αρχέγονο, το πρωτεϊκό. Εμπεριέχει την ουσία του κόσμου, σε όλες τις πιθανές και απίθανες εκδοχές του.
Από τη μια, οι χρωματιστές, πλούσιες λεκτικές πινελιές (ένα ουράνιο τόξο από εικόνες που αντανακλούν το φως ή φωσφορίζουν στο σκοτάδι) από την άλλη τα ασπρόμαυρα εξπρεσιονιστικά σκίτσα του που πλαισιώνουν το κείμενο (με τα υπερμεγέθη κεφάλια, σαν μια σκοτεινότερη, ενήλικη εκδοχή της Αλίκης στην χώρα των θαυμάτων) και στο κέντρο ένας πυρήνας με δύο πόλους: η καθημερινότητα μιας οικογένειας που ζει σε μια μικρή πόλη ανάμεσα σε άλλους ανθρώπους, ο καθένας με τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του, και η σουρεαλιστική, μαγική εκδοχή των ίδιων προσώπων και πραγμάτων.
Κάπως έτσι θα περιέγραφα το "Sanatorium Under the Sign of the Hourglass", ωστόσο είναι πολλά περισσότερα που μένουν ανείπωτα στην άκρη της γλώσσας μου, η οποία είναι πολύ φτωχή για μπορέσει να τα εκφράσει.
Δεν πρόλαβε να γράψει πολλά πράγματα ο Bruno Schulz...
Ετοίμαζε ένα μυθιστορημα με τίτλο ο "Μεσσίας" αλλά στα 1942 τον εκτέλεσαν εν ψυχρώ στη μέση ενός δρόμου για ασήμαντη αιτία και αφορμή. Στα χέρια του, καθώς έπεφτε στο χώμα, δεν κρατούσε τα πινέλα του ούτε τα χαρτιά του. Μόνο ένα καρβέλι ψωμί... Αλλά καμία σφαίρα δεν θα μπορέσει ποτέ να σκοτώσει την ομορφιά αυτού του κόσμου. Τα λίγα κείμενα που σώθηκαν από αυτόν, δυο μικρά βιβλία που πρόλαβε να δημοσιεύσει πριν τον θάνατό του, είναι η απόδειξη πως μια σφαίρα είναι ικανή να συντρίψει το σώμα. Αλλά το πνεύμα συνεχίζει ακόμα να υπάρχει, εκεί, μέσα στις σελίδες του έργου του και σφύζει ακόμα από ζωή.
Πόσο ανόητοι είναι, αλήθεια, οι άνθρωποι που νομίζουν πως μπορούν να κατακτήσουν τον κόσμο με τη βία...
Το βιβλίο αυτό θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως προς τη δομή του είτε ως μία συλλογή δεκατριών διηγημάτων που συνδέονται χαλαρά μεταξύ τους είτε ως μια νουβέλα όπου τα πρόσωπα και οι αφηγηματικές τεχνικές αλλάζουν ανάμεσα στα κεφάλαια, δίνοντας σε κάθε τμήμα του έργου έναν ξεχωριστό χαρακτήρα και μια θεματική και υφολογική αυτοτέλεια.
Βασικοί χαρακτήρες είναι ο Γιόζεφ ο νεαρός γιος της οικογένειας, ο Γιακώβ, ο πατέρας ο οποίος συχνά υπόκειται στις πιο καφκικές μεταμορφώσεις που θα μπορούσε να επινοήσει ο ανθρώπινος νους, μια μητέρα που από όσο θυμάμαι παραμένει ανώνυμη αλλά πανταχού παρούσα (ίσως γιατί όπως αναφέρει ο συγγραφέας στην αρχή του έργου "υλοποιήθηκε" σε συνέχεια της ύπαρξης του άνδρα και του αγοριού) η Αντέλα η υπηρέτρια, μια νέα δυναμική και ωραία κοπέλα, και ακολουθούν μέσα στα ξεχωριστικά κεφάλαια πρόσωπα όπως: η νεαρή Μπιάνκα που αποτελεί το αντικείμενο του πόθου του Γιόζεφ, ο Ρούντολφ, φίλος και αντίζηλος του αγοριού, ο παράξενος και αργόστροφος θείος Ντόντο, ο ωραίος, ανάπηρος γείτονας Έντυ, ένας συνταξιούχος που ξαναγίνεται παιδί ονόματι Σάιμον, και άλλοι παράξενοι και ενδιαφέροντες δευτερεύοντες χαρακτήρες.
Τα τέσσερα πρώτα κεφάλαια με τίτλο: "Το βιβλίο", "Η εποχή του Πνεύματος", "Άνοιξη" και "Μια νύχτα του Ιούλη" είναι μια μυητική εισαγωγή σε όσα θα ακολουθήσουν. Είναι δύσκολα. Κρυπτικά. Μυστηριώδη. Με έντονες περιγραφές που μοιάζουν να ξεδιπλώνουν μια κοσμική θεολογία, μια ερμηνευτική του σύμπαντος το οποίο μοιάζει να γεννιέται αλλά και να μεταμορφώνεται μέσα από τις διάφορες εναλλακτικές εκδοχές του. Αν κάποιος κατάφερε να δημιουργήσει ένα λογοτεχνικό καλειδοσκόπιο, αυτός είναι αναμφίβολα ο Bruno Schulz:
"Τα συνηθισμένα γεγονότα είναι διευθετημένα μέσα στον Χρόνο, δεμένα κατά μήκος του λες και είναι περασμένα μέσα από μια κλωστή. Εκεί έχουν τα προηγούμενα και τις συνέχειές τους, όλα μαζί αραδιασμένα και σφιχτοδεμένα χωρίς ενδιάμεσα κενά. Αυτό είναι σημαντικό για κάθε αφήγηση όπου η ακολουθία και η διαδοχικότητα αποτελούν τον κεντρικό της πυρήνα.
Όμως τί γίνεται με τα γεγονότα που δεν έχουν καμία θέση μέσα στον χρόνο; Γεγονότα που συνέβησαν πολύ αργά, αφότου ο χρόνος είχε ήδη μοιραστεί, διαχωριστεί, κατανεμηθεί; Γεγονότα που απέμειναν παγωμένα, αταξινόμητα, να κρέμονται στον αέρα, να πλανώνται χωρίς δική τους θέση; Είμαι μήπως ο χρόνος πολύ στενός για χωρέσει όλα τα γεγονότα; Μήπως δεν υπάρχουν μέσα στον χρόνο πλέον κενές θέσεις; Ανήσυχοι τρέχουμε μέσα στον συρμό των γεγονότων και ετοιμαζόμαστε για το ταξίδι.
Τί στην ευχή δεν υπάρχει λοιπόν κάποιος κανονισμός σχετικά με τη λειτουργία του Χρόνου; Χειριστή που είσαι;
Αλλά ας παραμείνουμε ψύχραιμοι. Ας μην πανικοβαλλόμαστε. Μπορούμε συμβιβάσουμε τα πάντα μέσα από τα δικά μας σημεία αναφοράς.
Ακούσατε ποτέ για τις παράλληλες εκδοχές του χρόνου που ακολουθούν δυο ξεχωριστά μονοπάτια; Ναι υπάρχουν τέτοια χρονικά παρακλάδια, παράτυπα και σκιώδη, όμως όταν κάποιος έχει να αντιμετωπίσει την εισροή τέτοιων πολυάριθμων γεγονότων δεν μπορεί είναι ιδιαίτερα επιλεκτικός. Ας βρούμε μέσα σε κάποιο σημείο της ιστορίας ένα τέτοιο παρακλάδι κι ας τοποθετήσουμε εκεί τα παραστρατημένα γεγονότα. Δεν υπάρχει φόβος. Όλα θα γίνουν με τη μέγιστη διακριτικότητα. Ο αναγνώστης διόλου δεν θα παραξενευτεί. Ποιος ξέρει; Ίσως ακόμα και τώρα που μιλάμε να συμβαίνει ήδη και ίσως ήδη να προχωρούμε μέσα σε ένα αδιέξοδο".
Αυτό το ερμηνευτικό πλαίσιο δίνει ο συγγραφέας και μέσα σε αυτό το κανάλι ρέουν και διαχέονται οι διηγήσεις του, ξεκινούν από ένα πρόσωπο, ένα αντικείμενο, ένα περιστατικό και εξελίσσονται στο άπειρο. Έτσι καταφέρνει να αποκαλύψει εκδοχές του κόσμου που θα ήταν διαφορετικά αόρατες στο ανθώπινο μάτι. Έναν κοσμικό αλμανάκ, μια μαγική συλλογή γραμματοσήμων, το μυστήριο μιας χαμένης πριγκίπισσας, ένα μουσείο κέρινων ομοιωμάτων που ζωντανεύει, μια ιδιότυπη συμφωνία του Πατέρα με τον διάβολο και η επακόλουθη τιμωρία του, η αριστοτεχνικότερη εναλλαγή των εποχών και άλλες γλυκόπικρες και αλλόκοτες ιστορίες.
Από όλες τις μικρές και μεγάλες ιστορίες του βιβλίου η πιο εντυπωσιακή, είναι σαφώς το "Σανατόριο κάτω από το σημείο της Κλεψύδρας". Όπου ο χρόνος καταλύεται μέσα σε ένα επιθανάτιο λυκόφως, ο ύπνος υποκαθιστά τη δράση, η ύπαρξη αιωρείται μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Ακόμα κι αν κάποιος κουραστεί από τις εκτενείς ποιητικές περιγραφές του συγγραφέα, αξίζει να διαβάσει τουλάχιστον αυτό το κεφάλαιο που στέκεται στην καρδιά του έργου και δίνει τον γενικότερο παλμό.
Από τις πιο σύντομες, σουρεαλιστικές και αστείες, ένα χιουμοριστικό σχόλιο επάνω στην μορφή του πατέρα, είναι το "Ο πατέρας μου κατατάσσεται στο Πυροσβεστικό σώμα". Το "Δεύτερο Φθινόπωρο" αποτελεί την πιο ποιητική και αλλοπρόσαλ��η πραγματεία που γράφτηκε ποτέ στην Ιστορία της Τέχνης και δη της ζωγραφικής.
Στην "Νεκρή εποχή"¨περιγράφεται για πρώτη φορά με λεπτομέρειες το επάγγελμα του πατέρα, ένας βασανισμένος έμπορος υφασμάτων, δίνεται η πρώτη μεταμόρφωσή του και η συμφωνία του με το διάβολο (έναν μυστηριώδη επισκέπτη που θα του εξασφαλίσει τα επτά χρόνια ευημερίας που θα βάλουν ένα τέλος στη νεκρή εποχή της ανασφάλειας και της αγωνίας).
Ο "Ντόντο", ο "Έντυ", ο "Γέρος συνταξιούχος", η "Μοναξιά" θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως υποδιηγήσεις, ως παραλλαγές του κεντρικού θέματος και έχουν να κάνουν με τις ανθρώπινες αδυναμίες και τη μοναξιά.
Και η τελευταία ιστορία, μια σύντομη και βαθύτατα συγκινητική αλλά συνάμα αστεία παραλλαγή της Καφκικής "Μεταμόρφωσης". Ο πιο εντυπωσιακός σπαρακτικός και ξεκαρδιστικός επίλογος σε αυτήν την ιστορία.
Δεν θα ενθαρρύνω κανέναν να ψάξει και να διαβάσει αυτό το βιβλίο. Αν και προσωπικά, αν έπρεπε να θυσιάσω (ο μη γένοιτο) ολάκερη τη βιβλιοθήκη μου, για να κρατήσω δέκα μονάχα βιβλία, αυτό θα έμπαινε σίγουρα στον "Κανόνα των δέκα Αγαπημένων". Είναι βαρύ, δύσκολο και δυσνόητο παρά το μικρό του μέγεθος. Έχει εκτενέστατες εξαντλητικές περιγραφές και κατανοώ πως, ορισμένως, αυτό μπορεί να αποτελέσει τροχοπέδη στην αναγνωστική απόλαυση. Εγώ ξέρω μονάχα αυτό που βίωσα και που αποτελεί πλέον κομμάτι της ψυχής μου.
Και τί με ενδιαφέρει για όλα τα άλλα;
Ο Bruno Schulz υπήρξε άξιο τέκνο του Μέγα Ωρολογοποιού και η αιωνιότητα του ανήκει. Μακάρι μονάχα να είχε μείνει λιγάκι περισσότερο μαζί μας, να είχε προλάβει να μας αφήσει κάτι περισσότερο από το έργο του...
Ένα μικρό απόσπασμα:
"Ο φωτογράφος, ο πατέρας μου κι εγώ πήραμε τον δρόμο για το σπίτι, κάνοντας έναν κύκλο, μέσα από τις πιο απομακρυσμένες γειτονιές. Εκεί τα ελάχιστα σπίτια ήταν μικρά, στο τέλος χάθηκαν κι αυτά τελείως. Περάσαμε σε μια ατμόσφαιρα γλυκειάς και ζεστής άνοιξης. Η ασημένια αντανάκλαση ενός νέου, μενεξεδένιου φεγγαριού που μόλις είχε ανατείλει γλιστρούσε επάνω στο λασπωμένο μονοπάτι. Η νύχτα, που δεν ήταν ακόμα εντελώς ανοιξιάτικη, είχε κάτι από την προσμονή για τις επερχόμενες φάσεις της. Ο αέρας που δεν είχε ακόμα τη συνηθισμένη δριμύτητα αυτής της εποχής του χρόνου είχε μια γλυκερή ανοστιά, γεμάτη από το άρωμα της βροχής, το νοτισμένο γόνιμο χώμα, κι από τις δροσοσταλίδες του χιονιού που έλιωναν, λαμποντας φασματικά κάτω από το λευκό, μαγικό φως.
Και ήταν παράξενο που κάτω από αυτό το καλοκάγαθο φεγγάρι, δεν υπήρχαν γυρίνοι να απλώνονται στην ασημένια λάσπη, και η νύχτα δεν αντηχούσε με τα κοάσματα χιλιάδων φλύαρων στομάτων κάτω στις διάσπαρτες όχθες του ποταμού, τις μουσκεμένες από τις γυαλιστερές σταγόνες του γλυκού νερού. Κι έτσι κάποιος ήταν υποχρεωμένος να φανταστεί τα κοάσματα των βατράχων μέσα στη νύχτα, η οποία ήταν γεμάτη από το μουρμούρισμα των υπόγειων πηγών, έτσι ώστε - μετά από μια στιγμή απόλυτης ακινησίας- το φεγγάρι να μπορέσει να συνεχίσει την ανάβασή του στον ουρανό, να απλώσει την λευκότητά του, ακόμα πιο φωτεινό, πιο μαγικό και υπερφυσικό.
Περπατήσαμε έτσι, κάτω από το φεγγάρι που γέμιζε. Ο πατέρας μου και ο φωτογράφος με κουβαλούσαν σχεδόν ανάμεσά τους, γιατί παραπατούσα από την κούραση και περπατούσα με δυσκολία. Τα βήματά μας έτριζαν πάνω στην νοτισμένη άμμο. Πήγαινε καιρός από την τελευταία φορά που είχα αποκοιμηθεί καθώς περπατούσα και κάτω από τα βλέφαρά μου έβλεπα τώρα ολάκερο τον φωσφορισμό του ουρανού, γεμάτο από φωτεινά σημάδια, λαμπυρίσματα και αστρικά φαινόμενα. Στο τέλος φτάσαμε σε μια ανοιχτωσιά. Ο πατέρας μου με ξάπλωσε επάνω σε ένα παλτό που άπλωσε στο χώμα. Με τα μάτια κλειστά, είδα τον ήλιο, τη σελήνη, και έντεκα αστέρια ευθυγραμμισμένα στον ουρανό, να παρελαύνουν εμπρός μου***.
"Μπράβο Γιόζεφ!" Αναφώνησε ο πατέρας μου και και χτύπησε τα χέρια του με επιδοκιμασία. Έκανα έναν ασυναίσθητο πλαγιαρισμό ενός άλλου Ιωσήφ, κάτω από εντελώς διαφορετικές συνθήκες, αλλά κανένας δεν μου κράτησε κακία γι' αυτό. Ο πατέρας μου, ο Γιακώβ, κούνησε το κεφάλι του και πλατάγισε τα χείλη του και ο φωτογράφος έστησε τον τρίποδά του επάνω στην άμμο έβαλε τη φωτογραφική του μηχανή σαν κοντσερτίνα και κρύφτηκε τελείως κάτω από τις πτυχές του μαύρου υφάσματος. Εκείνος φωτογράφιζε ένα σπάνιο αστρικό φαινόμενο, ένα αστραφτερό ωροσκόπιο στον ουρανό, ενώ εγώ με το κεφάλι μου να πλέει μέσα στο φως, απόμεινα χωρίς να βλέπω στο έδαφος, κρατώντας απαλά το όνειρό μου σαν μέσα από φωτογραφικό φακό".
*** Αναφορά στο αντίστοιχο όνειρο του βιβλικού Ιωσήφ.