Γιατί τιτλοφόρησα αυτό το κείμενο Πριν; Κανονικά θα έπρεπε να το ονομάσω Μετά. Αλλά συμβαίνουν λίγα πράγματα εδώ. Πού και πού ακούγεται το μετρό που περνάει: είναι η κυριότερη ψυχαγωγία µας. Το ακούμε πολύ αμυδρά. Σε ποια απόσταση περνάει; Στα εκατόν πενήντα μέτρα; Στα πεντακόσια μέτρα; Πόσος καιρός θα µας χρειαστεί για ν’ ανοίξουμε μια στοά τέτοιου μήκους; Το συζητάμε συχνά αυτό το θέμα. Διακρίνουμε τη μέρα από τη νύχτα χάρη στον ήχο του μετρό. Όταν δεν το ακούμε για μεγάλο διάστημα, υποθέτουμε ότι είναι νύχτα ή ότι οι οδηγοί κάνουν απεργία. Ακούμε επίσης το άνοιγμα και το κλείσιμο της καγκελόπορτας του νεκροταφείου.
Πριν από τι ή μετά από τι; Κάτι τέτοιο αναρωτιέται και ο ίδιος ο συγγραφέας και μοιραία κι εμείς ως αναγνώστες. Μόλις μπαίνεις στο νόημα του βιβλίου, διαπιστώνεις ότι ο Αλεξάκης έχει παντρέψει με περίεργο τρόπο μια δυστοπική ιστορία όπου το μακάβριο και το μεταφυσικό έχουν τον πρώτο λόγο. Ταυτόχρονα έχουμε στα χέρια μας μια ιστορία για το μάταιο ή και όχι, όσων μπορεί να επιχειρήσει ένας άνθρωπος προκειμένου να απελευθερωθεί από ό,τι τον κρατά δέσμιο, δηλώνοντας την ίδια στιγμή τον φόβο για το πώς θα διαχειριστεί αυτή την ελευθερία μόλις καταφέρει τον στόχο του. Σε αυτό το σκοτεινό χρονικό της παράξενης συμβίωσης τόσων πολλών και διαφορετικών ανθρώπων, ελάχιστα μας αποκαλύπτονται για το παρελθόν τους με εξαίρεση κάποια αποσπασματικά flash back του ίδιου του αφηγητή που δυστυχώς μου φάνηκαν να στερούνται συναισθημάτων. Επί της ουσίας, δεν έχουμε κάποια εξέλιξη της ιστορίας (σαν να μην ξεκινά από κάπου και να μην καταλήγει κάπου)με αποτέλεσμα να έχω την αίσθηση ότι όλοι οι ήρωές μας γυρνάνε γύρω γύρω εφαρμόζοντας την μέθοδο της τυφλόμυγας. Ευελπιστούσα σε κάτι παραπάνω που ωστόσο δεν μου δόθηκε.
Πολύ καλο βιβλίο, πολύ ανθρώπινο. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση δίνει την εντύπωση μια δημοσιογραφικής καταγραφής με έναν τρόπο ψιθυριστό, ήσυχο. "Η αρρώστια την είχε αλλάξει. Είχε αδυνατίσει, είχε χάσει τα μαλλιά της. Δεν έμοιαζε στον εαυτό της. Είχε μεταμφιεστεί σαν να ήθελε να φύγει με ξένη ταυτότητα χωρίς να μας πληγώσει. Η αρρώστια είχε αλλάξει ακόμα και τα χαρακτηριστικά του προσώπου της, είχε αλλοιώσει το βλέμμα της. Είχε γίνει ένας άλλος άνθρωπος που αγαπούσα ωστόσο ακριβώς όσο τη μητέρα μου".
Είναι δύσκολο να περιγράψεις με δύο προτάσεις τι συναισθήματα δημιουργεί αυτό το βιβλίο και δε νομίζω ότι αυτά τα συναισθήματα είναι κοινά σε όλους τους αναγνώστες του. Μια δύσκολη στιγμή του συγγραφέα ως αφορμή για μια τεράστια φιλοσοφική συζήτηση μέσα από τα νοήματα ενός απλού μυθιστορήματος.
One of those pieces of work that you're not sure what they were about. They definitely, got you curious, they stimulated your thoughts, left you thinking. But there was a lack of engagement. I just feel like the author left me to do too much work in dreaming up the intepretetations, finding the meaning.
Όταν το ξεκίνησα μου φάνηκε πολύ ενδιαφέρον. Μία εισαγωγή που σε παρακινεί να δεις τι γίνεται παρακάτω. Το πρόβλημά μου με αυτό το βιβλίο είναι ότι δε βρήκα παρακάτω. Ισχύει ότι λόγω θεματολογίας, δεν περίμενα κάποια φοβερή δράση, αλλά μια πλοκή την ήθελα, έστω κάποια flashback, να κινηθεί λίγο το πράγμα. Δυστυχώς απογοητεύτηκα. Να σημειώσω εδώ ότι δε βοήθησε καθόλου το ότι διάβασα -και αγάπησα- φέτος το Λήθη και Λίνκολν, του οποίου οι πρωταγωνιστές βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση.