Όταν όμως είχε αντικρίσει το χωριό από μακριά, με φωτισμένα τα σπίτια από τον περίσσιο ήλιο στο ξέφωτο, είχε νιώσει μια λαχτάρα να έμεν' εκεί για πάντα, κι ένα βαθύ αίσθημα χαράς τον έκαμε να νιώσει δικό του το μέρος εκείνο. Το διέσχισε, αμέσως μετά γρήγορα, θυμωμένος με τη βιασύνη που τον ερέθιζε. Η λοξή σχισμή σε μια ξύλινη θύρα. Μια τρύπα σ' έναν μαντρότοιχο, γεμάτη από το σκονισμένο υφάδι της αράχνης. Η εύρωστη αγελάδα που ύψωνε την ουρά ξεμυγιάζοντας τα καπούλια της. Τα μαστάρια της, πιο ανοιχτόχρωμα, τριανταφυλλένια, κρεμιόντουσαν βαριά, με ρώγες μεγάλες δαχτυλάτες. Όλα του κεντούσαν την ορμή για επίβαση. Έβριζε τον εαυτό του, δίχως όμως να πάψει να αισθάνεται την ίδια εκείνη ορμή, στο σάλιο που πάνω στα χείλη του ξηραίνονταν.
Χάρηκε όταν έχασε τον δρόμο και έφτασε σκαλωμένος σ' έναν βράχο να κινδυνέψει. Εκεί σε μια σχισματιά βρήκε δυο λουλούδια. Ήταν μονοκοτυλήδονα της οικογένειας των κρινοειδών. Τον ακριβή προσδιορισμό τους θα επιτύγχανε στο κατάλυμα αργότερα. Τον ενθουσίασε όμως η λεπτομέρεια ότι και τα δύο, ενώ ήταν όμοια στη γενικότητά τους, διέφεραν. Του ενός ο ύπερος σχηματίζονταν από 6 καρπόφυλλα, ενώ του άλλου μόνο από 5. Ανάλογα ελαττώνονταν και ο αριθμός από τους στήμονες από 6 σε 5, δίχως μ' αυτό να καταστρέφονται τα κοινά σημεία της μορφής και των δύο. Επρόκειτο για φυτό του ιδίου είδους, που ένα άτομό του, άγνωστο για ποιους λόγους και αίτια, είχε ξεφύγει από τον σταθερό κανόνα του είδους σε μια πιθαμή απόσταση από το υγιές, στην ίδια βραχώδη σχισμή. Η επί του συγκεκριμένου αντικειμένου παρατήρηση τού ικανοποιούσε το νου, αναστέλλοντας κάθε ανησυχία του σώματος ή της ψυχής.
Ο Νίκος Γαβριήλ-Πεντζίκης (English: Nikos Gabriel Pentzikis) ήταν Έλληνας συγγραφέας και αυτοδίδακτος ζωγράφος από τη Θεσσαλονίκη. Ήταν αδελφός της ποιήτριας Ζωής Καρέλλη.
Έκανε σπουδές στο Παρίσι το 1926 και ένα χρόνο αργότερα απέκτησε πτυχίο Οπτικής Φυσιολογίας. Εν συνεχεία σπούδασε Βοτανολογία και Φαρμακευτική στο πανεπιστήμιο του Στρασβούργου. Τη δεκαετία του 1930 ανέλαβε το φαρμακείο του πατέρα του και άρχισε να ασχολείται με τη ζωγραφική.
Στα γράμματα εμφανίστηκε το 1935. Αργότερα άρχισε να δημοσιεύει μελέτες σε έγκριτα περιοδικά και εξέδωσε μυθιστορήματα και πεζογραφήματα. Μετά τη συνταξιοδότησή του (1969) αφοσιώθηκε στη συγγραφή έργων και συνέχισε τη ζωγραφική.
Ήταν μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και του Καλλιτεχνικού Επιμελητηρίου Αθηνών. Βραβεύτηκε με πολλά βραβεία, όπως το Ρalmes Αcademiques (1951), το βραβείο του Υπουργείου Πολιτισμού (1987), το Βραβείο Χέρντερ της Βιέννης (1989) και αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Πέθανε από ανακοπή της καρδιάς το 1993 και ενταφιάστηκε στην Ορμύλια Χαλκιδικής.