Ο Γιάννης Βαρβέρης ήταν Έλληνας ποιητής της γενιάς του '70, κριτικός, δοκιμιογράφος και μεταφραστής. Σπούδασε νομική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εργάστηκε στο Υπουργείο Εξωτερικών. Στράφηκε στη λογοτεχνία, εκδίδοντας επτά ποιητικά έργα και μεταφράσεις από την Αττική Κωμωδία και την ξένη λογοτεχνία. Ανθολογημένη η ποίησή του έχει μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες, όπως είναι η αγγλική, η γαλλική, η γερμανική, η ιταλική, η ισπανική και η ρουμανική.
Όσο κι αν η νεκρώσιμος ακολουθία με τα ιδιόμελα του Ιωάννη Δαμασκηνού μάς συνοδεύουν όταν συνοδεύουμε τον άνθρωπό μας, τον κάθε άνθρωπο, στον χλοερό του/μας τόπο, δύσκολα η ποίησή τους, καταφατική κι αποφατική μαζί, μας αναπαύει μπροστά στο ανοιχτό φέρετρο. Ωστόσο, ακόμη κι εκείνη τη στιγμή κάνει τον λυγμό στίχο και τον ακατανόητο πόνο πιο υποφερτό. Από τη Βίβλο των νεκρών, τις επιτύμβιες στήλες και τα επιγράμματα (κι αφήνω απ’ έξω θρησκείες και τελετουργίες), ο ποιητικός λόγος μίλησε για τον θάνατο, κατά κόρον μερικές φορές –ακόμη κι όταν στη νεωτερική Δύση ο περί θανάτου λόγου απωθούνταν στο περιθώριο.
Η σχετικά παλιά, αλλά ακόμη διαθέσιμη στο εμπόριο, ανθολογία του Βαρβέρη και του Παπαγεωργίου, επιλέγει ποιήματα από τον Κλέωνα Παράσχο και τον Σικελιανό έως τη «γενιά του ’70»: σχεδόν όλοι οι ποιητές (πρέπει να είναι γύρω στους 140) βρίσκουν τη θέση τους εδώ, σχεδόν όλοι με ένα ποίημα τους. Το γενικό θέμα όλων είναι ο θάνατος, αλλά σε πολλαπλές εκδοχές του: αυτοαναφορικός ή αναφερόμενος σε κοντινά πρόσωπα, σε ομάδες, σε ιδέες και πράγματα –συμβατικός, «φυσιολογικός», προαιρετικός, βίαιος, ψυχικός. Νεκρός πατέρας, νεκρός φίλος, νεκροί σύντροφοι. Νεκροί ξεχασμένοι, προδομένοι ή παρόντες. Κάθε ποίημα, πολλά είναι από τα γνωστά και στον μέσο αναγνώστη, φωτίζει ή κρύβει μιαν όψη του φαινομένου του θανάτου. Συνειδητοποίηση της θνητότητας, και ήρεμη ή απελπισμένη παραδοχή της («Θεέ μου, ἑτοιμάζεις/ κόσμο ἀπατηλό, ἀτρικύμιστο γιά τό χαμό μου», καταλήγει ο Ασλάνογλου στον «Θάνατο του Μύρωνα»). Ειρωνικό σχόλιο στην κοινωνική χρήση του θανάτου, ενός επιφανούς ή ενός κοινού ανθρώπου. Το τελεσίδικο του θανάτου, βιωμένο απαισιόδοξα ή με εμπιστοσύνη στο επέκεινα, αλλά και η απώλεια κάθε ελπίδας: «Βέβαια στο τέλος κι’ οἱ/ νεκροί/ σωπαίνουν/ κυλοῦν ἀργά στό σκοτεινό βυθό τους/ γίνονται πέτρες ἄσπρες πέτρες μαῦρες/ Μές στη σιωπή τους πνίγονται οἱ νεκροί μας» (Ορέστης Αλεξάκης, «Ο θάνατος των νεκρῶν»).
Ακριβώς «Ἐπειδή ο θάνατος/ εἶναι μια λύση πού ἀναιρεῖ ὅλες τις λύσεις» (Μάρκογλου, «Τα κύματα»), η ποίηση επιμένει και γράφει γι’ αυτόν. Στιγμές γίνεται, όπως η φιλοσοφία, μια προετοιμασία θανάτου, που σημαίνει τελικά μια μελέτη της ζωής –δεν αποποιείται μεν την ευθύνη, αλλά δεν κρίνει η ίδια: «Ἦλθεν ἡ ὥρα νά συνάψουμε τή νέα μας σχέση/ πού θά κρίνει τό θάνατο καί τή ζωή,/ θά φανερώσει ποιός πέθανε καί ποιός ἀνέστη» (Αλ. Μάτσας, «Σπουδή θανάτου»).
Για την επιλογή των ποιημάτων: είχαν δύσκολο έργο οι ποιητές-ανθολόγοι και το αισθητικό τους γούστο ήταν καλός οδηγός για αυτό που θέλησαν να κάνουν με την ανθολογία. Εννοείται ότι ο καθένας μπορεί να προτιμά ή να του φαίνεται πιο σχετικό ή βαθύ κάποιο άλλο ποίημα. Π.χ. τι να διαλέξεις για τους νεκρούς και τον θάνατο από το έργο του Ρίτσου; Από την προσωπική μου ανθολογία δεν θα έλειπε επ’ ουδενί π.χ. η «Νεκρολογία», η «Κάθοδος και άνοδος», «Αυτός ο θάνατος» του Νίκου Φωκά –αλλά δεν αντιλέγω: οι «Μύγες» του που επιλέχθηκαν είναι από τα πιο αντισυμβατικά (θεματολογικά και ποιητικά) ποιήματα για τον θάνατο! Επίσης, κάποιο ποίημα της Ζέφης Δαράκη ή του Στέφανου Ροζάνη θα ταίριαζε στη συλλογή.
Κι όμως όσα καλά ποιήματα και να ξαναδιάβασα σ’ αυτήν την προσεγμένη και αξιοσύστατη συλλογή, για αυτό το κοινότατο θέμα του θανάτου, δεν μπορώ παρά να καταφύγω σε ποιήματα του Λεοντάρη ή του Φωκά που χαμηλόφωνα συλλαβίζουν το ανθρώπινο μυστήριο του θανάτου και των επιζώντων. Καθώς η ποίηση μιλά για τον θάνατο, κι οι αναγνώστες την ακούμε, δεν πρέπει να ξεχνάμε την κύρια συνθήκη πρόσληψης του θέματος, ώστε να μην ευτελιστεί σε ρηχή ρητορικότητα κι άκρατο συναισθηματισμό –μέσα από το «Σε συνομήλικο» του Νίκου Φωκά (εντάξει, δεν κρύβονται οι ποιητικές αγάπες):
Θά πεθάνουμε μιά μέρα. ……. Αὐτό πού ἀκοῦς σοῦ εἶναι γνωστό φυσικά Ἀνιαρά γνωστό μάλιστα, δέν τό ἀρνοῦμαι΄ Εἶναι μιά κοινότατη φράση πού τή λέμε συνέχεια. Ἀλλά ὅσο πιό γνωστό τόσο ἐγώ πιό πολύ Τό φέρνω μέσα μου σάν μυστικό. Σάν μυστικό λοιπόν στό λέω τώρα.
Αυτή τη μετάβαση από το κοινότατο στο μυστικό είναι που καταφέρνει, όταν την καταφέρνει, η ποίηση. Κι όπως σαν μυστικό μάς το λέει, σαν τέτοιο πρέπει να το κρατήσουμε –κι ίσως να το ξαναπούμε σ’ όσους ακούν μυστικά.