«Juan Madrid es genial. Leyendo este libro por poco pierdo un tren. Y es absolutamente verdad.» Eduardo Mendoza
Madrid, 2011. Juan Delforo, periodista y escritor, hijo de padres republicanos y con un pasado de militancia en la lucha antifascista, acude a un chalet de El Viso para recoger el legado de un hombre que no conoce y que acaba de morir. Se trata de Dimas Prado, un comisario, viejo falangista, que se relacionó en el pasado con los padres de Delforo y ha ejercido de protector en la sombra del joven disidente. Burgos, 1938. Dimas Prado es encargado de la investigación del espeluznante asesinato de una jovencísima prostituta a manos de un jerarca del bando nacional. La investigación, que tendrá por objeto borrar cualquier rastro del crimen, permitirá relanzar la carrera policial de Dimas Prado, que cuenta con la ayuda del siempre fiel Guillermo Borsa. Málaga, 1945. El padre del protagonista, Juan Delforo, militar republicano que luchó en la Defensa de Madrid, es detenido y condenado a muerte. Dimas Prado intercede por él a cambio de una información fundamental para su futura carrera política y le permite un encuentro con su mujer, Carmen Muñoz, a la que le unían lazos nunca revelados. ¿Por qué el viejo comisario quiso como última voluntad que Juan Delforo heredara su historia? ¿Puede un novelista contarlo todo? ¿Qué verdades se esconden tras las lealtades ocultas de estos personajes? Juan Madrid, en la que es su novela más ambiciosa hasta el momento, nos lleva a través de las páginas de "Perros que duermen" a aquella época sombría de la guerra y la posguerra civil, y a sus ecos en la construcción de nuestro presente. Una novela de intriga, inquietante y estremecedora, con personajes complejos, contradictorios y ricos en matices, que nos hará reflexionar sobre el género humano y sobre la necesidad de contar historias.
Juan Madrid (Málaga, 12 de junio de 1947) es un prolífico escritor, periodista y guionista de cine y TV famoso, ante todo, por sus novelas policiacas protagonizadas por Toni Romano. Licenciado en Historia Contemporánea por la Universidad de Salamanca, trabajó en varios oficios hasta desembocar en el periodismo en 1973. Ha sido redactor en revistas como Cambio 16, además de escribir numerosos reportajes en revistas nacionales e internacionales.
Publica su primera novela -Un beso de amigo-, en 1980, después de quedar finalista del premio convocado por la colección Círculo del Crimen de la editorial Sedmay. Ha publicado cuarenta libros entre novelas, recopilaciones de cuentos y novelas juveniles y es considerado uno de los máximos exponentes de la nueva novela negra o urbana europea. Su obra ha sido traducida a dieciséis lenguas.
Ejerce regularmente la docencia en instituciones de España, Francia, Italia, Argentina y Cuba, destacando entre otras la Escuela Internacional de Cine y TV de San Antonio de los Baños1 en Cuba y Hotel Kafka de Madrid.
Asimismo ha sido jurado en numerosos premios relacionados con la literatura y el cine.
Algunos de sus títulos se han llevado al cine como Días Contados (dirigido por Imanol Uribe). Madrid ha escrito varios guiones de televisión (Brigada Central, la primera serie policial íntegramente española emitida por TVE entre noviembre de 1989 y febrero de 1990) y es autor de decenas de argumentos para cine y televisión. También ha incursionado en el cine como director: lo fue de Tánger, cuyo guion escribió.
Los guiones de Brigada Central aparecieron como novelas en su tiempo, y en 2010 Madrid comienza a publicar una nueva versión de esos guiones, revisada y corregido, en tres volúmenes: Flores, el gitano, Asunto de rutina y El hombre del reloj.
Es uno de los escritores de novela negra más considerado por la crítica: "En cualquier quijada ensangrentada hay matices, y con ellos trabaja Juan Madrid, que reúne una gavilla de crímenes de la España profunda"(Javier Goñi, El País)
Υποθέτω οτι ο συγγραφέας φιλοδοξούσε να γράψει το μεγάλο μυθιστόρημα του ισπανικού εμφυλίου, το αποτέλεσμα όμως είναι άνισο παρά την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ιστορία. Αυτό που ξεκινά ως noir εν καιρώ πολέμου (μια μυστηριώδης κληρονομιά και η συγκάληψη ενός φρικτού φόνου στα "σκοτεινά" χρόνια της εγκαθίδρυσης του φρανκικού καθεστώτος) εξελίσσεται σε αντι-πολεμικό μυθιστόρημα με μπόλικη δόση κατασκοπίας, κυνηγημένου έρωτα και πολιτικού αγώνα. Η αφήγηση μοιράζεται ανάμεσα στο ημερολόγιο που κρατά στη φυλακή ο κομμουνιστής αγωνιστής, αξιωματικός του Δημοκρατικού Στρατού, πρώην καθηγητής Ιστορίας και Γεωγραφίας και πολύ ερωτευμένος, και σε εκείνη του Επιθεωρητή Ερευνών του φασιστικού καθεστώτος, ο οποίος ερευνά το φόνο ενώ ανεβαίνει με αργά αλλά σταθερά βήματα στην ιεραρχία της φαύλης κυβέρνησης. Βρήκα περισσότερο ενδιαφέρουσα την αφήγηση του φασίστα ήρωα, ίσως λόγω της έρευνας γύρω από το φόνο, που όσο να 'ναι σου κρατά το ενδιαφέρον, αλλά και λόγω της εμβάθυνσης στο χαρακτήρα ενός ανθρώπου υψηλής ευφυίας με έντονα όμως αντι-δημοκρατικά αισθήματα και γνήσιο μίσος για την αριστερά. Από την άλλη η αφήγηση του φυλακισμένου αγωνιστή της δημοκρατίας σύντομα κουράζει καθώς περιέχει ατελείωτες περιγραφές μαχών, μετακινήσεις στρατευμάτων, συνομιλίες μεταξύ δημοκρατικών στρατιωτικών και κομμουνιστών ηγετών κ.α. Καταφέρνει βέβαια έτσι να καταδείξει την αδυναμία συντονισμού του πολυφωνικού δημοκρατικού στρατοπέδου (δημοκράτες αστοί στρατιωτικοί, κομμουνιστές, αναρχο-συνδικαλιστές, αγρότες, Διεθνείς Ταξιαρχιες κλπ) σε σύγκριση με τις αυστηρά δομημένες και ετοιμοπόλεμες φάλαγγες του Φράνκο, αλλά και να ασκήσει κριτική στις Μεγάλες Δυνάμεις, οι οποίες άφησαν τους Δημοκρατικούς στην τύχη τους και χρησιμοποίησαν τον Φράνκο ως ανάχωμα στη Νότια Ευρώπη για την εξάπλωση του μπολσεβικισμού (πιθανές ομοιότητες δεν είναι τυχαίες!). Το φινάλε με άφησε με ανάμεικτες εντυπώσεις, πολλά δεν εξηγήθηκαν, ούτε καν υπονοήθηκαν, λες και ο συγγραφέας άλλαξε ξαφνικά γνώμη και έδωσε άλλη τροπή στην κορύφωση της ιστορίας του.
A medio camino entre novela histórica con tintes bélicos y novela negra, me ha gustado el planteamiento y el desarrollo a pesar de que, debido en parte a mi desconocimiento de la Guerra Civil, he podido perderme mientras leída los recuerdos de un testigo activo de momentos tan importantes, tan reales y tan mundanos de nuestra historia reciente. Es verdad, lo reconozco, que esto es más por apreciación personal que porque el autor haya sido exagerado en sus narraciones; en realidad, creo que ha sido todo lo contrario y que alguien más entendido en este período negro de España podrá valorar mejor que yo el juego y el trabajo realizado a través de estos personajes ficticios y todo lo que ocurrió. La parte que mezcla intriga con la violencia necesaria para tachar el texto de novela negra, es la que más me ha gustado, disfrutando sobre todo de las últimas páginas del texto, con esa forma tan peculiar de explicarnos muchas cosas.
He tenido que llegar a la página 369 para interesarme un poco por este libro, y esa mínima inquietud se enmarca dentro del gran sopor. Lo siento, no sé si he captado bien los entresijos o el mensaje del autor, incluso se me ha podido escapar algún elemento de la trama. Pero en mi opinión esta es una novela histórica camuflada de novela negra que se hace muy larga y se para en detalles que, de nuevo, no sé si es por mi ineptitud lectora, pero no logro entender. Yo no la recomiendo.
Μία ιστορία που ξεκινά λίγο πριν τον Ισπανικό εμφύλιο και τον Φράνκο και ξετυλίγει το κουβάρι της πλοκής στη δημοκρατική πια Ισπανία, μέχρι και τις μέρες μας. Άνετη γραφή, πλούσιο και χορταστικό περιεχόμενο, κουραστικό κάποιες στιγμές στα ιστορικά στοιχεία, μπορεί να σταθεί άνετα ως κινηματογραφικό σενάριο. Από τα καλύτερα βιβλία του καλοκαιριού.
O Juan Madrid γράφει ένα μεγάλο μυθιστόρημα για την Ισπανία του 20ου αιώνα. Για την απέλπιδα προσπάθεια του λαού της Ισπανίας να υπερασπίσει την νόμιμα εκλεγμένη κυβέρνησή του. Για την διεθνή ασφυξία της νεαρής ισπανικής δημοκρατίας υπό το πρόσχημα της “μη επέμβασης”, την ώρα που οι φασίστες πραξικοπηματίες εφοδιάζονταν αφειδώς. Για την αλλαγή πλεύσης των δυτικών συμμάχων, μετά τον πόλεμο, όταν τα παχιά λόγια περί δημοκρατίας πήγαν περίπατο μπροστά στην ανάγκη αντικομμουνιστικών οχυρωμάτων στη νότια Ευρώπη. Και όλα αυτά με άξονα την ιστορία τριών ανθρώπων: Του επιθεωρητή ασφαλείας, φαλλαγίτη, Ντίμας Πράδο. Του δημοκρατικού αντισυνταγματάρχη Χουάν Ντελφόρο Φαρέλ. Της συζύγου του Ντελφόρο, Κάρμεν Μουνιόθ. Οι τρεις συνδέονται περίεργα και υπαινικτικά, με την αλήθεια να μην ξεπροβάλει ποτέ φανερά και κατηγορηματικά, ούτε καν στο τέλος.
Ο Ντίμας Πράδο είναι ένα σκυλί. Χωρίς ψυχή και συνείδηση, τρέφεται με σάρκες ανθρώπων. Μοιάζει απελπιστικά με τα σκυλιά της γης του κανένα. Η “γη του κανένα” είναι τα λίγες δεκάδες μέτρα που επί δυόμισι χρόνια χωρίζουν τους Δημοκρατικούς από τους Εθνικιστές κατά την άμυνα της Μαδρίτης. Ο Ντελφόρο, καθηγητής Ιστορίας και Γεωγραφίας, μέλος της Σοσιαλιστικής Νεολαίας, ερωτευμένος με την Κάρμεν Μουνιόθ, στρατευμένος στην υπόθεση της δημοκρατίας και της κοινωνικής απελευθέρωσης, στέλεχος αργότερα του Κομμουνιστικού Κόμματος, έχει δει τα σκυλιά αυτά, την ώρα που διοικούσε το τάγμα του από τα χαρακώματα. Απέναντι από την Πανεπιστημιούπολη της Μαδρίτης, στο Κάσα ντε Κάμπο, τα σκυλιά τρέφονταν από τους εκατοντάδες νεκρούς και των δύο πλευρών. Ο Ντελφόρο τα βλέπει στους εφιάλτες του.
Ο Ντίμας Πράδο αναλαμβάνει την εξιχνίαση – ή καλύτερα τη συγκάλυψη – ενός αποτρόπαιου εγκλήματος, μιας διπλής δολοφονίας, μιας καλής κυρίας του Μπούργκος και μιας νεαρής Αφρικανής. Η νεαρή – μάλλον πόρνη – βρίσκεται με ξεσκισμένες τις σάρκες των ευαίσθητων σημείων της, σαν να την έχουν φάει λύκοι και τσακάλια. Ο αστυνομικός Πράδο, το 1938 επιχειρεί να μετακινηθεί από τη φασιστική Φάλαγα στον κρατικό μηχανισμό των Φρανικιστών που τότε συγκροτείται. Η επιτυχής συγκάλυψη του εγκλήματος, καθώς φαίνεται, αποτελεί προϋπόθεση για μια τέτοια μεταπήδηση. Ταυτόχρονα ο Πράδο γνωρίζει και ερωτεύεται την Άνα Μουνιόθ, γραμματέα που κινείται στο κατάμεστο από στελέχη της κυβέρνησης και Γερμανούς στρατιωτικούς απεσταλμένους, Μπούργος. Η έρευνα τον οδηγεί στο περιβάλλον της προσωπικής φρουράς του ίδιου του Καουντίγιο, του Φράνκο, επικεφαλής των εθνικιστικών δυνάμεων και προμάχου της “νέας” φασιστικής Ισπανίας.
Εντελώς αντίθετη φιγούρα, ο Χουάν Ντελφόρο, ιδεαλιστής και ταυτόχρονα ικανός έφεδρος υπαξιωματικός, αναλαμβάνει διαδοχικά πόστα στις Λαϊκές Πολιτοφυλακές, καθώς ο στρατός – και κατά βάση οι αξιωματικοί του – κατά πλειοψηφία πέρασε με τη μεριά των στασιαστών. Ο Juan Madrid περιγράφει όλο το μεγαλείο της αυτοθυσίας του δημοκρατικού λαού της Ισπανίας, αλλά και την άτολμη και φοβική στάση των ηγετών του, στάση που έδωσε όλο το χρόνο στη φασιστική συνωμοσία να στεριώσει. Η ανοικτή στήριξη των ευγενών, της εκκλησίας, των γαιοκτημόνων και της υψηλής αστικής κοινωνίας προς το πραξικόπημα, καθώς και η ευμενής προς το Φράνκο “ουδετερότητα” της Αγγλίας και της Γαλλίας έμελε να γείρει γρήγορα την πλάστιγγα υπέρ των φασιστικών δυνάμεων.
Το νουάρ στοιχείο είναι η αφορμή για μια μεγάλη ιστορία της Ισπανίας του 20ου αιώνα, όπως αυτή εξελίσσεται σε τρεις διαφορετικές χρονικές στιγμές:
Το καλοκαίρι του 1936 στη Μαδρίτη, όταν ο ενθουσιασμός των υπερασπιστών της Δημοκρατίας οδήγησε χιλιάδες πολιτοφύλακες και δημκρατικούς πολίτες στην ένοπλη άμυνα απέναντι στο φασισμό.
Τον χειμώνα του 1938 στο Μπούργος όταν, παρά τις αντεπιθέσεις του Δημοκρατικού Στρατού, σφίγγει ο φασιστικός κλοιός γύρω από τη Μαδρίτη. Στον πόλεμο φθοράς που διεξάγει ο Φράνκο με την άπλετη υποστήριξη του Χίτλερ και του Μουσολίνι, αλλά και των αμερικανικών κεφαλαίων, η ισπανική Δημοκρατία πνίγεται αβοήθητη, άοπλη και ανήμπορη από το εμπάργκο που εφαρμόζουν οι ευρωπαϊκές δημοκρατίες, στο όνομα της τάχα ουδετερότητας.
Την άνοιξη – καλοκαίρι του 1946, όταν τα απομεινάρια του Δημοκρατικού Στρατού και του παράνομου Κομμουνιστικού Κόμματος δέχονται συντριπτικά χτυπήματα από την φασιστική καταστολή, καθώς οι ΗΠΑ αποφασίζουν ότι αντί να τιμωρήσουν τον σύμμαχο του Άξονα και να αποκαταστήσουν τη Δημοκρατία, είναι προτιμότερο να ενισχύσουν και να διατηρήσουν έναν φανατικό αντικομμουνιστή στην εξουσία.
Ο Juan Madrid, λιγότερο από μια αστυνομική ιστορία αφηγείται την έναρξη και την ήττα της ισπανικής επανάστασης κατά τον εμφύλιο πόλεμο. Υπανίσσεται τη βρώμικη μετάβαση από το φρανκικό καθεστώς στη βασιλευόμενη δημοκρατία του Χουάν Κάρλος, καθώς και τη διατήρηση σε ισχύ του εγκληματικού φασιστικού κρατικού μηχανισμού. Η θέση του συγγραφέα είναι σαφής και την εκφράζει κάποια στιγμή ο πρωταγωνιστής του. Ο Χουάν Ντελφόρο, παρά το ότι κρατά ημερολόγιο για τα χρόνια της ανόδου και της τραγωδίας της δημοκρατικής επανάστασης, δεν μετέτρεψε τις σημειώσεις του σε βιβλίο:
“Θα το έγραφε ο γιός του. Θα το έκανε για να μην ξεχάσει ποτέ ο κόσμος για τι είναι ικανός ο φασισμός. Θα μιλούσε για την ντροπή, την ταπείνωση, τη φοβερή καταπίεση, αλλά και για εκείνους τους πολιτοφύλακες της Δημοκρατίας που συνέχισαν τον αγώνα και μετά την ήττα, επειδή ποτέ δεν θεώρησαν ότι νικήθηκαν. Ο μακρύς αντιδικτατορικός αγώνας, επί σαράντα ατέλειωτα χρόνια ήταν το πιο σημαντικό μνημείο ανθρώπινης ηθικής στην Ευρώπη του εικοστού αιώνα”.
Θα μπορούσε να συμπληρώσει κανείς ότι αποτελεί και μνημείο μιας τεράστιας και επιδέξια κουκουλωμένης υποκρισίας ανά την ευρωπαϊκή ήπειρο, που τη μία μέρα έβγαζε λόγους για την “καλή αστική δημοκρατία” και τον “κοινό ευρωπαϊκό πολιτισμό” και την άλλη μέρα στήριζε φασιστικά και δικτατορικά καθεστώτα, αρκεί να είναι στην πρώτη γραμμή του αντικομμουνισμού. Αλλά η συζήτηση πάει αλλού.
Τα σκυλιά που κοιμούνται δεν διεκδικούν δάφνες μεγάλης λογοτεχνικής αξίας, δεν είναι καν ένα κλασικό νουάρ με την αντίστοιχη ατμόσφαιρα. Αποτελεί ωστόσο ένα εξαιρετικό ιστορικό – πολιτικό βιβλίο με ένα έγκλημα να είναι μια μικρή αφορμή για τη διήγηση, η δε εξιχνίαση του εγκλήματος, υπαινικτικά και μόνο μπορεί να διατυπωθεί: Ο φασισμός, και ειδικά οι ηγέτες του, είναι ικανοί όχι μόνο για τα μεγαλύτερα μαζικά εγκλήματα ενάντια στην ανθρωπότητα, αλλά και για κάθε είδους απάνθρωπο έγκλημα σε ατομική βάση.
Φρίκη, εγκλήματα και η ανθρώπινη ασυδοσία σε καθεστώς εμφυλίου. Η διαφορά του εμπαθή με τον απαθή, του έχοντα και μη έχοντα ανθρώπινη συνείδηση. Μια υπερπλήρης ιστορική αναφορά στα σκοτεινά χρόνια της Ισπανίας του 20ου αιώνα. Μια περισσότερο ιστορική καταγραφή παρά λογοτεχνικό δημιούργημα. Παρόλα αυτά εξαιρετικό.
Realmente malo. Confuso. Juan Madrid no puede convertirse en un narrador de la Guerra Civil: no tiene conocimientos, ni autoridad, ni capacidad narrativa para ello. El resto de la historia es incomprensible y muy floja
Τα “Σκυλιά που κοιμούνται” είναι μία από τις πιο φρέσκες προτάσεις των εκδόσεων “Ελληνικά Γράμματα”, που από το 2017 έχουν κάνει ξανά την εμφάνιση τους στο εκδοτικό χώρο, καλύπτοντας εκείνη την αίσθηση του ανεκπλήρωτου που άφησαν πίσω τους το 2010, όταν ανακοινώθηκε η παύση της λειτουργίας τους. Σήμερα, επιβεβαιώνουν όχι μόνο το σκοπό της ύπαρξης τους, αλλά και τα λεγόμενα του ιδιοκτήτη τους, Παύλου Παπαχριστοφίλου ότι “τα ελληνικά γράμματα δεν έχουν πει την τελευταία τους λέξη”. Η νέα κυκλοφορία του Ισπανού συγγραφέα Juan Madrid είναι η ζωντανή απόδειξη.
Πρόκειται για μια ιστορία που εξελίσσεται τα σκοτεινά χρόνια του Ισπανικού Εμφυλίου, ενός ιστορικού γεγονότος που όχι μόνο αποτελεί σύμβολο του δημοκρατικού αγώνα ενάντια στον φασισμό σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά και μιας κατάστασης που έχει αφήσει τα σημάδια της στην ισπανική κοινωνία μέχρι και σήμερα. Στο επίκεντρο της αφήγησης του Madrid είναι ο Ντίμας Πάδρο, επιθεωρητής της αστυνομίας και παλαιός φαλαγγίτης και η αλληλεπίδραση του με τους Χουάν Ντελφόρο και Χουάν Ντελφόρο Φαρέλ, πατέρα και γιο, στρατευμένους στο αντίπαλο δημοκρατικό στρατόπεδο και σοσιαλιστικό χώρο. Οι ήρωες, συναντιούνται σε πολλά χρονικά επίπεδα, ξεπερνώντας ακόμα και τον ίδιο τον θάνατο, μέσω της χρήσης του εγκιβωτισμού και της σπονδυλωτής αφήγησης, αλλά και του εμβληματικού και αινιγματικού χαρακτήρα της Κάρμεν Μουνιόθ, συζύγου και μητέρας των δύο τελευταίων και της μυστηριώδους σύνδεσης της με τον Πάδρο. Οι τέσσερις αυτοί κεντρικοί χαρακτήρες θα συναντηθούν με αφορμή την εξιχνίαση μιας κεκαλυμμένης δολοφονίας μιας νεαρής γυναίκας, το πτώμα της οποίας βρέθηκε κυριολεκτικά κομματιασμένο στα γενετήσια σημεία του, δίνοντας την εντύπωση ότι έχει φαγωθεί από λύκους.
Όλα τα παραπάνω γίνονται η αφορμή ώστε ο Madrid να κινητοποιήσει την συλλογική ιστορική μνήμη του τόπου του και να μας ταξιδέψει μέσα από την περιγραφικότητα της πένας του, άλλοτε με λαϊκότητα και άλλοτε με λυρική ευαισθησία στις πιο πονεμένες στιγμές του. Πράγματι, η γλαφυρότητα των βασανιστηρίων και των βασανισμών που περιγράφει, αλλά και η φτώχεια του ισπανικού λαού, ο συνεχής αγώνας του, η θερμότητα και η γλυκάδα του, όλα αποτυπώνονται με τρόπο, που τα “Σκυλιά που κοιμούνται” συνιστούν ένα δριμύ κατηγορώ ενάντια στον φασισμό και κάθε μορφή πτωματοφαγίας. Η χρήση, άλλωστε, του σκύλου ως αντικειμένου συνεχούς συστοιχίας χρησιμεύει στο συγγραφέα με πολλούς τρόπους.
Καταρχάς, μέσω αυτού δημιουργεί την τέλεια γέφυρα μεταξύ χρόνου και τόπου, αφού παραπέμπει σε αυτό που οι ιστορικοί αποκαλούν “γη του κανένα”. Συγκεκριμένα, πρόκειται για τα δεκάδες εκείνα μέτρα που την περίοδο του Εμφυλίου χωρίζουν τους Δημοκρατικούς από τους Εθνικιστές κατά την άμυνα της Μαδρίτης. Σύμφωνα, μάλιστα, με περιγραφές τα σκυλιά αυτά τρέφονταν από τα πτώματα των δύο πλευρών, γκροτέσκα λεπτομέρεια που ο συγγραφέας επιλέγει να επαναφέρει μέσω του τρόπου που έγινε η δολοφονία της νεαρής Αφρικανής, η οποία βρίσκεται στο επίκεντρο της πλοκής του μυθιστορήματος του.
Αλλά και ο ίδιος ο κεντρικός του ήρωας, ο Ντίμας Πάδρο περιγράφεται σαν σκύλος, όμοιος με εκείνον που ζει από τα πτώματα του πολέμου. Ο αφορισμός, μάλιστα, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο χτίζεται ο χαρακτήρας του, από τις δειλές πρωταρχές του μέχρι τη στερνή του ώρα, αποτελεί μια δήλωση του συγγραφέα σχετικά με εκείνα τα χαρακτηριστικά που θεωρεί προβληματικά και κατά τη γνώμη του οδηγούν στην κατασκευή όχι απλά υπηκόων, αλλά και φασιστικών στοιχείων μέσα στην κοινωνία, παραπέμποντας στις θεωρίες του Βίλχεμ Ράιχ για την ψυχολογία του φασισμού. Τέλος, το γεγονός ότι τα σκυλιά στο κόσμο του Madrid δεν έχουν πεθάνει, αλλά απλά κοιμούνται αποτελούν την κρούση του κώδωνος του κινδύνου, γιατί ο φασισμός αποτελεί μέχρι και σήμερα απειλή, ακόμα κι αν βρίσκεται σε λανθάνουσα κατάσταση.
Παράλληλα με το πολιτικό σκηνικό της χώρας του, ωστόσο, ο συγγραφέας καταφέρνει να αγγίξει και άλλα ζητήματα, δίνοντας ένα διαθεματικό χαρακτήρα στο έργο του. Συγκεκριμένα, ο Madrid ασχολείται με την ίδια την ανθρώπινη φύση, προσεγγίζοντας συναισθήματα όπως η ανδρική αντιζηλία, τον ερωτισμό, την καθημερινότητα των απλών ανθρώπων και αγωνιστών αλλά και του υποκόσμου, μέσα από τη δημιουργία περίεργων, αμφιλεγόμενων και αντικρουόμενων χαρακτήρων, που προκαλούν το ενδιαφέρον και φαντάζουν πέρα για πέρα αληθινοί. Τέλος, τα “Σκυλιά που κοιμούνται” έχουν και ιστορική -λαογραφική αξία, αφού ο συγγραφέας παραθέτει πλήθος ιστοριών πλουτισμού και αισχροκέρδειας από την εποχή που περιγράφει.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι πρόκειται για ένα βιβλίο που συνδυάζει τη noir ατμόσφαιρα ενός αστυνομικού μυθιστορήματος με την πολυχρωμία και την αισθητική μιας ταινίας του Almodovar και μια θεματική -κόλαφο που θυμίζει τους “Ανθρωποφύλακες” του δικού μας Π. Κοροβέση. Σκληρός, γλαφυρός, γεμάτος ανατροπές, ο Juan Madrid κερδίζει τις εντυπώσεις αποτελώντας, σίγουρα, ένα ανάγνωσμα με αξία.
"Los lectores que, por juventud o inconsciencia, sólo hemos sabido de la Guerra Civil por lo que contaban nuestros abuelos, encontraremos en Perros que duermen unas nociones básicas de la ruptura y el dolor que provocó en las generaciones de las que procedemos.
A través de diferentes momentos, 1938, 1945 y 2011, la trama deja ver de forma muy clara que los perros de caza no abandonan a su presa hasta el final, acechan y persiguen hasta dejar sin aliento a su víctima.
Dimas Prados y su medio hermano Guillermo Borsa fueron fidelísimos seguidores del Generalísimo y cumplieron a pies juntillas todo lo que se les pidió. ¿Que hay que tapar un atroz doble asesinato de una señora anciana y de una misteriosa muchacha marroquí en Burgos? No hay problema, todo sea por la Patria.
Juan Delforo, hijo de padres comunistas y militante en su juventud, será invocado por el fantasma de Prados para que lea y publique sus memorias. Todo relato autobiográfico esconde secretos, episodios de los que uno no está muy orgulloso. Delforo descubrirá que el devenir de sus padres y el suyo propio fue delineado e investigado por terceros, ¿con qué sentido?
Juan Delforo Farrel y de su prometida, Carmen Muñoz, son jóvenes y están enamorados. Cada uno con sus armas hará frente a la contienda y será fiel a sus principios hasta sus últimas consecuencias. Con Prado y Borsa formarán un curioso cuarteto en el que los cuatro elementos se necesitarán, se odiarán y dependerán del otro para seguir existiendo. Juan Madrid pone palabras a las fotografías de artistas como Francesc Català Roca o Robert Capa sobre una realidad sufrida o sobrellevada no hace tanto tiempo." Amatulláh Hussein
Hubiera sido mejor leer un libro de no ficción sobre la Guerra Civil Española y los años posguerra considerando que la mayor parte de esta novela trata de los horrores de esos tiempos en detalles exhaustivos con un sinfín de nombres, rangos, batallas, escaramuzas, emboscadas, matanzas, torturas, enfermedades, heridas, traiciones etc. etc.
Parece que el asesinato de la joven prostituta que después de todol no tuvo mucha importancia para la novela fue utilisado para captar la atención del lector haciendole esperar una novela policíaca de suspense. Tampoco se experimenta emoción alguna por la tibia historia de amor entre Juan y Carmen.
Los personajes son planos y bien separados entre buenos y malos según la ideología del autor, así que no hay sorpresas en este aspecto. Los diálogos son mediocres y se pudo averiguar el desenlace mucho antes del fin de esta novela.
En total, es demasiado larga para una trama tan débil e incoherente.
The book is well written but that's as far as I can go with the good staff.The plot is weak,at times it reads more like a historical/strategic approach of the battles during the Spanish civil war from the Democrats aspect and less as literature.I cannot categorize it since it's neither history nor literature.It sounds more of a personal recount of a family's history. The most interesting subplot the one of the wife and the things she has to endure from her side,is only mentioned without going in detail although it's an aspect rather intriguing and not so much discussed.
Esta obra está a camino entre la novela, la crónica y el ensayo. En ella, JUan Madrid cuenta la historia de Dimas Prado y de Juan Delforo; uno falangista y el otro republicano, cuyos caminos unió la guerra civil española. Desde mi punto de vista, le falta ritmo, y hasta algo de mordiente. Echo en falta el estilo más de Juan Madrid. La historia es curiosa, está bien contada, pero a este autor le pido más; me espero más de él.
Juan Madrid se ha especializado casi siempre a la novela negra, en este caso la novela parece inicialmente que se inscriba en este genero, pero tal como se va desarrollando es más una novela histórica que transcurre en dos épocas, o tres contando el inicio y el final de la novela.
Estos momentos son el comienzo y mediados de la guerra civil española y la época de mitad de los años cuarenta. Los personajes se mueven en estas tres épocas, y el hilo conductor, es realmente un crimen y las implicaciones que tienen y es lo que liga a los personajes.
Es un buen retrato de la época con unos personajes creíbles y esta muy bien documentado.La lectura en algún momento para el lector que no este interesado en hechos históricos o la evolución de la guerra civil a nivel político y militar.