Ένα έτος διαρκεί η ιστορία. Τέσσερις εποχές, τέσσερις διαφορετικές μορφές του φόβου.
Με αφετηρία την Άνοιξη και πολιορκημένος από ένα τρομαχτικό, αγωνιώδες όνειρο, ο αφηγητής βλέπει τη ζωή του να καταρρέει, και, μην μπορώντας να βρει βοήθεια από πουθενά, γίνεται έρμαιο μιας κατάστασης που τον υπερβαίνει.
Χρησιμοποιώντας τις συμβάσεις (ακόμα και τα κλισέ) που συγκροτούν την πεζογραφία φρίκης, το μυθιστόρημα "Η Εξορία του Προσώπου" αποτελεί μια σάτιρα, ένα ψυχαγωγικό ανάγνωσμα αλλά και μια αλληγορία για όσα ζει ο σύγχρονος δυτικός άνθρωπος.
Readathon 2017 19/26 Ένα βιβλίο από εκδοτικό που δεν έχετε ξαναδιαβάσει.
Χαίρομαι όταν διαψεύδομαι….
Πίστευα ότι το βιβλίο δεν θα ήταν καλό…. Ότι θα ήταν μέτριο… Πόσο μα πόσο λάθος έκανα!!! Ο συγγραφέας σε αυτό το βιβλίο των 150 σελίδων μας βάζει στην ζωή του πρωταγωνιστή τού, άντρας κάτοικος Πειραιά, που τους τελευταίους 2 μήνες ταλαιπωρείτε με ένα συγκεκριμένο εφιάλτη… έναν εφιάλτη που του κατατρώει την καθημερινότητα και το είναι. Σε αυτή την κατάσταση τον γνωρίζουμε και μαζί του ξεκινάμε το παράξενο ταξίδι του.
Ένα έτος διαρκεί η ιστορία. 4 εποχές, 4 διαφορετικές μορφές του φόβου.
Το γράψιμο στρωτό, με κοφτούς διαλόγους και σταράτο. Δεν σε αφήνει στιγμή να ξεστρατίσει το μυαλό σου σε άλλα πράγματα εκτός από την ιστορία που διαβάζεις. Οι περιγραφές από τον Πειραιά και τις γειτονίες του, ρεαλιστικές σε σημείο να νιώθω ότι όντως περπατάω στους δρόμους του και τις γειτονιές του όπως ρεαλιστικές είναι και οι καταστάσεις που βιώνει τόσο ο πρωταγωνιστής όσο και οι άνθρωποι δίπλα του.
Αν και τα κλισέ και τα κοινά σημεία με την λογοτεχνία τρόμου-φανταστικού ήταν αρκετά και ο συγγραφέας με είχε ήδη ενημερώσει στο οπισθόφυλλο ότι θα υπάρχουν παρολαυτά δεν με ενόχλησαν καθόλου διότι τα είχε παρουσιάσει με τέτοιο τρόπο που δένανε με την ροή της ιστορίας και τα είχε διαφοροποιήσει έτσι ώστε να τα κάνει δικά του.
Παρόλο που (και) σε αυτό το βιβλίο δεν αισθάνθηκα τρόμο ή φόβο (πρέπει να έχω γίνει πολύ χοντρόπετση, δεν εξηγείται αλλιώς) αισθάνθηκα όμως έντονη δυσφορία (με την καλή έννοια - τύπου να θέλω και να μην θέλω να γυρίσω την σελίδα), περιέργεια, αποστροφή, αηδία, έκπληξη, θλίψη, πόνο, θυμό…
Τον Σεπτέμβριο του 2015 είχα βρει κοψοχρονιά σε παλαιοβιβλιοπωλείο το "Ανάμεσα", μια αγορά εντελώς στα τυφλά. Θυμάμαι ότι το διάβασα την ίδια κιόλας μέρα που το αγόρασα και ότι με είχε αφήσει εξαιρετικά ικανοποιημένο. Ήταν ένα βιβλίο ιδιαίτερο, διαφορετικό, αινιγματικό, παράξενο, αλλά συνάμα ευκολοδιάβαστο και εθιστικό. Γι'αυτό και το "Η εξορία του προσώπου" που κυκλοφόρησε φέτος, ήταν πολύ ψηλά στην λίστα με τα υπό αγορά βιβλία από το φετινό ΦantastiCon.
Ξεκινώντας το βιβλίο, δεν ήξερα τι ακριβώς να περιμένω από άποψη πλοκής, μιας και η περίληψη στο οπισθόφυλλο είναι αρκετά λιτή και αινιγματική, δεν μαρτυράει και πολλά πράγματα. Πιστεύω ότι καλά κάνει και είναι έτσι αινιγματική, γιατί οι εκπλήξεις θα είναι περισσότερες και η όλη αναγνωστική εμπειρία σαφώς πιο έντονη και αγωνιώδης. Η πλοκή είναι απλή και κατανοητή με μια πρώτη ματιά, αλλά τελικά μπορεί να λειτουργήσει όχι μόνο σαν μια ιστορία φρίκης και τρόμου, αλλά και σαν μια αλληγορία για την καθημερινότητα του σύγχρονου ανθρώπου. Η δύναμη του βιβλίου κρύβεται στην λιτή και παράλληλα υποβλητική αφήγηση του ανώνυμου πρωταγωνιστή, την ολοένα και αυξανόμενη αγωνία, την εναλλαγή εικόνων, διάθεσης και συναισθημάτων, στην όλη πορεία κατάπτωσης, που ξεκινάει με ένα αναθεματισμένο όνειρο.
Με λίγα λόγια, η γραφή του Ζερβού είναι εξαιρετική, χωρίς περιττολογίες και φιοριτούρες, με τις κατάλληλες περιγραφές σκηνικών και συναισθημάτων. Επίσης, η ατμόσφαιρα είναι από την αρχή μέχρι το δυνατό και μυστηριώδες τέλος, άκρως κλειστοφοβική και παράξενη. Γενικά έχουμε να κάνουμε με ένα μικρό διαμαντάκι. Και δεν είναι μόνο η ιστορία και η γραφή σε εξαιρετικό επίπεδο ποιότητας, είναι και όλη η έκδοση, από την γραμματοσειρά, το πολυτονικό σύστημα και την επιμέλεια του κειμένου, μέχρι το εξώφυλλο και την βιβλιοδεσία.
Ξεκινώντας να διαβάσεις την Εξορία του Προσώπου, θα βρεθείς να ακολουθείς μια ρουτίνα. Μια ρουτίνα τόσο ρουτινιάρικια, που δε χρειάζεται παρά μόνο τις ελάχιστες, τις κατά το δυνατόν λιγότερες λέξεις για να την περιγράψεις. Την ξέρεις αυτήν την ρουτίνα, δε χρειάζεται να πεις περισσότερα πράγματα γι’ αυτήν.
Όταν αυτή η ρουτίνα διακόπτεται, δεν ξέρεις γιατί συμβαίνει αυτό. Επίσης δεν ξέρεις γιατί διαταράσσεται η ρουτίνα σου, αφού αυτά που περιγράφονται είναι μέρος της ίδιας της ζωής. Και πάλι, λίγες λέξεις θα χρειαστείς. Λίγα βλέμματα, λίγα νοήματα ίσως. Αδιάφορα, κάποιες φορές.
Κι όταν όλο το οικοδόμημα της κανονικότητάς σου καταρρέει μέσα σε στάχτη και μπουχό, πνίγεται από την πείνα του στομαχιού και των γεννητικών οργάνων, τότε δεν έχεις χρόνο για πολλές κουβέντες, ένα τράβηγμα από το μανίκι, ένα σβήσιμο του ηλεκτρικού, αρκούν, τι νόημα έχουν οι περιγραφές, αφού την πείνα δεν μπορούν να κορέσουν;
Κι ύστερα το ίδιο σου το σώμα σε απορρίπτει και τότε τι να πεις πια; Τι σου μένει να πεις όταν πια άνθρωπος δεν είσαι;
Μην περιμένετε την κατάλληλη στιγμή για να διαβάσετε αυτό το βιβλίο. Όλες οι στιγμές είναι κατάλληλες γι’ αυτό, γιατί περιέχει τα απολύτως απαραίτητα. Κι ενώ στα χέρια άλλων, αυτή η στέγνια η λεκτική θα ήταν σκέτη καταστροφή, για τον Παναγιώτη Μ. Ζερβό είναι ο μόνος δρόμος. Άλλος θα χρειαζόταν σάλτσα για να καλύψει τα κενά του. Ο Παναγιώτης ξέρει πως θα ήταν καλύτερα να παρουσιαστεί μπροστά σας ξεκάθαρος, λιγόλογος, σταράτος. Χωρίς να του λείπει τίποτε, αλλά και χωρίς να μουδιάζει το αναγνωστικό σας αισθητήριο με περιττούς βερμπαλισμούς.
Θα σας παρασύρει στον εφιάλτη που μπορεί κανείς να ζήσει καταμεσίς στον Πειραιά που γνωρίζουμε. Και θα σας αρέσει.
Πήρα το βιβλίο για τρεις βασικούς λόγους: 1) Από άτομα που εμπιστευόμουν άκουσα ότι άξιζε και με τα χίλια 2) Από το πολύ ωραίο και προσεγμένο εξώφυλλο 3) Επειδή άνοιξα μία σελίδα στην τύχη (το κάνω συχνά) και με έπεισε απόλυτα μόνο και μόνο από την σελίδα.
Δεν περίμενα ότι θα το τελειώσω σε ένα βράδυ. Το ξεκίνησα την ίδια μέρα που το αγόρασα και το τελείωσα λίγες ώρες μετά (και παραπάνω σελίδες να ήταν, δεν νομίζω να είχα πρόβλημα να το συνεχίσω). Θεωρώ ότι είναι ένα από τα καλύτερα συγγραφικά δημιουργήματα στον Ελληνικό τρόμο το τελευταίο διάστημα - μπορεί και παραπάνω. Είναι τόσο σύγχρονο αλλά και τόσο κλασικό. Τόσο απόλυτο αλλά και τόσο γενικό. Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Ο αφηγητής που περιγράφει την ιστορία έχει πολλές ταυτότητες. Την ταυτότητα του ιδ. υπάλληλου, του ενοίκου διαμερίσματος, του γιου, του κολλητού, του πρώην γκόμενου, του νυν κτλ. Αλλά δεν έχει όνομα. Ποτέ δεν μαθαίνουμε το όνομά του και ποτέ δεν μας αφήνει ο συγγραφέας να δεθούμε με εύκολο τρόπο συναισθηματικά μαζί του. Μέσα από τέσσερις εποχές, βιώνει μαζί με τους γύρω του, μία πρωτόγνωρη κατάσταση στην οποία περνάει από την παραίτηση και την λήθη στην έξαψη και τούμπαλιν. Ένας εφιάλτης είναι αρκετός για να τον βγάλει από την καθημερινότητα του, από την "ασφάλεια" που είχε χτίσει γύρω του, από την φούσκα με την οποία προστατευόταν στον πραγματικό κόσμο. Ξεκινάει ένα ταξίδι το οποίο μοιάζει να έχει σκοπό μόνο να τον εκμηδενίσει(;) και να του δώσει μία υπόσταση απόλυτη, αέναη και τελικά μη - ανθρώπινη. Αν ήταν άνθρωπος ποτέ...
Η γραφή του βιβλίου είναι αυτό που λέμε "η αριστοτεχνία της κοπτοραπτικής". Οι λέξεις είναι προσεγμένες μία προς μία, δεν υπάρχει πουθενά περιττή περιγραφή, γλαφυρές αναπαραστάσεις, φανφαροειδής εικόνες. Υπάρχει ο κόσμος, ο αφηγητής, εμείς κι ο εφιάλτης. Πράγματα απλά, πράγματα ξεκάθαρα, πράγματα γνήσια. Η ροή είναι αβίαστη, δεν χωλαίνει πουθενά κι όσο βυθίζεσαι στην παράνοια του πρωταγωνιστή τόσο νιώθεις μία ανατριχίλα γύρω σου - απροσδιόριστη στην αρχή - η οποία παραμένει με το που διαβάσεις και την τελευταία λέξη. Μία ανατριχίλα το οποίο δείχνει πόσο δεδομένα έχουμε κάποια πράγματα, πόσο βολευόμαστε στην φούσκα που έχουμε μπει και πόσο αρνούμαστε να αντιληφθούμε τον κίνδυνο της παρακμής που ελοχεύει ανά πάσα στιγμή.
Θα μπορούσα να γράφω παραγράφους επί παραγράφεων για τα συναισθήματα που περνάνε μέσα από το βιβλίο αλλά προτιμάω να σταματήσω εδώ. Ευχαριστώ τον Παναγιώτη Ζερβό γι αυτό το βιβλίο και το προτείνω ΑΝΕΠΙΦΥΛΑΚΤΑ σε όσους θέλουν να σκαλίσουν, έστω κι ελάχιστα, την επιφάνεια της ύπαρξής τους με κίνδυνο να δουν πράγματα που ίσως τους μείνουν χαραγμένα για πάντα.
Ένα σύντομο, σχεδόν Κρονεμπεργκικό μυθιστόρημα. Μία πολυκατοικία, τέσσερις εποχές: η Άνοιξη έρχεται με φρικτούς εφιάλτες που π��ραλύουν τους κατοίκους, το Καλοκαίρι φέρνει την κάψα του, το Φθινόπωρο την απάθεια. Και ο Χειμώνας...
Μέσα από ελειπτική, πρωτοπρόσωπη αφήγηση με σύντομα κεφάλαια και ρυθμό που αντικατοπτρίζει τη διάθεση του (αναξιόπιστου) αφηγητή, χτίζεται μία εξαιρετική ιστορία φρίκης από την οποία δεν περισσεύει αλλά ούτε και λείπει απολύτως τίποτα.
Δηλώνω οπαδός. Ελπίζω βέβαια να μην κάνουμε δέκα χρόνια να δούμε το επόμενο βιβλίο του(αυτή είναι η απόσταση ανάμεσα στην έκδοση του πρώτου και του δεύτερου). Το πρώτο το έγραψε σε δέκα χρόνια, αυτό εδώ σε 7... Ελπίζω το τρίτο να το δούμε σε πολύ λιγότερο από 4 :)
Συστήνεται ανεπιφύλακτα ως μια ολοκληρωμένη καλλιγραφία που με παρέπεμψε στην ατμόσφαιρα του Barker, χωρίς να είναι Barker ούτε να προσπαθεί να τον αντιγράψει. Ξεκίνησα να το διαβάζω και οφείλω να ομολογήσω πως οι πρώτες σελίδες με έκαναν να σκεφτώ πως θα διαβάσω ξανά μια ιστορία που διαπραγματεύεται την αστική ελληνική μιζέρια-η οποία μου είναι τρομερά απωθητική-υπό τον μανδύα της ιστορίας τρόμου/φαντασίας. Ευτυχώς διαψεύσθηκα και σύντομα άρχισε να ξετυλίγεται μια αλληλουχία εικόνων που (βασικό) δεν είχαν σκοπό να με σοκάρουν αλλά να αφηγηθούν την εσωτερική κατάρρευση/άδειασμα του πρωταγωνιστή και της πραγματικότητάς του. Εκείνο που για μένα ήταν απολαυστικό στην «Εξορία του προσώπου» ήταν η απλή μα γεμάτη ρυθμό γραφή και το ότι το μυθιστόρημα είναι 150 σελίδων και καταφέρνει μέσα σε αυτές τις λίγες σελίδες να έχει σαφήνεια, να έχει αρχή, μέση και τέλος και κυρίως να μου επιβάλει ατμόσφαιρα χωρίς να μου δίνει την αίσθηση πως καταφεύγει σε τρικ και σε σκηνές που έχουν γραφτεί άπειρες φορές στο παρελθόν από άλλους. Ειδικά το τελευταίο μέρος είναι εξαιρετικά δοσμένο και αφήνει πολλά περιθώρια για περισυλλογή και ερμηνείες. Πολλές φορές οι συγγραφείς χρησιμοποιούν αλληγορίες και σκηνές ονείρων για να πουν κάτι, αλλά θεωρώ πως σπανίως είναι επιτυχημένες. Στην περίπτωση της «Εξορίας του Προσώπου» αυτές είναι. Συγχαρητήρια για ένα πολύ καλό βιβλίο!
Όπως και το Ανάμεσα, έτσι κι αυτό έφυγε νεράκι. Μπορεί όχι σε δύο ώρες, αλλά και οι δύο μέρες δεν είναι πολλές. Ο λόγος που και τα δύο αυτά έργα μπορείς -σχεδον κυριολεκτικά- να τα ρουφήξεις με το καλαμάκι, είναι η γραφή.
Προσωπικά απόλαυσα την πλοκή και τις περιγραφές του Πειραιά, αλλά αυτά τα χαρακτηριστικά είναι πιο υποκείμενα πιστεύω, από το ύφος της γραφής.
Ο Παναγιώτης Ζερβός έχει στιλ που το αναγνωρίζεις και στα δύο βιβλία του, παρά το χάσμα της δεκαετίας που τα χωρίζει.
Ο λόγος ρέει σαν ορμητικό ποτάμι και αυτό δημιουργεί κίνηση ακόμα και όταν δεν έχει σημαντική εξέλιξη η πλοκή. Ακόμα και όταν ο χαρακτήρας κάθεται σε μια καρέκλα, βλέπεις τον κόσμο να γυρίζει γύρω του. Απειλητικά και με απάνθρωπους ρυθμούς.
Είχα καιρό να γράψω κάτι σαν review σε βιβλίο στο School of Rock.gr (κλικαρετε βρε) και μάλλον θα το τολμήσω για αυτά τα διαμαντακια, που αν και ήξερα απλώς την ύπαρξη τους, αγνοούσα την ουσία τους.
Kudos, στον Θανάση Παπαγεωργίου της Λογοτεχνίας Τρόμου που μας άνοιξε τα μάτια και φυσικά τον ίδιο τον συγγραφέα που μας πρόσφερε τον κόσμο του.
Καιρό είχα να γράψω κριτική! Πάμε, λοιπόν: Διάβασα το βιβλίο μονορούφι. Ξεκινάμε από αυτό. Σε κερδίζει από τις πρώτες γραμμές ο ιδιαίτερος τρόπος γραφής του Ζερβού. Επίσης, η ιδιαίτερη ορθογραφία και τονισμός. Είναι, στο 2017, γραμμένο στο πολυτονικό σύστημα, από έναν άνθρωπο μόλις 46 ετών. Και έχει μια καθαρευουσιάνικη χροιά στο κείμενο. Μπορεί να ξενίσει κάποιους, αλλά προσωπικά νόμιζα ότι διάβαζα κάτι παλιό, αν και η πλοκή ξεκαθαρίζει ότι πρόκειται για το σήμερα. Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες-spoiler, αλλά θα επικεντρωθώ στο ζουμί. Έχουμε έναν άνθρωπο. Και τις τέσσερις εποχές του χρόνου. Αυτός ο άνθρωπος βιώνει διάφορα πράγματα, ανάλογα με την εποχή. Ο συγγραφέας με μαεστρία ενορχηστρώνει ένα έργο που θα έκανε πολλούς να ζηλέψουν. Όπως και στο προηγούμενο βιβλίο του Ζερβού, υπήρξαν στιγμές που αναφώνησα:«Όχι ρε πούστη!» Ανήκει στη λογοτεχνία τρόμου, αν και εμπεριέχονται πάμπολλα στοιχεία του συμβολισμού. Το κείμενο είναι ωμό και καθηλωτικό. Ότι πρέπει για τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Κουβερτούλα, κρασάκι και ανάγνωση. Με έφτιαξε, με άγχωσε, με προβλημάτισε. Είναι από τα καλύτερα στο είδος του στην εγχώρια παραγωγή. Φυσικά, έχει κάποια αρνητικά. Ιδιαίτερο γράψιμο, σε σημεία δύσκολο, οι πρώτες σελίδες κάπως με κούρασαν αλλά διαισθανόμουν ότι θα αποζημιωθώ με τη συνέχεια, όπως και έγινε. Κάποια πράγματα θα τα ήθελα με περισσότερη εξήγηση, αλλά όλα αυτά είναι καθαρά υποκειμενικά. Όποιος γουστάρει ρίγη και ανατριχίλες, το βιβλίο θα τις προσφέρει απλόχερα και αφειδώς. Αξίζει να διαβαστεί από τουςλάτρεις του είδους. Είναι ελληνικό και είναι καλό. Στην προσωπική μου 17βάθμια κλίμακα βαθμολογίας παίρνει 7,5/11 όσον αφορά το πόσο μου άρεσε, 1/3 η συνολική προσφορά του στη λογοτεχνία και το κατά πόσο θα ακουμπήσει τον μέσο αναγνώστη και 2/3 το θέμα τιμής/ποιότητας καθώς υπάρχει σε εξαιρετική τιμή και νομίζω υπάρχει επαναναγνωσιμότητα.. Με 10,5/17 συγκεντρώνει πολύ καλή βαθμολογία. Μην το χάσετε αν το βρείτε. Πρόκειται για διαμαντάκι! (Μπιλάκο το τελευταίο σχόλιο αφιερωμένο, ξέρεις εσύ). ΥΓ1: Περιέχει μπόλικο και καλό μπριζολίδι. +1 ΥΓ:2 Έχει και τσόντα, όχι πολλή αλλά υπαρκτή. +1
Μου άρεσε αρκετά αυτό το βιβλίο, αλλά δεν μου άρεσε όσο στους περισσότερους - μάλλον επειδή αυτού του τύπου οι τρόμοι δεν με αγγίζουν ιδιαίτερα (όχι, αυτό δεν είναι απόλυτα ακριβές, θα διευκρινίσω σε λίγο). Με κέρδισε η γραφή του Ζερβού, έχει μια ποιότητα που θα έπρεπε να είναι δεδομένη σε επαγγελματικές δουλειές, δυστυχώς δεν είναι, κι έχουμε φτάσει να πανηγυρίζουμε όταν βλέπουμε μια τέτοια εξαίρεση, που όμως θα έπρεπε να ήταν ο κανόνας. Ο κεντρικός χαρακτήρας στήνεται αρκετά καλά και πλαισιώνεται (ηθελημένα, θαρρώ) από τις αρχετυπικές φιγούρες της στοργικής αδερφής, του κολλητού, της καλής κοπέλας, της σπιτονυκοκοιρά κτλ., που δεν αναπτύσσονται πέρα από τα αρχέτυπά τους, μα στα πλαίσια αυτού εδώ του βιβλίου δουλεύουν. Οι τρεις πρώτες "εποχές" του μυθιστορήματος με κέρδισαν και πέτυχαν να κρατήσουν το ενδιαφέρον μου, αλλά η τέταρτη με έχασε. Περίμενα κάτι άλλο, κάτι περισσότερο, κάτι που θα εκμεταλλευόταν όλα αυτά τα πολύ ωραία πράγματα που στήνει ο συγγραφέας στα τρία πρώτα μέρη. Κι εδώ, εν τέλει, νομίζω έγκειται ο λόγος για τον οποίο μένω στα 3/5 στη βαθμολογία μου και δεν πάω παραπάνω: αν αυτό το βιβλίο μου έλεγε πως ήταν mainstream, αλλά στο ρεύμα του συμβολισμού, θα βαθμολογούσα αλλιώς. Ωστόσο, μου λέει πως είναι βιβλίο τρόμου (καλά, στο οπισθόφυλλο το χαρακτηρίζει και σάτιρα κι έχω να δω τόσο άκυρο χαρακτηρισμό από αυτόν της "Νεκρής Γραμμής" ως νουάρ, αλλά τέλος πάντων). Αν πούμε πως πρόκειται για υπερφυσικό τρόμο, σίγουρα η έλλειψη εξηγήσεων και προθέσεων είναι πρόβλημα. Αν, πάλι, πούμε πως πρόκειται για υπαρξιακό τρόμο, ομολογώ πως δεν τον ένιωσα ούτε βίωσα πουθενά την υπαρξιακή αγωνία του ήρωα (κυρίως επειδή απλώς του συμβαίνουν πράγματα κι ο ίδιος αντιδρά χωρίς να το ξέρει, να το καταλαβαίνει ή να το θυμάται - δεν ξέρω πώς μπορεί να αποδοθεί υπαρξιακή αγωνία έτσι). Ίσως και να πρόκειται για κάτι άλλο, που εγώ δεν γνωρίζω και δεν μπορώ να εκτιμήσω απόλυτα. Ωστόσο, για δύο πράγματα είμαι βέβαιη: 1) σίγουρα θα διάβαζα κι άλλο βιβλίο του Ζερβού και 2) στο τέλος έμεινα με τη χαρά.
Το μυθιστόρημα έχει μια απλή πλοκή. Ο ήρωας βλέπει εφιάλτες. Η πραγματικότητα είναι ασφυκτική και χωρίς διαφυγή. Ή μήπως θα έπρεπε να βάλω τις τρεις προηγούμενες φράσεις σε διαφορετική σειρά για να περιγράψω το μύθο του βιβλίου; Γιατί στην εποχή μας ακόμα και το πιο εξωτικό παραμύθι αργοπεθαίνει μέσα στην λάμψη ενός διαφημιστικού σ��οτ. Άρα ο αφηγητής μας πρέπει να βρει ένα νέο τρόπο για να δονήσει τους παλμούς της καρδιάς μας. Στην ιστορία αυτή δεν μας ενδιαφέρει το γιατί και πως της πολιτείας του ήρωα αλλά το που και το πόσο, όπως ακριβώς αισθανόμαστε μπροστά σε μια συσκευασία όταν αγοράζουμε ένα προϊόν. Η δράση, λοιπόν, λειτουργεί σε δυο επίπεδα ταυτόχρονα, στην περιπέτεια της παραγωγής του κειμένου και στην περιπέτεια του χαρακτήρα. Το κείμενο έχει κρατήσει όλα τα στοιχεία του πολυτονικού συστήματος, ο λόγος είναι απλός και οι διάλογοι διεκπεραιωτικοί χωρίς τα σύμβολα των εισαγωγικών και της παραγράφου. Πετυχαίνει να είναι το κείμενο άμεσο και καθημερινό, αποτάσσοντας κάθε προσπάθεια λογιοσύνης. Από την άλλη ο ήρωας έχει ενσωματώσει πλήρως παλιές και νέες συμπεριφορές και δεν προβάλει κανένα σημείο αντίστασης. Για αυτό το λόγο ο χαρακτήρας και τα πρόσωπα που τον περιβάλουν είναι απολύτως αναγνωρίσιμα. Μάλιστα, τα πρόσωπα αυτά, παρέχουν τα σημεία εκείνα που θα τα ταυτιστεί ο αναγνώστης μαζί τους, ενώ ο ίδιος ο ήρωας παραμένει ανώνυμος μέχρι το τέλος του βιβλίου. Ο Ζερβός το πετυχαίνει αυτό χτίζοντας ένα αριστοτεχνικό μονοπάτι συναισθημάτων που αποτελείται από προσωπικότητες που συνιστούν το κοινωνικό σώμα του ήρωα. Αυτό είναι σημαντικό γιατί η πλοκή του βιβλίου εκτυλίσσεται ανάμεσα σε εφιάλτες όπου το ζητούμενο είναι να βρεθεί η στιγμή που το άτομο ήταν πλήρες και ευτυχές. Άλλο ένα στοιχείο κυρίαρχο στο κείμενο είναι ότι τα καταναλωτικά πρότυπα του ήρωα είναι κυρίαρχα και πολιτισμικά ουσιώδη. Δεν χλευάζει την αυθεντικότητά του αυτή ούτε της ασκεί κριτική, αντίθετα τα προβάλει τα πρότυπα αυτά και τα αναπαράγει. Με αυτό τον τρόπο ο συγγραφέας καταφέρνει να στήσει όλους τους χαρακτήρες του μυθιστορήματός του με μια φράση τονίζοντας μόνο ένα ή δυο στερεότυπα. Η αγωνία του κειμένου, δηλαδή αυτό που το κάνει αγαπητό στον αναγνώστη, γίνεται με την διάσπαση της χρονικής συνέχειας, δημιουργώντας μια σχιζοφρενική αμνησία. Η περιπέτεια κινείται μέσα σε ένα διαρκές παρόν όπως το τηλεοπτικό ζάπινγκ. Η αντίληψη που κομίζει ο ήρωας είναι ένα μυστηριώδες αίσθημα και οι εφιάλτες μετατρέπουν την χρονικότητα σε συνωμοσία. Στο σημείο αυτό ο χώρος γίνεται κυρίαρχος με μια εξαιρετική περιγραφή των καθημερινών διαδρομών των χαρακτήρων έτσι που αναγνώστης βιώνει την καθημερινή ρουτίνα και την κίνηση της πόλης. Τέλος η μίξη του παλιού με το νέο δυναμώνει την ασυνέχεια του χρόνου και ο χαρακτήρας καταναλώνει συνεχώς τον εαυτό του σε διαφορετικά στάδια. Μέχρι να διαλύσει τα πάντα, ακόμα και τον έρωτα, στα συστατικά τους ώστε να φτάσει στο «πόσο» της φόρτισης.
Ένα βιβλίο που το οπισθόφυλλο δεν σε προϊδεάζει ούτε λίγο τι πραγματεύεται. Μπορεί να είναι οτιδήποτε. Τέσσερις εποχές του χρόνου,η κάθε μια με την "χάρη" της. Η άνοιξη ξεκινάει εφιαλτικά. Το καλοκαίρι καψωνονται όλοι. Το φθινόπωρο επικρατεί μια παγερή αδιαφορία. Και ο χειμώνας.... Ένας ανώνυμος πρωταγωνιστής (δεν μαθαίνουμε ποτέ όνομα,ηλικία) Και τελικά δεν χρειάζεται κιόλας. Γιατί στο πρόσωπο του πρωταγωνιστή ειναι ο καθένας μας. Εσυ,εγώ,εμείς,όλοι. Γραφή απλή,λιτή και απέριττη. Με κοφτους διαλόγους. Γιατί δεν χρειάζονται πολλά λόγια. Η ρουτίνα του (πρωταγωνιστή) ειναι και δική σου κατα κάποιο τρόπο. Ακολουθείς απο απόσταση την πορεία του με τόσο περιγραφική της περιοχή του Πειραιά που ειναι σαν να βρίσκεσαι εκεί γύρω. Ένα βιβλίο που επ ουδενί δεν σε αφήνει να το αφήσεις. Και ας σου αφήνει την ενοχλητική αίσθηση ότι δεν θα τελειώσει καλά. Αστοχία κατ'εμέ η περιγραφή ως σάτιρα και ψυχαγωγικό ανάγνωσμα. Αλλά πάλι ίσως κάπου το έχασα.
This entire review has been hidden because of spoilers.
Τα βιβλία του Ζερβού διαβάζονται απνευστί. Κρίνω πως θα έπρεπε να διδάξει παραπάνω από τους μισούς Έλληνες συγγραφείς για το πως μπορούν να κάνουν κι αυτοί το ίδιο. Ξεκάθαρο πεντάστερο για τον Ζερβό τον οποίο πλέον θεωρώ εγγύηση.
Εξαιρετικό γράψιμο –ακριβές, λιτό. Κάθε λέξη είναι εκεί που πρέπει και δεν περισσεύει ούτε κόμμα. Έχει και μια αόρατη ιδιαιτερότητα στον τρόπο που καρφώνονται οι παράγραφοι. Και μόνο για την πρόζα, νομίζω πως θα μπορούσα να διαβάσω βιβλίο του Ζερβού που να περιγράφει μια καθημερινή μέρα στη δουλειά του. Στην «Εξορία του προσώπου», ευτυχώς δεν το κάνει αυτό κι όταν ο πρωταγωνιστής πάει στη δουλειά, κάτι δεν… Δεν το σποϊλεριάζω. Το βιβλίο είναι ιδιαίτερο. Είναι μεν τρόμου και μάλιστα δυνατό, έχει ανατριχιαστικές σκηνές, έχει κλιμάκωση, ρυθμό, σασπένς, αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Στο τέλος σου αφήνει και κάτι παραπάνω, ένα σχόλιο ας πούμε. Αν βρίσκω ένα μειονέκτημα, είναι το μέγεθος. Όχι πως δεν του ταιριάζει, ίσα-ίσα ακόμα κι αυτό είναι αυτό που πρέπει να είναι, αλλά ομολογώ πως θα ήθελα να διαβάσω μεγαλύτερο κείμενο του Ζερβού. Κι είναι κι ευκολοδιάβαστο το άτιμο και φεύγει γρήγορα… Ας είναι, δεν θα γκρινιάξω. Μια μικρή, μεγάλη νουβέλα.