Σε τούτη τη συλλογή διηγημάτων του, ο κυρ Φώτης Κόντογλου αναπολεί και καταγράφει γεγονότα και ιστορίες της λατρεμένης πατρίδας του, τ' Αϊβαλιού. Της μικρής πολιτείας, όπου έζησε τα νεανικά του χρόνια, που είναι κρυμμένη κάπου εκεί μες στα μπουγάζια και τις ακρογιαλιές της βλογημένης Ανατολής.
Θρηνώντας την απώλειά της, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και τον ερχομό του στην Ελλάδα, μας μιλάει νοσταλγικά για τους "αρχαίους ανθρώπους" της, μας διηγείται με αυθόρμητη ειλικρίνεια τις προσωπικές ιστορίες τους, πότε για αγίους, πότε για απλοϊκούς ξωμάχους, μα κάποτε και για κακούργους και ληστές.
Ως γνήσια ανατολίτικη ψυχή, γίνεται συχνά κήρυκας της απλότητας, της φυσικότητας. Με το πλούσιο εσωτερικό του θησαύρισμα μας μεταγγίζει ανεπαίσθητα τη γλυκιά ειρήνη της φύσης. Μας μιλά για μια γαλήνη μυστική, που ο ίδιος βίωσε, επιζητώντας άλλοτε τη μοναξιά μέσα σε όμορφα τοπία της πατρίδας του και άλλοτε παρατηρώντας ακόμα και τις πιο απλές και ασήμαντες παρουσίες της φύσης και ιδιαίτερα της αγαπημένης του θάλασσας.
Συνδυάζει με επιτυχία μέσα του την ανατολίτικη μακαριότητα απέναντι στο φαινόμενο της ζωής με τη δική του στοχαστική ιδιοσυγκρασία, η οποία τον οδηγεί συχνά σε θρησκευτική κατάνυξη, όταν αποκαλύπτεται μπροστά του "η άβυσσος της θεϊκής αρμονίας του κόσμου". Ενυπάρχει έτσι μέσα στο λόγο του και η εκστατική φωνή του καλλιτέχνη, του αγιογράφου, που αποκαλύπτεται ταπεινά και αβίαστα μπροστά στην ομορφιά και το μυστήριο της φύσης.
Γεννημένος στο Αϊβαλί της Μικράς Ασίας το 1895, ο Κόντογλου αναδείχθηκε σε έναν από τους κορυφαίους Έλληνες ζωγράφους και πνευματικούς δημιουργούς του 20ού αιώνα.
Νέος ταξίδεψε σε πολλές χώρες της Ευρώπης, όπου γνώρισε και σπούδασε τη "δυτική" λεγόμενη ζωγραφική, αλλά τελικά αφιερώθηκε στη βυζαντινή τέχνη και ιδιαίτερα στην αγιογραφία, που γνώρισε σε βάθος όταν επισκέφθηκε το Άγιον Όρος, το 1923. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, στη συνοικία Κυπριάδου, σ' ένα σπίτι που διατηρείται σήμερα ως μνημείο από την κόρη του και τον γαμπρό του.
Φιλοτέχνησε πολλές φορητές εικόνες, εικονογράφησε εκκλησίες της Αθήνας, που σήμερα θεωρούνται μνημεία της βυζαντινής αγιογράφησης, συντήρησε τις τοιχογραφίες του Μυστρά, ενώ ανάμεσα στις σημαντικότερες δημιουργίες του συγκαταλέγονται η διακόσμηση μιας αίθουσας του Δημαρχείου Αθηνών και οι τοιχογραφίες του σπιτιού του με την τεχνοτροπία του fresco. Τα έργα του, που έχουν εκτεθεί σε μεγάλες εκθέσεις βρίσκονται σήμερα σε μουσεία, πινακοθήκες και ιδιωτικές συλλογές.
Παράλληλα, ο Κόντογλου υπήρξε προικισμένος συγγραφέας, υπέρμαχος της Ορθοδοξίας και της ελληνικής παράδοσης, λάτρης της ελληνικής φύσης και μέγας Θαλασσογράφος. Αυτά τα θέματα πραγματεύεται στα βιβλία του και σε πάνω από τρεις χιλιάδες άρθρα του, δημοσιευμένα σε εφημερίδες και περιοδικά. Με ζέση, γνώση, δυνατό λόγο, μα πάνω απ' όλα με μεγάλη καρδιά. Για το σύνολο της προσφοράς του στα ελληνικά γράμματα και την τέχνη βραβεύτηκε από το κράτος και την Ακαδημία Αθηνών.
3,5 αστέρια. Το ξεκίνησα με ενθουσιασμό αλλά δεν ήταν αυτό ακριβώς που περίμενα. Ο Φώτης Κόντογλου νοσταλγεί το Αϊβαλί με την καρδιά, την ψυχή, το μυαλό και το σώμα του. Αυτό τον κάνει να εξιδανικεύει τόσο τον τόπο του όσο και τους ανθρώπους. Ρομαντικές περιγραφές όχι πάντα ρεαλιστικές. Η γλώσσα υπέροχη, γεμάτη όμορφους τοπικούς ιδιωματισμούς.
Το Αϊβαλί με τα μπουγάζια του, τα νησάκια του, τα ξωκκλήσια και όλες τις ομορφιές του, μας περιγράφει γλαφυρά και παραστατικά ο Φώτης Κόντογλου με την περισσή αγάπη που κρατά στην καρδιά του για την πατρίδα του. Καπετάνιοι, βοσκοί, θαλασσινοί και στεριανοί, κάτοικοι και επισκέπτες του Αϊβαλιού, είναι οι ήρωες του συγγραφέα, που οι ιστορίες τους, μαζί με τις μνήμες του, συνθέτουν τις αφηγήσεις αυτού του βιβλίου. Σε συνδυασμό με όλες τις εποχές, τα χρώματα τους, τις μυρωδιές τους, τις θρησκευτικές εορτές τους, κοσμούν τα διηγήματα και τις εικονογραφήσεις του Κόντογλου. Βαθιά θρησκευόμενος και ο ίδιος, μας παρουσιάζει την ουσιαστική σχέση των ανθρώπων στο Αϊβαλί με την θρησκεία και την πίστη. Μαθαίνουμε λεπτομέρειες για τον τρόπο ζωής και τις παραδόσεις τους. Μια πλημμυρίδα νοσταλγίας και συναισθημάτων κατακλύζει κάθε σελίδα, μνήμες που αναβιώνουν, εικόνες που ξεπηδούν μέσα από τις λέξεις.
Από όλα τα διηγήματα ξεχώρισα τη Νησοπούλα, όπου ο συγγραφέας εκφράζει τις αντιρρήσεις του για την πορεία της τεχνολογίας και τη θέση της στη ζωή των ανθρώπων.
"...όπως η μηχανή δεν έχει αισθήματα, έτσι κι ο άνθρωπος, που την έβαλε παντού και σ' όλα αυτή τη μηχανή, σε κάθε τι της ζωής του, καταντά σιγά-σιγά κι αυτός ο ίδιος μια νεκρή και αδιάφορη μηχανή. Όλα δουλεύουνε με κουμπιά και με νούμερα, η ψυχή του ανθρώπου ρήμαξε και νέκρωσε, και θα γίνει στο τέλος σαν τους σβησμένους κρατήρες του φεγγαριού. Όλα είναι από πριν λογαριασμένα. 2+2=4. Μα 2+2=4 είναι ο θάνατος όπως έλεγε και ο Ντοστογέφσκης, κι όχι η ζωή, κι ας το λέμε ζωή. Κι ο σβησμένος κρατήρας, αν είχε μιλιά και τον ρωτούσε, θα 'λεγε πως ζει κι αυτός."
"Σαν ένοιωσα τον αρίθμητο θησαυρό της παράδοσης μας, εγώ που τη χτύπησα εν ονόματι της χιμαιρικής παγκόσμιας συνείδησης, από τη μια άκρη βρέθηκα στην άλλη." Απόσπασμα από ηχογράφηση του 1960.
"Μα κ'εδώ, σε τούτο το νησί που πατώ, και πέρ' από δω, τα χώματα είναι βασανισμένα απ'τον Τούρκο. Όπου πατήσεις κι όπου σταθείς, βλέπεις και θυμάσαι τη σκληρότη αυτούνου του σκύλου, που ξεπέζεψε σα μερμηγκιά απάνου σε τούτα τ'αρχαία χώματα, μπήκε μέσα στα σπίτια μας, πατσαβούριασε την τιμή μας, ρούφηξε το αίμα μας. Χιλιάδες μέρες και χιλιάδες νύχτες χτυποκάρδι πως περάσανε και βγάζει πάλε ξανά η γης ετούτη νιούς και κοπέλες! Πως δεν ξεράθηκε για ούλους τους αιώνες το δέντρο που μαράθηκε απ'το φαρμακερό χνώτο αυτουνού του φιδιού." Απόσπασμα από το βιβλίο.
"Για τούτο ο άνθρωπος, μακριά από τις ακαταστασίες, "ζώον ευδαίμον εγένετο", όπως λέγει ένας αρχαίος Έλληνας, δηλαδή εζούσε σαν κανέναν ευτυχισμένο ζο στην αγκαλιά της φύσης, που τον γλυκονανούριζε. Σα να 'βγαινε από τη γης και πάλε να γύριζε στη γης, δίχως θλίψη, δίχως να γευτεί θάνατο, όπως το κεραμίδι που κάνει ο κεραμιδάρης από το χώμα, σα γεράσει, λυώνει σιγά-σιγά και το γλύφει το κύμα στην ακρογιαλιά και γυρίζει πάλε ήσυχα στη γης. Σαν το αυγό που αφήνει το γιαλοπούλι απάνου στον άμμο, κοντά στην αρμυρήθρα, έτσι ήτανε κείνοι οι άνθρωποι." Απόσπασμα από το "Αρχαίοι άνθρωποι της Ανατολής" του βιβλίου.
Γεμάτος νοσταλγία για τον χαμένο του παράδεισο, ο Κόντογλου περιγράφει μέρη, ανθρώπους και καταστάσεις, γεμίζοντας και τον αναγνώστη με νοσταλγία για ένα μέρος που δεν έζησε, για ανθρώπους που δεν γνώρισε, για έναν τρόπο ζωής που χάθηκε ανεπιστρεπτί. Η γραφή του, πλούσια και γεμάτη εκφραστικότητα αλλά απέριττη και μεστή, ξεκουράζει και γαληνεύει την ψυχή. Σ΄αυτό εδώ το απόσπασμα περιγράφει τους ανθρώπους του καιρού του: "Προ λίγα χρόνια ακόμα μπορούσες να βρεις εκεί μέσα από κείνη τη γενεά των αρχαίων ανθρώπων, που δεν υπάρχουνε σε άλλα μέρη, σαν κι αυτούς που διαβάζουμε στις ιστορίες των παλαιών Ελλήνων, και που τις συνταιριάξανε ο γερο-Όμηρος, ο Ησίοδος, ο Ηρόδοτος, ο Θεόκριτος, καθώς και στην Παλαιά Διαθήκη. Ήτανε αρχαίοι Έλληνες μαζί και Ανατολίτες χριστιανοί, πράοι και αθώοι ανθρώποι. Σα να τους απόκλεισε η φύση σε εκείνο το βλογημένο στενοθάλασσο, κι απομείνανε όπως βρεθήκανε πριν από χιλιάδες χρόνια, ίδιοι κι απαράλλαχτοι, από τότες που ήτανε ειδωλολάτρες και πιστεύανε στα ξύλα, στ' άστρα και στα δέντρα. Μα το παράδοξο είναι πως δεν ήτανε άγριοι, πονηροί και μοβόροι, μαχαιροβγάλτες και ακοινώνητοι. Σαν παιδιά αγαπούσανε τις ιστορίες, όλα τα πιστεύανε, καλοσύνη είχανε στην καρδιά τους. Βαστούσανε στο χωριό σπίτια μ΄όλη την τάξη. Κλέφτες δεν ήτανε, ψέματα δε λέγανε, τη δουλειά την αγαπούσανε, τον ξένο σαν αδερφό τους τον είχανε. Και τούτο, επειδή ζούσανε με μεγάλη απλότητα κ΄ήτανε φχαριστημένοι με λίγα πράματα, και δε χρειαζόντανε μηδέ το ψέμα, μηδέ την κλεψιά, μηδέ το σκοτωμό, για να πληθύνουνε την καλοπέρασή τους. Την πείνα όμως δεν την ξέρανε, γιατί η μεγάλη στεριά, που τους γέννησε, δεν άφηνε κανένα νηστικόν και παραπονεμένον, η βλογημένη Ανατολή, που βγάζει πολύ και γλυκό ψωμί, και κάθε λογής πράμα, μέλι, γάλα, λάδι κι ό,τι άλλο χρειάζεται για ζωοθροφία του ανθρώπου, δίχως μάταια πράματα. Όπως η γης έθρεφε κάθε λογής προκομμένο δέντρο, η θάλασσα έθρεφε ψάρια πού ΄χανε την ιδιαίτερη νοστιμάδα πόχει κάθε τι που βγάζει κείνη η βλογημένη πλάση, άγρια και ήμερα. Αλλά κ΄οι ανθρώποι δεν ήτανε πλεονέχτες, ο πλούσιος έδινε στον πιο φτωχό, κι ο φτωχός δεν ήθελε σώνει και καλά ν΄ανεβεί απάνου από τον άλλον, δε λίμαζε, δεν τον έτρωγε η ζηλοφθόνια, ούτε ο νους του ήτανε όλο στο κέρδος, μόνο πέρναγε η ζωή τους με ειρήνη βαθειά, κι ο Θεός τους βλογούσε από πάνου. [...] Τα παλληκάρια βοηθούσανε τους πατεράδες τους, υποταχτικά, καλά παιδιά, και δε λέγανε πολλά λόγια. Πρώτα μιλούσανε πάντα οι γέροι, κ΄ύστερα οι νιοι. Οι γέροι σιγομιλούσανε, κουβεντιάζανε όλο με παροιμίες, γιατί οι κολασμένοι κ΄οι καταραμένοι βιάζουνται. Ο χαιρετισμός τους ήτανε: "Ώρα καλή!"-"Πολλά τα έτη!"-"Χαιρετίσματα!" ή "Προσκυνήματα!"-"Μετά χαράς!" Είχανε κ' ένα δικαστήριο αναμεταξύ τους, ό,τι διαφορά είχανε οι νιώτεροι, την κρίνανε οι γέροι, συμβουλεύοντάς τους και ταχτοποιώντας τους με την ορμήνεια, ήσυχα, δίχως οχλοβοή.[...] Λίγο ως πολύ, όλοι τους όμορφα κι ασυνήθιστα μιλούσανε, σα ζωγραφιές ήτανε τα λόγια τους, μα ήτανε και κάτι γέροι ανάμεσά τους, που η ομιλία έβγαινε από το στόμα τους κι από το μέλι γλυκύτερη, όπως λέγει ο γερο-Όμηρος. Αυτοί σταθήκανε οι δασκάλοι μου.[...] Μακάριοι ανθρώποι, σαν τους λεγόμενους Λωτοφάγους, δεν τους μόλεψε η πλεονεξία κ΄η περηφάνια. Για τούτο θα μπορούσανε να δανείσουνε ευτυχία σε βασιλιάδες, σε βεζιράδες και σε ανθρώπους που τους τρέμει ο κόσμος".
Το "Αιβαλι η πατρίδ�� μου" είναι ένας ύμνος του Φώτη Κόντογλου στην πατρίδα που χάθηκε. Και με τη λέξη πατρίδα εννοούμε όχι μόνο τον τόπο, που βέβαια περιγράφεται λεπτομερώς στο βιβλίο, αλλά κυρίως τον πολιτισμό που άνθησ�� εκεί, τις δοξασίες, τους ανθρώπους, τον τρόπο ζωής. Έναν τρόπο ζωής σε απόλυτη αρμονία με τη φύση, με ανθρώπους τραχεις ως επί το πλειστον, που δεν κάνουν δεύτερες σκέψεις και ακόμα και οι πιο σκληρές πράξεις τους έχουν μια φυσικότητα και γι αυτό αθωοτητα . Ο συγγραφέας ξεκινάει να περιγράφει την πόλη, τον τόπο, τη φύση, τα βιώματα και τις ιστορίες με λεπτομέρεια για να καταλήξει στη σχέση του ίδιου με τη φύση και τελικά στη σχέση με τον εαυτό του. Έναν εαυτό που μέσα στη φύση και τη μοναξιά δεν μπορεί να αποφύγει, αναδύεται αυθεντικός χωρίς τη μάσκα των ρόλων που επιβάλλει η κοινωνία. Σίγουρα υπάρχει μια διάθεση ωραιοποίησης και εξιδανικευσης του παρελθόντος, αυτή που επιβάλει το φίλτρο της χρονικής αποστασης και της νοσταλγίας. Το ερώτημα όμως αν ο σύγχρονος τρόπος σκέψης που επιβάλει έναν νοησιοκρατικο τρόπο ζωής με χιλιάδες περισπασμους κι έναν ξέφρενο ρυθμό, μας έχει ψευτισει, στεγνώσει και τελικά μας έχει απομακρύνει από τον ίδιο μας τον εαυτό, έχει βάση . Το βιβλίο κυριαρχείται από τις περιγραφές, η δράση είναι περιορισμένη και αποσπάσματικη κι αυτά είναι στοιχεία που το κάνουν δύσκολα στην ανάγνωση από ανθρώπους που έχουν συνηθίσει σε βιβλία με έντονη πλοκή. Επισης ιδιαίτερη είναι και η γλώσσα του βιβλίου.
Καθώς επιμένεις όμως στην ανάγνωσή του, εισπράτεις, φως, γαλήνη, ηρεμία και μια ανάγκη να επανεξετάσει τον τρόπο ζωής σου.
Υπάρχουν κάποια βιβλία, που σε μαγεύουν, σε ταξιδεύουν, τα νιώθεις ζωντανά, σαν να έχουν ψυχή! "Το Αϊβαλί η πατρίδα μου", του Φώτη Κόντογλου, είναι σίγουρα ένα από αυτά...
On kyll nostalgia Väike-Aasia katastroofis kaduma läinud maa osas, aga mitte melanhoolne, vaid pidutsev; lisaks veel need merelood, sai täiesti arusaadavaks, miks nad endi seas mägi- ja merikreeklastel vahet teevad - mäge või merd näeb ju kaugelt igayks, aga seal sees või otsas elamine on ikka hoopis muu.