Δεν ξέρω πως να καθορίσω τα αστέρια που του αντιστοιχούν. Παρακαλώ μη δώσετε σημασία σε αυτά.
Πριν από 3,5 χρόνια βρέθηκα σε τέλμα, συνδυασμός ασθενείας, χωρισμού, υπερκόπωσης και απροσδιοριστίας στη ζωή μου. Ήταν αδύνατο να σπάσω ένα μισητό πρόγραμμα, που ακολουθούσα με ψυχαναγκαστική διάθεση να με ματώσω: πρωινό ξύπνημα, φάρμακα, κακός καφές, λίγες σκέψεις στο ημερολόγιο μου, δουλειά μέχρι που να θολώνουν τα μάτια μου για να γυρίσω στο σπίτι, σκέψεις τι θα μαγειρέψω που ματαιώνονταν βρίσκοντας μπροστά μου το ευκολότερο, διάβασμα λέξεων που δεν αντηχούσαν μέσα μου και φαγητό ως αργά. Κι άλλες σκέψεις στο ημερολόγιο, ένα διαρκές τριβέλισμα που οδηγούσε στο μένος και σε ακόμη μεγαλύτερη απροσδιοριστία. Είναι συντριπτικό να κλαις, χωρίς την εξαέρωση των φυσικών δακρύων, σα να προσπαθείς να ενεργηθείς και όμως ενώ αερίζεσαι και ανακουφίζεσαι, η κύρια πίεση παραμένει, σαν τον έρωτα ίσως, τη θες πολύ, είναι η στιγμή έντονη και όμως δε μπορείς να φτάσεις σε κορύφωση, γιατί μια επίμονη ανάγκη ούρησης σε πιέζει, που κι αυτή αργεί υπερβολικά και μετά έχει ακυρώσει σε σπασμένη μνήμη κάθε ατμόσφαιρα του πριν, ακόμη κι αν ήταν μόλις πέντε λεπτά και το κρεβάτι σου δεν είναι άδειο. Τότε ανακάλυψα ένα βιβλίο Φιλοσοφίας. Μου άνοιξε την πόρτα και με βοήθησε να κρατιέμαι σε φόρμα.
Όμως, ο καιρός περνούσε. Πειραματιζόμουν, διάβαζα διάφορα κι ωστόσο γυρνούσα διαρκώς σε αυτό το βιβλίο και τίποτα δε μπορούσε να με καλύψει, έχαναν κάτι που έψαχνα να βρω. Σα να διέφευγε τη στιγμή που γραφόταν ένα απόσταγμα που ψηλαφούσα αχνά και που την ώρα που επίσης άφηνε το χαρτί για να μπει σε ‘μενα, χανόταν κάτι ακόμα. Και όμως αυτά τα φαινομενικά, μη ταιριαστά μου, αναγνώσματα, είχαν καταφέρει να εκτρέψουν άλλοτε τη φορά, άλλοτε το φορέα. Πάντοτε με ανακούφιζε το βιβλίο αυτό. Τώρα όμως, είχα φτάσει σ’ ένα τέρμα μαζί του και δε μου ήταν αρκετό κι επειδή δε μπορούσα να βρω κάτι άλλο να ταιριάζει ακριβώς με το εισιτήριο σε μια άλλη σκέψη, με μια άλλη ορμή, θύμιζαν οι επιστροφές μου εκείνο το στίχο του Καβάφη, ‘’σαν μια ξένη φορτική’’. Σιγά σιγά, μου γεννούσε νοσηρότητα. Μια ανακουφιστική νοσηρότητα.
Αποφάσισα να στραφώ σε βιβλία εισαγωγής στη Φιλοσοφία, πήρα εναλλακτικές και όμως δε μπορούσα να καθορίσω ακόμα τι αναζητούσα. Χρειάστηκαν οι κατάλληλες συνθήκες για να γίνουν τα πολυειπωμένα λόγια μέσα μου, μορφές και να βρεθώ υπό πίεση για διάφορα ζητήματα, ώστε να αφήσω την ασφάλεια του γενικού και να τολμήσω στο ειδικό. Με είχε αγγίξει η ζωή του Σπινόζα και μαζί ήθελα μεν να αναμετρηθώ με το θείο, αν και αυτό το τελευταίο όχι άμεσα και γι’ αυτό πίστεψα πως δε θα είχε θέση σε ένα βιβλίο ηθικής.
Με το Σπινόζα λοιπόν, άρχισε ένα ταξίδι. Κατ’ αρχάς, η άμεση αντίδραση μου στη θέση του: δεν έχει σημασία αν πιστεύω και σε τι, ίσως και να μη μπορώ ακόμα να το προσδιορίσω. Αυτό όμως που προσδιορίζω είναι πως δεν πιστεύω και δεν αποδέχομαι μια ‘’θειοελεγχόμενη’’ ηθική. Ακόμα και αν κάποιος μου αποδείκνυε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι θεός υπάρχει και πάλι θα πίστευα ( με το μέτρο που μπορώ να φανταστώ αυτή τη στιγμή ότι δε θα με επηρέαζε μια τέτοια υπέρβαση ) ότι η ηθική πρέπει να είναι απολύτως ανεξάρτητη. Και αν ο Θεός έλεγε, η ηθική που θέλω να ακολουθούν τα πλάσματα μου είναι αυτή και πάλι δε θα ήθελα να είναι γνωστό αυτό. Θα ήθελα/θέλω, ο άνθρωπος που μπορεί να είναι παιδί Του, μπορεί να είναι σφάλμα Του, μπορεί να είναι πείραμα Του, από τη στιγμή όμως που του έδωσε επιλογές, δε μπορεί να είναι δούλος Του, να καθορίσει μόνος τα κριτήρια βάσει των οποίων θα κανονίζει τη ζωή του ανάμεσα στους ανθρώπους. Εκείνο το κάτι, που θα είναι ανεξάρτητο των νόμων, θα μπορεί όμως να συνάδει με τη λογική που τους διέπει και παράλληλα να έχει ή να μπορεί να δημιουργήσει τις συνθήκες συναισθηματικού υποβάθρου, ώστε να συνδέει και να συνδέεται με τους ανθρώπους. Ναι έχω κάτι στο νου μου όταν το θέτω έτσι. Έχω κατά νου ένα περίγραμμα, όμως για να καταλήξω εκεί, χωρίς αυτό να σημαίνει πως έβγαλα τη φιλοσοφία μου, παρά πως σχημάτισα μια, ακόμη ασαφή, ιδέα, απαιτούνται πολύ περισσότερα, όμως σε αυτό, με βοήθησε ο Σπινόζα, έστω κι αν αυτό προϋπέθετε την αντίδραση μου.
Εδώ έχουμε μια ‘’θειοελεγχόμενη’’ ηθική. Επομένως, κλείνουμε το βιβλίο και χαιρετούμε; Όχι δεν είναι τόσο απλό. Στη Φιλοσοφία τίποτα δεν πετιέται και όλα κάπου χωρούν και κάτι μπορούν να συμπληρώσουν. Άλλωστε, το συμπέρασμα είναι το τέρμα της διαδρομής και όχι ο εαυτός της. Μπορεί να τη χαρακτηρίσει, το δέχομαι αυτό, αλλά όχι και να την οριοθετήσει. Είναι όμως ένα δύσκολο βιβλίο, γιατί ο Σπινόζα δεν ‘’εργάζεται’’ με το σύνηθες λεξιλόγιο της Επιστήμης της Φιλοσοφίας, αλλά υιοθετεί ένα δικό του και το οποίο συστηματοποιεί λέξεις που εκφράζουν περισσότερο την έννοια ή τις έννοιες που θέλει να περικλείονται μέσα σε αυτή. Αυτό που το κάνει ακόμα δυσκολότερο, αλλά που ήταν το εφαλτήριο για να μου ανοίξει το μυαλό είναι ο τρόπος που επιλέγει να μιλήσει, να οδηγήσει στα συμπεράσματα του. Ακολουθεί καθαρά μαθηματικό τρόπο. Υπάρχουν αξιώματα και προτάσεις προς απόδειξη. Υπάρχουν δεδομένα και ζητούμενα. Αυτός ο τρόπος είναι πολύ γοητευτικός, επίσης αποκλείει τη χρήση ενός εργαλείου που τείνουν να χρησιμοποιούν οι Φιλόσοφοι και δεν είχα καταλάβει ποτέ πόσο πολύ με ενοχλεί και πόσο ελλιπές είναι: λέω αυτό και στηρίζω την άποψη μου, έτσι κι έτσι κι έτσι και επιπλέον την υποστηρίζει ο τάδε που συμπέρανε εκείνο και ο δείνα που απέδειξε το άλλο.
Ναι θα πει κάποιος, αλλά δε σου δίνει ουσιαστικά ένα χάρτη μέσω του οποίου μπορείς να κινηθείς; Μου δίνει; Ή μήπως κάνει αυτό που σε οποιαδήποτε σχολή Φυσικομαθηματικής θεωρείται δεδομένο: δεν είμαστε στο σχολείο, δεν υπάρχουν τύποι τυφλοσούρτες αν δε μπορείς ανά πάσα στιγμή να ανακαλέσεις πως αποδεικνύονται και το κυριότερο τι είναι εκείνο που ώθησε στην αναζήτηση των μεγεθών, που τον συναποτελούν, ειδικά μάλιστα όταν πολλές φορές στην ίδια την απόδειξη βρίσκεται ένα κλειδί πολύ ‘’ωριμότερο’’ από το τελικά βεβιασμένο συμπέρασμα ( ορισμένως βεβιασμένο ). Εν πάση περιπτώσει, αυτός ο χάρτης είναι μια ωραία φιλολογική πινελιά, που κάλλιστα μπορεί να βρίσκεται σε έναν επίλογο, ή σε μια σχετική βιβλιογραφία. Δε μπορεί όμως να είναι μέρος που ενισχύει το συλλογισμό. Και επιπλέον, σε καθαρά προσωπικό επίπεδο, δεν εκτιμώ τους ήρωες. Μπορεί να είναι δειλοί, ή γενναίοι και η στιγμή να τους καθόρισε. Εκτιμώ τους ανθρώπους που βασίζονται στις δικές τους δυνάμεις, όσο αδέξιοι κι αν μας φαίνονται πολλές φορές. Κι ο Σπινόζα είναι αληθινά γενναίος, διότι με γνώσεις Φιλοσοφίας και όχι με τον τρόπο που συνηθίζουν να ονομάζονται οι φιλόσοφοι ως τέτοιοι, προσπαθεί μόνος του.
Σου έχω ήδη αναφέρει, τη χρήση ενός ειδικού, ‘’ιδιόκτητου’’ λεξιλογίου, σου έχω αναφέρει αξιώματα και δεδομένα, προτάσεις προς απόδειξη και ζητούμενα, ρώτησε οποιονδήποτε προέρχεται από το θετικό κλάδο τι σημαίνει αυτό. Όταν γυρίσεις να τον κοιτάξεις θα προσέξεις πως ήδη έχει μπροστά του ένα τετράδιο κι ένα στιλό και γράφει σε χαρτιά διαφόρων μηκών τα οποία θέτει πάνω στο τραπέζι σε διάφορες θέσεις. Μην αναρωτηθείς τι κάνει, σκέψου τον τρόπο του Σπινόζα. Αντιγράφει το λεξικό, τα αξιώματα, τα δεδομένα, τις προτάσεις και τα ζητούμενα. Κλείνει το βιβλίο. Μπορεί να χρησιμοποιήσει ό,τι θέλει για να καταλήξει στην απόδειξη της πρότασης, ή στη μη απόδειξη, είτε είναι βιβλίο, είτε είναι εξωτερικό ερέθισμα, ή και στοχασμός κι ανάκληση εμπειριών. Δε μπορεί όμως να χρησιμοποιήσει το ίδιο το βιβλίο του Σπινόζα.
Τον βλέπεις να προχωράει. Του παίρνει πάρα πολύ ώρα. Στις πρώτες προτάσεις θα δεις πως δυσκολεύεται και χάνει πολύ χρόνο. Διαρκώς πρέπει να κοιτάει τα χαρτάκια και συχνά τους αλλάζει θέσεις. Ξεφυτρώνουν κι άλλα χαρτάκια με πρόχειρους υπολογισμούς, τσαλακωμένες σελίδες και μουτζουρώματα, θα δεις πως πηγαινοέρχεται, κλείνει τα μάτια και κάτι φαίνεται να συλλογιέται. Τελικά, μοιάζει κάπου να καταλήγει και αντιλαμβάνεσαι ένα χαμόγελο που μένει στα μάτια, είναι το χαμόγελο της διανόησης, είναι το χαμόγελο των ανθρώπων που χαρακτηριζόμαστε ως ψεύτικοι, γιατί όταν πρέπει να γελάσουμε με τρόπο που θα ευχαριστήσει το συνομιλητή, γιατί απαιτείται κι αυτή, η κοινωνική δεξιότητα, το χαμόγελο δεν ξεκινάει απ’ τα μάτια και μπορεί μόνο αν είναι πολύ σημαντικός, ο συνομιλητής να φτάσει με κάποιο τρόπο ως εκεί. Είναι όμως το χαμόγελο ενός ανθρώπου που έχει φτιάξει κάτι, μόνος. Ένα ψωμί, μια βιβλιοθήκη, κάποιο συλλογισμό, έναν τέτοιο συλλογισμό που του επιτρέπει να γνωρίζει τι είναι αυτό που οδήγησε στην ανάγκη δημιουργίας της πρότασης.
Δεν τον βλέπεις να ανοίγει το βιβλίο, για να προχωρήσει παρακάτω. Ετοιμάζεσαι να ρωτήσεις γιατί και βλέπεις πως ξανά οδηγείται στα ίδια που έκανε και πρωτύτερα. Βλέπεις πως εμφανίζονται βιβλία, τρέχει και κοιτά απ’ το παράθυρο, κάνει κάτι εξωφρενικό με ένα ποτήρι πιθανόν που το πετάει πάνω στο τζάμι άδειο και μετά πετάει ένα γεμάτο με χρωματιστό υγρό σε άλλο. Μα τι σχέση έχει αυτό με τη Φιλοσοφία, σκέφτεσαι. Κι εγώ το επιστρέφω σε ‘σενα: απέδειξε μου πως δεν έχει. Τελικά, δεν κρατιέσαι και τον ρωτάς τι κάνει, αφού οδηγήθηκε εκεί που ήθελε. Και σου θυμίζει τότε το συμπέρασμα. Μα η πρόταση λες. Η πρόταση είναι ένας συνδετικός κρίκος, το μέρος ενός όλου, τώρα πρέπει να δεις τι απώτερο σημαίνει. Με τι μπορεί να συνδέεται. Αν απέδειξες τη λευκότητα, τώρα πρέπει να καταλήξεις στο τι σημαίνει για ‘σενα ( μικρόκοσμος ) και τι σημαίνει καθολικά. Κάπου κατέληξε τον είδες. Γράφει με μανία. Τελειώνει, ανάβει τσιγάρο και όμως δεν έχει απομακρύνει το στιλό, ή τα χαρτιά του. Γιατί σκέφτεσαι. Σου λέει πως αυτό το συμπέρασμα οδηγεί κάπου αλλού και πρέπει να το ακολουθήσει, να δει τις διαθέσιμες πρώτες ύλες, τις προτάσεις που θα πρέπει εν συνεχεία να αποδείξει. Μα του λες, αφού έχουμε το βιβλίο του Σπινόζα. Είναι ένας τρόπος λέει, δεν είναι όμως ο τελικός. Κι αν το συμπέρασμα είναι άλλο, ή αν οδηγεί σε διαφορετικά μεταξύ τους συμπεράσματα. Έχεις πια οδηγηθεί σε ένα εντελώς διαφορετικό τρόπο αντίληψης των πραγμάτων. Έχεις ήδη αντιληφθεί πως οτιδήποτε έχεις διαβάσει πριν, χρήζει ανακαίνισης, ή αντικατάστασης.
Με το Σπινόζα, δεν τα βρήκαμε στα συμπεράσματα. Το οποίο είναι το τελευταίο που έχει σημασία. Όλα τα υπόλοιπα παραμένουν. Με μια εξαίρεση: η οριστική μας διάσπαση ήρθε με κάποια εντεκάτη πρόταση. Ο Σπινόζα πιστεύει πως οι συμπερασμοί του, τον οδήγησαν στην απόδειξη θεού, εγώ δεν πιστεύω πως οδηγηθήκαμε εκεί. Από τη στιγμή που θεώρησε πως το απέδειξε, έχει το απόλυτο δικαίωμα να το καθορίσει δεδομένο όλων των μετέπειτα αποδείξεων, όσο και σημείο αναφοράς των αρχών κι αξιωμάτων. Πράγμα που πράττει. Από ‘κει και μετά δε μπορούμε να συμφωνήσουμε πουθενά.
Όμως, δεν πρέπει τελικά να δούμε τις ίδιες τις αποδείξεις του; Τι χρησιμοποίησε και τι απέρριψε; Άμα πήρε τη Βίβλο και τη θεώρησε ως καθολικό δεδομένο τελειώσαμε, δεν έχουμε τίποτα να συζητήσουμε. Όχι βέβαια. Αν το είχε κάνει, αντιλαμβάνεσαι κι εσύ φυσικά ότι δε θα διωκόταν, αντιθέτως καταργεί κάθε δικαίωμα του ανθρώπου να χρησιμοποιεί τεχνάσματα, εκλογικεύσεις και συναισθηματισμούς. Απορρίπτει το δικαίωμα του ανθρώπου να αποφασίζει βάσει αυτών, αν υπάρχει ή δεν υπάρχει θεός. Έχεις συνειδητοποιήσει απ’ αυτό, ελπίζω πως όταν μιλάμε για θείο στο Σπινόζα, δε μιλάμε για κτιριάκια με βιτρώ και για χαρτάκια με ‘’κακά ελληνικά’’, όπως θα έλεγε 200 χρόνια μετά ο Νίτσε. Ωραία λοιπόν, σκέφτεσαι και επομένως με τη σειρά του αποφασίζει ίσως βάσει πείσματος λόγου χάρην ότι αυτά που αποκαλεί τεχνάσματα δεν ισχύουν. Όχι, δεν το κάνει με αυτό τον τρόπο. Αξιοποιεί το σπουδαιότερο δεδομένο του: είναι άνθρωπος. Μπορεί να νιώσει φόβο, χαρά, πόνο, απόγνωση, ανάταση. Μπορεί να κατανοήσει. Μπορεί να συμπονέσει. Τα απέρριψε, αφού τα αιτιολόγησε. Δεν είχε γνωρίσει το Φρόϋντ που άλλωστε δε ζούσε τότε και μπορείς να θεωρήσεις την ψυχολογική εξήγηση αβάσιμη, από την άλλη ούτε εγώ έχω διαβάσει το Φρόϋντ και για να προχωρήσω στις αποδείξεις έκανα τις ίδιες παραδοχές. Θα μου επιτρέψεις να ξέρω καλύτερα από ‘σενα, ότι δεν είμαι ιδιοφυϊα, ούτε η μετενσάρκωση του Σπινόζα. Και όμως, με 400 χρόνια διαφορά ακολουθήσαμε τα ίδια απλά υλικά. Τελικά όμως, αυτό που έχει σημασία να αντιληφθείς είναι πως οι γραφές λένε ο άνθρωπος καθ’ εικόνα του Θεού. Ας μην εξετάσουμε ποιος το έγραψε και γιατί. Ας υποθέσουμε ότι είναι δεδομένο. Ποιος σου είπε όμως, ότι η φράση αντιστρέφεται; Ποιος σου είπε ότι ο Θεός είναι καθ’ εικόνα του ανθρώπου. Να το! Το είδες. Μη μου πεις πως δεν το είδες τώρα. Το καμουφλάζ που αναγνωρίζεις γιατί είναι αυτή η μορφή του στο δωδεκάθεο και που αντιστράφηκε ο ορισμός και από συμπέρασμα, έγινε προδιαγραφή, καθιστώντας αν θες και ένα απ’ τα πρώτα πολιτικά ορθά. Αν το παιδί είναι καθ’ εικόνα του πάτερα του, μπορούμε να πούμε το ανάποδο; Άντε πες το εσύ κι εγώ σου φέρνω χαρτί και στιλό, να μου το αποδείξεις.
Ωραία, λοιπόν τι μου λες τόση ώρα ρε φίλε, ότι ο Σπινόζα απέδειξε πως δεν υπάρχει θεός, αφού εσύ λες ότι διαφωνείς μαζί του γιατί χρησιμοποιεί το θείο στην ηθική του. Όχι και ξανά όχι. Απέδειξε πως δεν υπάρχει ο δικός Σου θεός, αυτός που κληρονόμησες. Αν υπάρχει θεός, δε μπορεί να εξηγείται μέσω τεχνασμάτων και ψυχολογικών κινήτρων κι αντικινήτρων. Ο ίδιος ο ορισμός του θαύματος απορρίπτει το να προηγείται ένα συναίσθημα, ή ένα περιστατικό αυτού. Όταν λες, ενώ ήμουν στα πατώματα ξαφνικά ένιωσα μια ανάταση κι είδα ένα φως και λίγο μετά μια κυρία μου πρόσφερε ένα μήλο και αντιλήφθηκα τη θεία δύναμη της καλοσύνης, έχεις πάρει τις θρησκευτικές διδαχές που σου έχουν περιγράψει ένα αυτούσιο γεγονός και το έχεις κάνει αποτέλεσμα. Δηλαδή δεν ένιωσες απ’ αυτό που σου προσφέρθηκε, ένιωσες και γι’ αυτό δημιουργήθηκε. Αν λοιπόν καταργείται η δομή της Εκκλησίας, καταργείται η εξουσία της. Κι όταν αυτό στο αποδεικνύουν 400 χρόνια πριν, δεν έχεις πια καμιά δικαιολογία, για να θυσιάζεις τον εαυτό σου. Μπορεί να υπάρχει θεός ή να μην υπάρχει, άλλο αυτό. Δε θα τον βρεις εκεί μέσα όμως. Δεν είναι κτήμα τούς, δεν είναι κτήμα σου. Θυμάσαι από που ξεκινήσαμε; Εγώ να λέω πως μπορεί να είμαι παιδί του και καταλήξαμε να σου λέω πως βάσει των διδαχών αποδείξαμε πως εκείνος δε μπορεί να είναι παιδί μου. Αφού το θαύμα είναι αφ' εαυτού συμβάν, πως μπορεί να είναι και διαμέσου. Τα γεγονότα προηγούνται, όχι τα συμπεράσματα. Μόνο στην περίπτωση των αποφάσεων, ας θυμηθούμε κι αυτό, η βούληση προηγείται της λογικής. Θυμήσου το καθ’ εικόνα και ομοίωση που ανέφερα παραπάνω. Τα λόγια αντίστροφα. Θυμήσου κάτι ακόμα, το Γιουνγκ να σου λέει ( υπάρχει και στο ελληνικό βιβλιαράκι, που κυκλοφορεί σε ελεύθερο pdf Ο εσώτερος εαυτός ) είναι ανάγκη να διαβάσουμε ξανά τα θρησκευτικά βιβλία. Γιατί στο λέει αυτό; Ψυχολόγος και γιατρός ήταν ο άνθρωπος, όχι θεολόγος. Τι ήθελε να σου πει; Σκέψου τι λέει ο Σπινόζα.
Διαβάστε το βιβλίο, αξίζει τον κόπο για ό,τι θα ανοίξει στο μυαλό σας μπροστά. Μπορεί να γράφω αρλούμπες τόση ώρα, άλλωστε είμαι υπό πολλές έννοιες απαίδευτος, το βιβλίο αυτό όμως έχει δύναμη πολιορκητικού κριού. Είναι καινοτόμο και με τον τρόπο του απλό. Επίσης, είναι ένα βιβλίο που δε μπορείτε να κλείσετε. Κρατήστε ό,τι θέλετε απ’ αυτό. Μην το καταδικάσετε όμως να διαβαστεί χωρίς χαρτί και στιλό.