(Κριτική την Τρίτη, 19/9, μετά την παρουσίαση του βιβλίου)
----------------
(Ανεβαίνει σήμερα, 21/9, διότι real life issues)
Φανταστείτε παρακαλώ μια αλυσίδα, που κρέμεται, ή μάλλον αιωρείται στο κενό, χωρίς να αγγίζει τίποτε. Φέρτε την εικόνα της στο μυαλό σας και κάντε την πλουμιστή: ο κάθε κρίκος της έχει διαφορετικό χρώμα και μέγεθος, είναι φτιαγμένος από διαφορετικό υλικό, έχει διαφορετικό σχήμα κι αντοχή.
Ένας από αυτούς τους κρίκους, είστε εμείς, εσείς, ο κάθε ένας μας. Οι κάτω από σας είναι η μαμά ή ο μπαμπάς, ο παππούς ή η γιαγιά, εκείνος που κάποτε σας αφηγήθηκε μια ιστορία. Οι κρίκοι προς τα πάνω είναι τα παιδιά, τα εγγόνια, τα βαφτιστήρια σας, εκείνοι που θα σταθούν κάποτε ν’ ακούσουν τις δικές σας ιστορίες.
Φανταστείτε τώρα ότι αυτή η εικόνα της αλυσίδας ισχύει για κάθε άνθρωπο. Για τη μαμά και το μπαμπά, για τον παππού και τη γιαγιά, για εκείνον τον πρόγονο που η παλαβομάρα κι η γενναιότητά του τον έκαναν οικογενειακό ανέκδοτο.
Φανταστείτε πως αυτή η αλυσίδα όλο και μακραίνει, προς τα κάτω, όλο και σας ενώνει με πράγματα παλιά. Βρείτε λέξεις και φράσεις κι ιστορίες που τις λέμε σήμερα μηχανικά, απλά και μόνο γιατί έφτασαν ως εμάς μέσω αυτής της μακριάς πολύχρωμης αλυσίδας.
Άει στον κόρακα, λέμε καμιά φορά. Ελληνιστική έκφραση.
Ή «έγινε του Κουτρούλι ο γάμος». Από τη Φραγκοκρατία.
Ή «σιγά τον πολυέλαιο», από το τσαρούχι του Πλαπούτα και δια στόματος Κολοκοτρώνη.
Η αλυσίδα αυτή, αν πιστέψουμε τους σοφούς και τους σπουδαγμένους, πάει πολύ πίσω, τρεις, τέσσερις, πέντε χιλιάδες χρόνια, μπορεί και περισσότερο, ως εκεί που μπορείς ν’ ακολουθήσεις τη ρίζα των παραμυθιών. Φέρνει ως εμάς και μας συνδέει με πράγματα παλιά, με ανεκδοτολογικές διηγήσεις , με διδακτικούς μύθους, φέρνει ως εμάς -κι αυτό είναι που δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε- την ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης, την αίσθηση πως τώρα όπως και τότε, τότε όπως και τώρα, ο άνθρωπος έχει τους ίδιους φόβους, τις ίδιες απορίες, την ίδια παιδιάστικη αξιαγάπητη ανάγκη για το καλό, για τη δικαιοσύνη, όσο σκληρή κι αν είναι αυτή, για το θαυμαστό.
Αυτό έχει καταφέρει να κάνει ετούτο το βιβλίο. Έφερε κοντά τους κρίκους-συγγραφείς, ώστε ο ένας να συνδεθεί με τον άλλον. Ώστε αυτοί που θα διαβάσουν τις ιστορίες αυτές, κρίκοι προς τα πάνω, κρίκοι-δέκτες, να μπορέσουν να απλώσουν χέρια και να σχετιστούν με όλους τους παρελθοντικούς κρίκους που σέρνει πίσω του ο κάθε ένας από τους συγγραφείς.
Το βιβλίο αυτό, είναι από μόνο του ένας κρίκος, στιβαρός, καμωμένος από χαρτί και μελάνι και θύμησες ανθρώπινες από τους αγαπημένους μας κι αυτούς που σεβόμαστε, από μέρη που μόνο ο συγγραφέας τους γνωρίζει την ύπαρξή τους. Το βιβλίο αυτό είναι η απόδειξη ότι η αλυσίδα αυτή δεν πρόκειται να σπάσει ποτέ, κρίκοι πάντα θα προτίθενται στους κρίκους της, μέχρι να σηκώσουμε μια μέρα το κεφάλι κι αντί για αλυσίδα να δούμε ένα τείχος από κρίκους, πλεγμένους ο ένας με τον άλλον, σταθερά να οδηγούν μπροστά,κάτι που απλώνεται από κάτω προς τα πάνω, από το χώμα και τις ρίζες μιας γιαγιάς-Ιτιάς ως τα κλαδιά και τα φύλλα της, ως τις φλογίτσες που μασουλίζουν τα νόστιμά της.
Η επιστήμη κι η τεχνολογία έχουν καλυτερέψει τη ζωή μας, όμως κατά βάθος μένουμε ίδια άνθρωποι όπως οι πρόγονοί μας, πριν από εμάς. Κι η αλυσίδα αυτή όπως την πήραμε από τη μαμά ή το μπαμπά, τον παππού ή τη γιαγιά, από τη νονά, το δάσκαλο, το φίλο, έτσι θα την παραδώσουμε στα παιδιά, τα εγγόνια, τα ανίψια και τα βαφτιστήρια, στους μαθητές μας και στους αγαπημένους, σ’ όσους ακουμπάμε, κρίκοι εμείς όπως κι αυτοί, της ίδιας πολιτιστικής συνέχειας.
----------------
Το παραπάνω κείμενο, λίγο από-προφορικοποιημένο, διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου, στις 18/9/2017). Ας πούμε όμως λίγα λόγια και για το ίδιο το βιβλίο:
Γενικά, η νόρμα στην ανάγνωση μιας συλλογής διηγημάτων είναι, τελειώνοντάς την, να ξέρει κανείς ποια ήταν τα ένα, δύο, τρία καλύτερα της συλλογής, εκείνα που αξίζουν τον κόπο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, μου είναι πολύ ευκολότερο να εντοπίσω τα αδύναμα σημεία της κι αυτά δεν είναι περισσότερα από δυο-τρία (σε σύνολο 22, έτσι;) ήξερα τη γραφή πολλών από τους συμμετέχοντες και η ποιότητά της δε με εξέπληξε. Χάρηκα, όμως, υπερβολικά που διάβασα Πολιτσοπούλου και Φόρτη, γιατί είδα κείμενα που ανταγωνίζονταν τα υπόλοιπα στα ίσα.
Εν συντομία: ήθελα διακαώς να μιλήσω γι’ αυτό το βιβλίο ΑΦΟΥ το διάβασα. Κι αυτό τα λέει όλα.