Ό,τι σου ζήτησα παιδί, Θεέ, δεν το 'κανες. Τότε φοβόμουν ότι έφταιγα. Τώρα ξέρω: δεν μπορείς. Ανοίγω το βήμα μου τις Κυριακές όταν περνάω μπροστά από τους τρούλους σου, να μη με δεις που το ψωμάκι το επιούσιο το βρίσκω σε άλλο φούρνο.
Ευτυχώς που ήρθες. Δεν άνοιξες τη θάλασσα στα δύο δε μετακίνησες οροσειρές δεν έβαλες εσύ μπροστά το μοτεράκι που πολλαπλασιάζει τη ζωή δε γύρισες τον κόσμο μου τα πάνω κάτω δεν έγινες το το πρωί, το βράδυ μου, το Σαββατοκύριακό μου δεν κυλιστήκαμε σε κύματα, χορτάρια και σεντόνια δε φτιάξαμε σπίτια, παιδιά και υποσχέσεις. Μ' ακούμπησες στον ώμο, γύρισα και με είδα.