Ό,τι σου ζήτησα παιδί, Θεέ, δεν το 'κανες. Τότε φοβόμουν ότι έφταιγα. Τώρα ξέρω: δεν μπορείς. Ανοίγω το βήμα μου τις Κυριακές όταν περνάω μπροστά από τους τρούλους σου, να μη με δεις που το ψωμάκι το επιούσιο το βρίσκω σε άλλο φούρνο.
Ευτυχώς που ήρθες. Δεν άνοιξες τη θάλασσα στα δύο δε μετακίνησες οροσειρές δεν έβαλες εσύ μπροστά το μοτεράκι που πολλαπλασιάζει τη ζωή δε γύρισες τον κόσμο μου τα πάνω κάτω δεν έγινες το το πρωί, το βράδυ μου, το Σαββατοκύριακό μου δεν κυλιστήκαμε σε κύματα, χορτάρια και σεντόνια δε φτιάξαμε σπίτια, παιδιά και υποσχέσεις. Μ' ακούμπησες στον ώμο, γύρισα και με είδα.
«Τα πέρα μέρη» της Μ.Γ. είναι γεμάτα από τις ανατροπές που τη χαρακτηρίζουν: κάπου προς το τέλος, ένας μικρός στίχος αποκαλύπτει την πρόθεσή της. Θεματικά κινείται σε διαφορετικές εποχές εντός της και γι’ αυτό ως συλλογή είναι τόσο χορταστική, διότι είναι γεμάτη από ταξίδια που από πράξεις ξέρουν μόνο πρόσθεση – ταξίδια δοσμένα με τρυφερότητα προς τη φρεσκάδα του ταξιδιώτη, που τότε δεν ήξερε ακόμη τι θα συναντήσει.
Το σημείο εκκίνησης θυμίζει την ξεγνοιασιά που επιτρέπει στον άνθρωπο να επηρεάζεται από τα πάντα, να συγκινείται από τη φύση με όλα τα άναρχα, αθώα, πράσινα, τρυφερά της αλλά και τα αγκάθια, ενώ αντιμετωπίζει τον κόσμο και τους άλλους με περιέργεια. Άλλες εποχές, άλλες μεταμορφώσεις, φέρνουν πιο ώριμες και νοσταλγικές πραγματικότητες, ενώ ταυτόχρονα φαίνεται να χτίζεται μια ιδεολογική ταυτότητα του έρωτα.
«Τα πέρα μέρη» είναι η συλλογή της Μ.Γ. που με αγγίζει περισσότερο μιας και τη χαρακτηρίζει αυτή η έξυπνη οικονομία που σε συνδυασμό με την απλότητα δεν μπορεί να κρύψει την εσωτερική διεργασία της. Τη διακρίνει η αυθόρμητη ανοιχτοσύνη και το ενστικτώδες «ναι» προς κάθε ζωηρή ενόρμηση, ενώ μέσα από τις αλλαγές της συνομιλεί με την αντίπερα όχθη, της βαθύτερης γνώσης. Η μεταμόρφωση δεν φέρνει πικρία, μόνο στοχαστικότητα, χωρίς να χάνεται ο σεβασμός προς την καλοσύνη του στίχου του πρώτου μέρους.