Το βιβλίο είναι μια συνθετική προσέγγιση των αλλαγών στην ελληνική κοινωνία της δεκαετίας του 1940, και ειδικότερα της Κατοχής ως αυτοτελούς περιόδου που ενέχει όμως τα σπέρματα των κατοπινών εξελίξεων. Στο επίκεντρο βρίσκονται μάλλον οι εσωτερικές κοινωνικές διεργασίες παρά οι εξωτερικοί παράγοντες και οι πολιτικές αναμετρήσεις ηγεσιών, αφού η Κατοχή είναι μία από τις σπάνιες στιγμές που η κοινωνία εισβάλλει δυναμικά στην πολιτική και η πρωτοβουλία των κινήσεων έρχεται «από τα κάτω».
Γραμμένο «εν θερμώ», αφού η σχετική συζήτηση εξελίσσεται πάντα σε σχέση με την εκάστοτε πολιτική συγκυρία και συχνά παίρνει χαρακτήρα δημόσιας διαμάχης, το βιβλίο παρακολουθεί επίσης τη διαδρομή της ιστορικής έρευνας από την εθνικόφρονα θεωρία των «τριών γύρων» του Εμφυλίου, που κυριάρχησε μεταπολεμικά, μέχρι τις πιο συναινετικές προσεγγίσεις που επιχειρήθηκαν μεταπολιτευτικά με αφετηρία την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης και του Εμφυλίου‧ κι από κει μέχρι τη μετατόπιση, μετά το 1990, από τις κεντρικές πολιτικές εξελίξεις στις ιδιαίτερες κοινωνικές διεργασίες, την κοινωνική εμπειρία και τη συλλογική μνήμη, καθώς και στις «προβληματικές» όψεις της Κατοχής (αυτές που ενίοτε προσεγγίζονται με μια αξίωση αναθεώρησης των ηγεμονικών αριστερών ερμηνειών: δωσιλογισμός, εμφύλιες συγκρούσεις, μειονότητες).
Η δεκαετία του 1940 έχει βρεθεί στο επίκεντρο της ιστοριογραφικής και δημόσιας συζήτησης από την αρχή του νέου αιώνα. Νέα ερευνητικά πεδία διανοίχθηκαν, νέες μελέτες δημοσιεύτηκαν, νέες μέθοδοι προτάθηκαν και διαφορετικές προσεγγίσεις κατατέθηκαν, προκαλώντας συχνά έντονες διαμάχες μεταξύ των ερευνητών. Η έκρηξη του ενδιαφέροντος για τη δεκαετία του 1940 είχε ως αποτέλεσμα να έλθουν στην επιφάνεια οι λιγότερο «ένδοξες» πλευρές του παρελθόντος, να κλονιστούν κάποιες από τις βεβαιότητες και να πολλαπλασιαστούν τα ερωτηματικά. Τι ήταν το φαινόμενο της Αντίστασης; Γιατί οι εμφύλιες συγκρούσεις της Κατοχής ήταν τόσο βίαιες; Γιατί χιλιάδες Έλληνες συνεργάστηκαν με τους κατακτητές; Γιατί η Ελλάδα έχει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά εξόντωσης εβραϊκού πληθυσμού στην Ευρώπη; Αξιοποιώντας την πλούσια βιβλιογραφία των τελευταίων δεκαετιών, το βιβλίο επιχειρεί μια συνθετική προσέγγιση των εξελίξεων και των κοινωνικών αλλαγών που συνέβησαν στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Έτσι εξετάζονται, μεταξύ άλλων, η οικονομική αποδιάρθρωση και η πείνα, η τύχη των μειονοτήτων, η ένοπλη αντίσταση και οι συνέπειες των αντιποίνων. Στο επίκεντρο βρίσκεται, σε μεγάλο βαθμό, η μελέτη του κινήματος της Αντίστασης, αφού η Κατοχή είναι μια ιστορική περίοδος που χαρακτηρίστηκε από τη δυναμική είσοδο της κοινωνίας στην πολιτική και την ανάληψη πρωτοβουλιών «από τα κάτω».
Ο Πολυμέρης Βόγλης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1964. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εκπόνησε τη διδακτορική διατριβή του στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο της Φλωρεντίας. Συνέχισε την έρευνά του στα πανεπιστήμια Πρίνστον, Κολούμπια και Νέας Υόρκης. Ασχολείται με την κοινωνική ιστορία της δεκαετίας του 1940 και ιδιαίτερα με τον ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο. Είναι αναπληρωτής καθηγητής και διευθυντής μεταπτυχιακού προγράμματος στο Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. ΄Εχει συμμετάσχει σε συλλογικούς τόμους και έχει εκδώσει τα βιβλία: Η εμπειρία της φυλακής και της εξορίας. Οι πολιτικοί κρατούμενοι στον εμφύλιο πόλεμο (2004), Η ελληνική κοινωνία στην Κατοχή 1941-1944 (2010), Η αδύνατη επανάσταση. H κοινωνική δυναμική του εμφυλίου πολέμου (2014).
Μια αρκετά καλή και όσο το δυνατόν ψύχραιμη ιστορική ανάλυση της κατοχικής κοινωνίας. Ο Βόγλης είναι από τους πρωτοπόρους στην ανάλυση της κοινωνικής πλευράς της κατοχής. Σε σύγκριση με τα άλλα του Βόγλη που έχω διαβάσει αυτό κάπως υστερεί, αφού έλειπε το καινοτόμο/ιδιαίτερο/αποκαλυπτικό κομμάτι των άλλων. Καλύπτει ολόκληρη την περίοδο της κατοχής σε 180 σελίδες και γι'αυτό φαίνεται κάπως επιφανειακό. Σίγουρα δεν προτείνεται για κάποιον που δεν έχει διαβάσει και άλλα βιβλία για την περίοδο.
Bottom-line: ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί για λόγους πληρότητας.
Η μελέτη αυτή αφορά την περίοδο 1940-1944 όπου σύμφωνα με τον συγγραφέα επιχειρείται "μια συνθετική προσέγγιση των εξελίξεων και των κοινωνικών αλλαγών που συνέβησαν στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της Κατοχής". Από τα σημαντικότερα κεφάλαια του βιβλίου είναι η Εισαγωγή. Εδώ ο συγγραφέας επισημαίνει και περιγράφει σύντομα τις τρεις διακεκριμένες φάσεις της ιστοριογραφίας γύρω από την Κατοχή και τον Εμφύλιο. Η πρώτη, η οποία ξεκίνησε προς το τέλος του εμφυλίου πολέμου και διήρκεσε μέχρι την Μεταπολίτευση, λειτουργούσε στα πλαίσια της κυρίαρχης τότε "εθνικοφροσύνης" με όλα όσα αυτό συνεπαγόταν (η θεωρία των "τριών γύρων" κ.λπ.). Η δεύτερη περίοδος (1974-1990) χαρακτηρίζεται από τον εκδημοκρατισμό του πολιτικού βίου και την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης. Η κυρίαρχη αριστερή ιστοριογραφία επιχείρησε πλέον να αποκαταστήσει την ιστορική πραγματικότητα αποβάλλοντας τις διαστρεβλώσεις που είχε υποστεί στα προηγούμενα χρόνια. Το ιστοριογραφικό ενδιαφέρον μετατοπίστηκε από το πολιτικό στο κοινωνικό πεδίο. Η τρίτη περίοδος αρχίζει από την δεκαετία του '90, μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, την απαξίωση του κομμουνιστικού οράματος και κυρίως την εξομοίωση του φασισμού με τον κομμουνισμό. Επομένως ο αγώνας της Αριστεράς ενάντια στο Φασισμό υποβαθμίστηκε στην απόπειρα αντικατάστασης μιας τυραννίας από μιαν άλλη. Οι ιστορικοί οι οποίοι αντιτίθενται σήμερα στην Αριστερή ιστοριογραφική προσέγγιση (η «αναθεωρητική σχολή» όπως τους αποκαλούν ορισμένοι), αμφισβητούν πολλά ζητήματα που παλαιότερα θεωρούνταν δεδομένα. Ο αριστερός μύθος της "παλλαϊκής αντίστασης" στον κατακτητή απορρίπτεται ως ανιστόρητος. Το κύριο χαρακτηριστικό της κατοχικής περιόδου. ισχυρίζονται, δεν ήταν η Αντίσταση αλλά ο εμφύλιος ανάμεσα στο ΕΑΜ και στις άλλες αντιστασιακές ομάδες. Επίσης οι αναθεωρητές δίνουν έμφαση στην έξαρση της ("κόκκινης" κυρίως) βίας η οποία, όπως ισχυρίζονται, έστρεψε μεγάλο μέρος του άμαχου πληθυσμού στην πλευρά του κατακτητή. Ο συγγραφέας, αντιτίθεται σ' αυτή την προσέγγιση και επιχειρεί να την αντικρούσει. Ξεκινώντας από μια σύντομη επισκόπηση του πολέμου περιγράφει την αποδιάρθρωση της ελληνικής οικονομίας στην διάρκεια της κατοχής, επανεξετάζοντας τα διαθέσιμα στοιχεία και καταρρίπτοντας υφιστάμενους μύθους όπως π.χ. ο υποτιθέμενος θάνατος 300.000 ανθρώπων από την πείνα, ή η δήθεν μείωση της αγροτικής παραγωγής το 1942. Στην πραγματικότητα οι θάνατοι ήσαν πολύ λιγότεροι και η αγροτική παραγωγή αυξήθηκε το 1942 σε σχέση με το 1941. Όμως η έλλεψη τροφίμων εξακολούθησε εξαιτίας της μαύρης αγοράς. Η προσπάθεια των κατοχικών δυνάμεων να ελέγξουν τους μαυραγορίτες οδήγησε στη σύγκρουση του αγροτικού πληθυσμού μαζί τους. Ταυτόχρονα, στα δύο πρωτα χρόνια της κατοχής υπήρξε μεταφορά πλούτου από την Αθήνα στην επαρχία αλλά και από τους μισθωτούς στους λαθρεμπόρους, ενώ ένα τμήμα της μεσαίας τάξης φτωχοποιήθηκε. Η αντίσταση επομένως είχε κυρίως κοινωνικά αίτια. Γι αυτό και αναπτύχθηκε, σύμφωνα πάντα με τον συγγραφέα, πρώτα στα αστικά κέντρα και αργότερα στην ύπαιθρο. Για τον ίδιο λόγο οι αρχικές διακηρύξεις πολλών αντιστασιακών ομάδων όπως ο ΕΔΕΣ, η ΕΚΚΑ και η ΠΕΑΝ ήταν πολύ περισσότερο επαναστατικές από εκείνη του ΕΛΑΣ. Παρά την εμφανή συμπάθειά του προς τον τελευταίο, ο Πολυμέρης Βόγλης αναγνωρίζει (και δεν διστάζει να επικρίνει) την τρομοκρατική δράση του, όπως για παράδειγμα τη βίαιη διάλυση της ΕΚΚΑ (με αποκορύφωμα την εκτέλεση του αρχηγού της Δημήτρη Ψαρρού) και της ΠΑΟ. Το αποτέλεσμα ήταν τα περισσότερα από τα μέλη των οργανώσεων αυτών να πυκνώσουν στη συνέχεια τις δυνάμεις των Ταγμάτων Ασφαλείας. Πάντως το γεγονός ότι προς το τέλος της Κατοχής η δύναμη των Ταγμάτων διογκώθηκε φθάνοντας τους 20.000 μαχητές, (όση θα ήταν αργότερα και η δύναμη του ΔΣΕ) θα έπρεπε να προβηματίσει περισσότερο τον συγγραφέα. Σύμφωνα με τον Πολυμέρη Βόγλη η εμφύλια σύγκρουση ανάμεσα στην δεξιά και στην αριστερά δεν ήταν παρά η κορυφή του παγόβουνου. Οι ρίζες αυτής της σύγκρουσης ανάγονται στην περίοδο του μεσοπολέμου και συγκεκριμένα στα κοινωνικά προβλήματα που ξεκίνησαν από την εισροή των προσφύγων στην Ελλάδα μετά το 1922. Ο διχασμός ανάμεσα σε Βενιζελικούς-αντιβενιζελικούς, σε "παλιοελλαδίτες" και "νεοχωρίτες", μεταλλάχθηκε μέσα από τις πολιτικοκοινωνικές διεργασίες που εξελίχθηκαν στη διάρκεια της κατοχής στη σύγκρουση αριστερών-δεξιών. Το έτος 1944 ο συγγραφέας το χαρακτηρίζει σαν έτος "πύκνωσης της Ιστορίας, καθώς οι συγκρούσεις αφορούσαν ταυτόχρονα το παρελθόν το παρόν και το μέλλον της ελληνικής κοινωνίας". Πρόκειται για μια καλογραμμένη ακαδημαϊκή μελέτη, η οποία φωτίζει πολλά σκοτεινά ζητήματα της περιόδου. Και παρά το γεγονός ότι σε ορισμένα σημεία, διαφωνώ με τα συμπεράσματα του συγγραφέα, οφείλω να αναγνωρίσω ότι δεν μπορεί κανείς να την προσπεράσει απροβλημάτιστα.
Βλεποντας προσφατα μια κριτικη απο καποιον αναγνωστη ο οποιος δηλωνε πως "Η ελληνική ιστοριογραφία έχει μπουχτίσει από όλη αυτή την ιδεοληπτική υστερία που εκπορεύεται είτε από την αριστερά είτε από τη δεξιά"(ο ιδιος παντως ολως τυχαιως επιλεγει να κανει αρνητικες κριτικες μονο σε βιβλια δεξιων και μαλιστα να θεωρει ακραιους,συγγραφεις οπως ο Μουμτζης,ο Λαζαριδης και ο Μαραντζιδης)και ταυτοχρονα να εκθειαζει τον συγγραφεα Πολυμερη Βογλη, αποφασισα να μελετησω ενα απο τα 3 βιβλια του Βογλη και επελεξα αυτο. Ο συγγραφεας ανηκει στη νεα γενια αριστερων ιστορικων(κατα δηλωση του)που σιγουρα ερευνα σε μεγαλυτερο βαθος και με περισσοτερη ψυχραιμια τα ιστορικα γεγονοτα σε σχεση με τις εξαλλοσυνες που εγραφαν οι ιδεολογικοι τους προγονοι(Κορδατος, Βουρνας, Ψυρουκης κλπ). Στο συγκεκριμενο βιβλιο ο Βογλης παρουσιαζει τα σημαντικοτερα γεγονοτα και καταστασεις της Κατοχικης περιοδου, με αρκετα συνοπτικο ομως τροπο, επιχειρωντας ταυτοχρονα να δωσει και μια κοινωνιολογικη χροια στην προσεγγιση του. Δεν παρουσιαζει ομως καποιο νεο στοιχειο,ουτε καποια νεα θεωρηση, με αποτελεσμα να ειναι χρησιμο μονο ως εισαγωγη στο εξεταζομενο θεμα, εχοντας βεβαιως κατα νου οτι εκφραζει την αριστερη οπτικη. Καποιες παρατηρησεις ως προς αυτα που γραφει και τον τροπο που τα γραφει. Χρησιμοποιηση πλουσιας μεν βιβλιογραφιας, αλλα σχεδον αποκλειστικα δευτερογενεις πηγες κυριως των τελευταιων 30 ετων(κατα δηλωση του), το οποιο εγκυμονει τον κινδυνο αλλοιωσης πρωτογενων στοιχειων. Στην εισαγωγη αλλωστε του βιβλιου, οπου κανει επισκοπηση των βιβλιογραφικων τασεων για το θεμα που εξεταζει, απορριπτει την δεξια βιβλιογραφια της μετακατοχικης περιοδου και δεχεται ως αντικειμενικες ερευνες την εργογραφια της δεκαετιας του΄80. Μεγαλες περιοδους κειμενου οπου αναφερει προσωπα, γεγονοτα,πραξεις, αριθμους, χωρις να παραπεμπει σε πηγη. Οσο και αντικειμενικος να θελει να δειξει, στο θεμα των συγκρουσεων μεταξυ των αντιστασιακων οργανωσεων, φαινεται καθαρα τοσο η μεροληψια του, οσο και η ελλειψη τεκμηριωσης. Τιποτα το ιδιαιτερο λοιπον.