Ένας πενταμελής θίασος με επικεφαλής τους πρωταγωνιστές Ρομάν, σκηνοθέτη-συγγραφέα, και τη σύντροφό του Θίντα, πρώην σταρ του σινεμά, φτάνει στον τελευταίο σταθμό της περιοδείας του, σ’ ένα παράξενο νησί με ψηλούς βράχους αλλά και οργιώδη βλάστηση. Όσα ακολουθούν στην πραγματικότητα είναι πολύ πιο αλλόκοτα από το απόκοσμο έργο που ο θίασος θα ανεβάσει μπροστά σε ένα εντελώς ιδιόρρυθμο κοινό. Δυνάμεις υπόγειες, αρχέγονες αλλά και διαχρονικές αρχίζουν να εμφανίζονται για να αμφισβητήσουν κάθε ορθολογισμό.
Το Μοτέλ Μορένα αφηγείται την άλλη πλευρά του πολιτισμού που πολλοί νομίζουν ότι χάθηκε, αλλά τα ίχνη του είναι ορατά σε κάθε συμπεριφορά της ανθρώπινης φύσης. Είναι μια ιστορία όπου η Τέχνη συγκρούεται με το μυστήριο που τη γέννησε.
Alexis Stamatis (Greek: Αλέξης Σταμάτης) is a Greek novelist. He studied Architecture at the National Technical University of Athens and earned postgraduate degrees in Architecture and Cinematography in London. He has published nine novels, several of which have been translated and published in Europe and the USA. Alexis Stamatis has also published six books of poetry. His second collection, The Architecture of Interior Spaces, was awarded the Nikiforos Vrettakos Prize in 1994. Τwo collections of his poems have been translated in Great Britain. In 2004 he participated in the renowned International Writing Program of the University of Iowa courtesy of a Fulbright Artists & Art-Scholars Award. In 2007 Etruscan Press won the U.S. National Endowment for the Arts' first International Literary Award for the translation of the novel American Fugue. In 2009 Alexis Stamatis was writer in residence in Shanghai, invited by the Shanghai Writers Association. He has represented Greece in numerous international book festivals and seminars. His writing appears regularly in major Greek newspapers and magazines.
Εγκαταλήφθηκε 100 σελίδες προ του τέλους. Η χειρότερη μπούρδα που διάβασα ποτέ μου. Ντανταιστική μαλακία κατωτάτου είδους Ασυναρτησίες που απορώ πώς ανθρώπου νούς κατέβασε και εκδότης επέτρεψε να εκδοθεί. Σώζεται μόνο απο τκ εξώφυλλο ( να μάθετε να μην παρασύρεστε απο εξώφυλλα , όπως η υποφαινόμενη ) Σεξιστική μαλακία ολκής.
4 αστέρια. Δεν απέδωσε 100% στις υποσχέσεις που έδωσε στην αρχή (το βιβλίο, εννοώ), αλλά μου άρεσε πολύ και ανυπομονούσα να συνεχίσω το διάβασμα κάθε φορά. Μου θύμισε τα παλιά της Φακίνου, Η Μερόπη ήταν το πρόσχημα, Ζάχαρη στην άκρη (διαβάστε τα αν σας άρεσε το "Μοτέλ Μορένα")
Κάποιες φορές το παραέκανε με τον σουρεαλισμό, συγκεκριμένα στις σκηνές που ήταν ατόφια τα θεατρικά έργα (που ήταν, βασικά, λίγο βαρετά; απόλυτο βαρετό highlight, εκείνο το έργο που οι 2 χαρακτήρες απλά επαναλάμβαναν ο ένας τις φράσεις του άλλου), αλλά τι να γίνει, κανείς δεν είναι τέλειος. Ούτε είναι αυτό το βιβλίο το hit bestseller της χρονιάς που θα λατρέψουν όλοι. Σε εμένα, πάντως, την έκανε την δουλειά.
Δήθεν σουρεαλισμός, δήθεν συμβολισμοί, δίχως πλοκή, με ανθρώπινες καρικατούρες για πρωταγωνιστές, δήθεν σκοτεινό, με δήθεν διαλόγους δίχως ουσία και νόημα, ένα δήθεν απ’ το εξώφυλλο μέχρι το τέλος, μισό αστεράκι με το ζόρι
Και το ξεκινάω..... Τελείωσε σε μιάμιση μέρα. Το βιβλίο ξεκινάει με μια πολύ δυνατή σκηνή,αφηγουμενη μέσω του ελαφιού,του δυσμοιρου αυτού ζώου που τράκαρε με το βαν του ιδιόρρυθμου κουιντετου που απαρτίζει τον πρωταγωνιστικό θίασο. Ωραία λέω,ξεκινάμε καλά.... (Τελικά ελάφι είναι στο εξώφυλλο. Σε όλο το βιβλίο εξαχνα τι σχέση έχει,wanted dead or alive που λέει και ο μποντζοβης) Ο Ρομάν ο σκηνοθέτης ,η γυναίκα του η Θίντα,ο λιγομίλητος φωτιστής Βίκτορ και τα νεαρότερα μέλη ο χαριτωμένος Λεό και η πεταχτουλα Σοφί. Οδεύουν στην τελευταία στάση της περιοδείας τους για το έργο του Ρομάν "Ο κοχλίας της Ιστορίας" . Η ιστορία όλου του κόσμου. Πώς δουλεύει η μηχανή της από μέσα.(από τα λίγα αυτούσια κομμάτια που μας παραθέτει,αδιάφορο τελείως με διαλόγους που απλά ο ένας επαναλαμβάνει τα λόγια του άλλου) "Νιώθεις ποτέ τα μαύρα ελάφια Βίκτορ; (....) Οι στενοχώριες είναι απλά πράγματα,η ζωή έχει κάθε μέρα τέτοια. Μαύρα ελάφια,όμως,όχι. Μόνο όταν σου σκίζεται η ψυχή,όταν νιώθεις ότι ακόμα και η πιο μικρή ψιχαλα,το πιο ελαφρύ αεράκι θα τα διαλύσει όλα. Ότι νικηθηκες από τη ζωή" Κλακέτα,φώτα και πάμε! Φαντάζεσαι το υπόλοιπο του βιβλίου σκοτεινό και ίσως μακαβριο. Τελευταία στάση το νησί του τίποτα. Στην μέση του πουθενά. Σαν σκηνικό. Μπαλώματα βλάστησης,παράταιρα πεταμένα στον ξερό και άγονο βράχο. Ή του ύψους ή του βάθους το τοπίο. Ή μαγευτικό ή αδιάφορο. Το μοτελ που μένουν? Μορένα. Η θεά του θανάτου,του χειμώνα. Στο νησί αυτό γιορτάζουν την ζωή,τον Ήλιο. Ήδη τα πράγματα δεν προμηνύονται καλά. Ο θίασος σιαγα σιγά αποδεκατίζεται. Πρώτος,ο Λεό που φεύγει από μια θανατηφόρα ασθένεια που τον "λιώνει" εν μια νυκτί,στερώντας του την ζωή υπό τις παραισθήσεις ενός νέου λουσμενου στο αίμα. Ο Ρομάν αρχίζει και έχει όνειρα που μεταφράζονται βως κακοί οιωνοι. Παγανιστικές τελετες,ένα νησί κολλημένο στον χρόνο αλλά και ταυτόχρονα στην τωρινή πραγματικότητα. Μια μικροκοινωνια που πιστεύει σε παλαιούς θεούς μαζί με κάποιους κατασκευασμενους. Ένα καρναβάλι,ένα ατελείωτο όργιο και συ να ξύνεις το κεφάλι και να λες γιατί????? Οι χαρακτήρες δεν σου αποκαλύπτονται ,αχνοφαινεται τα τραύματα τους. Αντί όμως να τους καλύπτει ένα πέπλο μυστηρίου,σε εκνευρίζουν. Εγώ προσωπικά έψαξα μήπως είναι συνέχεια κάποιου άλλου βιβλίου και έχω χάσει κάτι επί της ουσίας. Ο Ρομάν πήγε να διδάξει πολιτισμό στους άξεστους. Εγώ τελειώνοντας το ένιωσα "άξεστη" ,ότι δεν κατάλαβα τίποτα από ένα σημείο και μετά,ότι δεν κυκλοφορεί σωστά η φαιά μου ουσία,ότι έχω τετράγωνη λογική,ότι ο σουρεαλισμός δεν μου ταιριάζει. Ήμουν σαν γιαπωνέζικο καρτούν,με τα μάτια διάπλατα ανοιχτά και να κοιτάνε προς τα πάνω τα χιλιάδες ερωτηματικά που αιωρούνταν πάνω από το κεφάλι μου. Τοβεξωφυλλο και η πρώτη σκηνή είναι τα μόνα που μου άρεσαν. Και μετά έπρεπε να το είχα κλείσει.
Έχω διαβάσει τα άπαντα του Σταμάτη και ομολογώ ότι κάποια από αυτά είναι από τα πιο αγαπημένα βιβλία μου ever. Το συγκεκριμένο μού έβγαζε διαρκώς ένα. .."γιατί ". Ίσως οι λάτρεις του σουρεαλισμού να το ευχαριστηθούν, απλά εγώ προσωπικά δεν βρήκα πουθενά τη γραφή του Σταμάτη που μου αρέσει.
Συναρπαστικό. Περιγράφει μια δυστοπική κοινωνία που κυβερνάται από τεχνοκράτη όπου παμπάλαιες αρετές και αξίες έχουν καταργηθεί, και τη θέση τους παίρνουν άλλες, απάνθρωπες. Αλλά και πολύ ωμές. Τίποτα παρά μόνο η πραγματικότητα, το απτό, δεν έχει σημασία στη κοινωνία αυτών των αξέστων (πλην ελάχιστων εξαιρέσεων). Από πού εμπνεύστηκε αυτή η ιστορία; Δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς. Ήδη σε κάποια μέρη του κόσμου υπάρχουν ήδη λίγο-πολύ τέτοια καθεστώτα. Ίσως εμπνεύστηκε από κάπου. Πρέπει να σου αρέσει η τέχνη και να έχεις μια τέτοια κλίση ίσως για να το εκτιμήσεις. Όπως και να έχεις ζήσει σε άλλους τόπους. Καταφέρνει παρ'όλο το σουρεαλισμό της να πείθει. Ένα άλλο πράγμα που εκτίμησα ήταν οι περίτεχνες περιγραφές των τοπίων και των κτηρίων. Το τέλος ήταν πολύ ωραίο. Σε αντίθεση με «εκείνους», εμένα δεν με προβληματίζει το αινιγματικό του χαρακτήρα!