Στο τρένο Αθήνα – Καλαμπάκα, άνοιξα αυτό το τευχίδιο που για χρόνια έπιανε σκόνη. Είναι τόσο μικρό που νομίζω δεν ήμουν σίγουρη πως όντως υπήρχε.
Ο Ιταλός φιλόσοφος Giacomo Leopardi, φτιάχνει πολλές περσόνες που του μοιάζουν και ο μοναχικός φιλόσοφος Αμέλιος είναι μια από αυτές. Ο Αμέλιος λοιπόν, ένα πρωί όπως όλα τα άλλα, στοχάζεται και ξαφνικά χώνεται βαθιά στην ιδέα πως τα πουλιά είναι τα πιο ευτυχισμένα πλάσματα επί γης. Αυτή η σκέψη γεννιέται και θεριεύει με ένα μικρό κολιμπρί που πεταρίζει στο παραθυρό του και τον ευφραίνει, τον χαροποιεί, του ζεσταίνει την ψυχούλα. Πώς να το θέσει κανείς αλλιώς, πέρα από το ότι η γαλήνη αυτή, η δυσανάλογη ευτυχία με το μέγεθός τους, είναι μεταδοτική. Και πάνω απ’ όλα, αυτή η ευτυχία φαίνεται να είναι ολοκληρωτικά αυθεντική και γνήσια.
»Όπως ο Ανακρέοντας, τέλος, επιθυμούσε να μεταμορφωθεί σε καθρέφτη, προκειμένου να τον θωρεί διαρκώς εκείνη που αγαπούσε, η σε φόρεμα για να την ντύνει, η σε άρωμα για να τη μυρώνει, η σε νερό για να την πλένει, η σε ζώνη που θα την έσφιγγε γύρω από τον κόρφο της, η σε μαργαριτάρι που θα φορά γύρω από το λαιμό, η σε υπόδημα που με το πόδι της θα το πατά· έτσι και εγώ, για λίγο, θα ήθελα να μεταμορφωθώ σε πουλί για να απολαύσω εκείνη την απόλαυση και τη χαρά της ζωής τους ... ≫.