Ύστερα απ' τις πλατιές μυθιστορηματικές συνθέσεις σε έντεκα τόμους -"Οι Πανθέοι", "Η Αίθουσα του Θρόνου", "Οι Φρουροί της Αχαΐας", "Οι τελευταίοι εγγονοί", "Τα παιδιά της Νιόβης"- ο δημιουργός τους αιστάνθηκε την ανάγκη να εκφραστεί ξανά με το διήγημα, που υπήρξε η πρώτη εκδήλωσή του στα Γράμματά μας, το 1943, με τους "Θαλασσινούς Προσκυνητές".
Στα διηγήματα της συλλογής "Αγία Νεότητα", που διαδραματίζονται σε διάφορες εποχές, απ' τα προεπαναστατικά χρόνια ως τις μέρες μας, ο Τάσος Αθανασιάδης επιχειρεί να αποδώσει -όπως, άλλωστε, και στο μυθιστορηματικό έργο του- το ύφος και το ήθος της ελληνικής κοινωνίας στις χαρακτηριστικότερες περιόδους της. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου).
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ: Ευγνωμοσύνη σ' ένα διαρρήκτη Αγία νεότητα Ζωή κλεμμένη Ο καθηγητής Ευαγγελόπουλος είναι πάντα "εν ενεργεία" Η μοιραία καβαλίνα Γραμμένο πάνω στο νερό Τι κόσμος! Ιδανικοί παράταιροι Η απολογία του ασώτου Τα σπίτια ιστορούν... Άγγελος εκ περάτων Ιλαρή περιπέτεια Εκείνο το καλοκαίρι στην ακτή... Το συναξάρι του άγιου Πολύδωρου
<< Η νεότητα είναι το μόνο αυθεντικό αξίωμα, γιατί το δίνει η φύση που δεν παζαρεύει >>
Τι το ιδιαίτερο θα μπορούσε να έχει το γράψιμο κάποιου που ούτε ζητάει να εντυπωσιάσει, ούτε απορρίπτει εντελώς το νατουραλισμό, μήτε αποδέχεται εξ’ ολοκλήρου το ρεαλισμό;
Η συλλογή είναι μια καθαρή περιγραφή της νεότητας, ιδωμένης με τα μάτια της εμπειρίας, τόσο για την κάθε ατολμία της, όσο και για τα εμπόδια που νοερά ξεπερνά, προτού τα δοκιμάσει, γιατί δε γνωρίζει το όριο του απροσπέλαστου. Είναι ακόμη μια διακρίβωση των αξιών της μεταπολεμικής περιόδου, με ειρωνική ματιά τόσο για τον πουριτανισμό που σύρθηκε μπροστά, όσο και για τους κάλπικους μοντερνισμούς, πάνω στους οποίους στηρίχτηκαν σαθροί μεταμοντερνισμοί. Είναι, απλές ιστορίες, όπου όλα γίνεται να συμβούν, όπως στη ζωή: το τυχαίο, η αρρώστια, ο έρωτας, η διάψευση, το γνήσιο. Είναι, ένα καλοδιατυπωμένο ψηφιδωτό χαρακτήρων.
Πέρασε η ώρα μου και φεύγανε οι σελίδες χωρίς να καταλάβω. Απαλές αφηγήσεις και κάπου – κάπου ακολουθούσε μια στάλα όξινης βροχής.
<< Η ξαφνική επιπλοκή της αρρώστιας του, του είχε προκαλέσει μια παράξενη ευαισθησία, έτσι που να δέχεται τις μεταπτώσεις της, σα δονήσεις μέσα του >>.
Δε θα μπορούσα να ξεχωρίσω κανένα διήγημα, ωστόσο τα ‘’Γραμμένο πάνω στο νερό’’ και ‘’Ιδανικοί παράταιροι'' αντικρίζουν το ένα τ’ άλλο, με τον τρόπο που το ρουμπίνι επιστρέφει τη λάμψη στο σμαράγδι. Αν τα διαβάσετε και κρατήσετε μόνο την ουσία, πιστεύω θα καταλάβετε ποιος ο κοινός εαυτός και ποια η ξέχωρη λάμψη τους.
Ούτε στα ονόματα κοιτάει να ξεχωρίσει. Καλό θα ήταν οι νεότεροι πεζογράφοι να παραδειγματίζονται προτού ξεκινούν να σκαρφιστούν ονοματεπώνυμα, χωρίς ουσία και αξία, για να μείνει ίσως κάποιος αέρας. Τη χάρηκα αυτή την απλότητα, γι’ αυτό το γράφω και όχι για καρφί.
<< κανένας δεν έχει ευθύνη για την ιδιοσυγκρασία του, αφού είναι λίγο – πολύ κληρονομιά του, είναι ωστόσο υπεύθυνος για το χαρακτήρα του, που είναι αποτέλεσμα της θέλησης του, μια και αυτή κατευθύνει τη συμπεριφορά του >>
Δεν υπάρχει διήγημα που να μην τελειώνει με πικρές νότες και γνεψίματα ανθρωπιάς και σε κάθε τέλειωμα ένιωθα μουδιασμένος, προτού γυρίσω σελίδα στο επόμενο. Διστακτικά, το έκανα κι ό τόνος που όλα ξεκινούν, είναι τόσο απλός, οικείος, μουσικός και γλυκός που ξαναβυθιζόμουν. Έπειτα από λίγο, ακολουθεί ένα καρφί, κάποιο υποδόριο αστείο και παρακάτω ένας φιλοσοφικός συνδυασμός, ύστερα μια πολύ λεπτή και μακριά βελόνα τρυπάει το ζυμάρι που έχει ήδη πλάσει και βλέπω χαρακτήρες να ανατομούνται βαθιά.