Ήταν ένα από κείνα τα μαύρα, επιβλητικά οχήματα, σαν τανκς με σκούρα παράθυρα και ακατάληπτες πινακίδες που φαίνονταν πότε πότε μες στην κυκλοφορία σαν νεκροφόρες, αυτοκίνητα που μπροστά τους όλοι παραμέριζαν, γιατί ήξεραν χωρίς να χρειάζεται να ρωτήσουν ότι δε μετέφεραν συνηθισμένους ανθρώπους και το καλύτερο θα ήταν απλώς να προσπεράσουν.
Γκλόρια, βούλωσε το και πήγαινε φέρε το γλυκό του κυρίου Σεμπέρε, την έκοψε η αφεντικίνα της, δίνοντας της να καταλάβει ότι εκεί μέσα ακόμα και η έκφραση της κακίας ακολουθούσε την ιεραρχική τάξη.
Ένα στοιχείο που κερδίζει, είναι, η εναλλαγή ανάμεσα σε λεπτά ειρωνική, σχεδόν υπαινικτική γραφή με καλό χιούμορ, και, σε διαλόγους γρήγορους, με έντονο σαρκασμό. Ένα διαρκές κυνηγητό να ανατρέψει το ανέφελο και το ανώφελο. Μπορώ να πω ότι το βράδυ της Πρωτοχρονιάς ήταν ανήσυχο. Αδημονούσα ν’ ανταλλάξω ευχές,να πιω το καθιερωμένο κατιτίς να με κάνει κουδούνι και να επιστρέψω στο ωραίο μου βιβλίο, παρέα με καταπαγωμένη κόκα και τη μουσική μου. Οι λαμπτήρες έβγαζαν θερμό φως, η πρώτη νύχτα σε λίγο θα πέθαινε για να ανατείλει το πρώτο φυσικό φως, κάτω απ’ το πάπλωμα αισθανόμουν ευχάριστη, την τεχνητή ζέστη, του υποστρώματος κι η κόκα μου ήταν ακόμη δροσερή, αν και λίγο ξεθυμασμένη. Η δράση συνεχής, χαρακτήρες με υπόσταση και σκοτεινιά, ένα κοκοράκι από κάπου απέναντι μου αποσπούσε την προσοχή, ο ρυθμός πιο χαλαρός, έδινε στην ατμόσφαιρα το δικαίωμα του παλιόφιλου, με τον απόηχο να χρωματίζεται απ’ όλα εκείνα τα μυαλά που οι θηριωδίες τους απέδειχναν διαρκώς ότι ο πραγματικός εφιάλτης ξεκινά από ‘κει και μόνο.
Υπάρχουν εποχές που είναι πιο τιμητικό να ζεις ξεχασμένος παρά να ζεις δοξασμένος.
Στη σελ. 157 δε μπορείς να μη θαυμάσεις πως ενώ η αποκάλυψη είναι αναμενόμενη, απ’ όλα εκείνα τα στοιχεία που μαζεύεις αθέλητα, ώστε να ξέρεις ποιος είναι τι, δεν απογοητεύεσαι. Ίσα – ίσα αδημονείς περισσότερο, γιατί έχεις ακόμα 320 σελίδες να ταξιδέψεις με τη μεθυστική γραφή του Θαφόν, ανησυχαστικά, αιματηρά, σαρδόνια, με πολλά αρώματα.
Εκείνα τα χρόνια η επιστήμη δεν είχε λύσει ακόμα το αίνιγμα του γιατί ο χρόνος μέσα στα νοσοκομεία χάνει την ιλιγγιώδη ταχύτητα με την οποία κυλάει κανονικά
Σε αυτό το βιβλίο, ίσως και σε πολλά άλλα μέρη, λιγότερο ή περισσότ��ρο σχετικά με τη λογοτεχνία, συναντάμε δύο είδη ανθρώπων του καθήκοντος: αυτούς που έχουν φάει τόσα πολλά σκατά, ώστε να θέλουν να πεθάνουν ξεχασμένοι και εκείνους που κάνουν το κύκνειο άσμα, γιατί τα μάτια όταν κλείνουν, ακούγονται μόνο κραυγές.
- … πιστεύετε ότι το κατάπιαν;
- απλώς σπείραμε την αμφιβολία. Όταν έρχεται η ώρα να πεις ψέματα, αυτό που πρέπει να ‘χεις κατά νου δεν είναι η αληθοφάνεια της ιστορίας που σκαρφίστηκες, αλλά η απληστία, η ματαιοδοξία και η βλακεία αυτού που θα την ακούσει.
- Αυτό που υπαινίσσεστε είναι τρομερό.
- Όπως το δει κανείς. Σε τούτη την κωμωδία που είναι ο κόσμος μας, με τις μαϊμούδες που φορούν μεταξωτά, η απάτη είναι το κονίαμα που κρατάει ενωμένα όλα τα κομμάτια του παχνιού. Ο κόσμος – από φόβο, αδιαφορία, ή κουτορνιθίαση – συνηθίζει τόσο να λέει ψέματα και να επαναλαμβάνει τα ψέματα των άλλων, που στο τέλος ψεύδεται ακόμα κι όταν πιστεύει πως λέει αλήθεια.
Η αμερικάνικη – κυρίως – τηλεόραση έχει εφοδιάσει τη μνήμη και έχει χαλκεύσει τη φαντασία μας, με πολλές σκηνές δράσεις σε παλιά εργαστήρια και χώρους με πάμπολλα αντικείμενα σε διάφορα στάδια εγκατάλειψης. Θέλει προσπάθεια και κάποιο ταλέντο για να περιγραφεί κάτι τέτοιο στο χαρτί, χωρίς να αποπνέει φτήνια, κακογουστιά κι επανάληψη και ως ένα βαθμό να έχει κάτι δικό του. Θαρρώ πως ο συγγραφέας τα καταφέρνει.
Πρώτα πυροβολείς στα πόδια, κάτω απ’ τα γόνατα. Και περιμένεις. Τον βλέπεις να σέρνεται. Μετά του ρίχνεις μια σφαίρα στην κοιλιά. Και περιμένεις. Να τον δεις να σφαδάζει. Μετά του ρίχνεις άλλη μια στη δεξιά μεριά του στήθους. Και περιμένεις. Περιμένεις να γεμίσουν τα πνευμόνια του αίμα και να πνιγεί μες στα ίδια του τα σκατά.
Ένα απ’ τα ντεζαβαντάζ έγκειται στην επανάληψη ορισμένων μοτίβων, που αρέσουν στο συγγραφέα, σε διαφορετικούς χαρακτήρες. Σαν ευρήματα τα χρησιμοποιεί με ευχέρεια, αλλά δεν ταιριάζουν απαραίτητα. Κι ενώ οι χαρακτήρες είναι πειστικοί και ο συγγραφέας στις μεταμορφώσεις του, διατηρεί το φύλο τους, λιγότερο ή περισσότερο όλοι θυμίζουν το Φερμίν. Στα συν πάντως ότι ο συγγραφέας δε διστάζει να θυσιάσει χαρακτήρες, όσο καλοκαμωμένοι κι αν είναι. Αυτό προσφέρει αληθοφάνεια και την αγωνία, επειδή όλα είναι πιθανά. Το κακό είναι πως κάπου μετά τη σελίδα 250 κάνει μια βραχύβια κοιλιά, απ’ την οποία μάλλον δεν ήξερε πώς να βγει κι αναλώθηκε σε ανταλλαγή ευφυολογημάτων, καρυκευμένων απ’ το χαρακτήρα του Φερμίν, όποιος κι αν μιλούσε. Όμως το μεγαλύτερο ίσως φάουλ γίνεται εκεί που πάλι αποκτά ροή, στο σημείο που αφορά το ημερολόγιο της Ισαβέλα. Γράφεται ως ψυχορράγημα και όμως παραμένουν αυτοί οι α λα Φερμίν, αστεϊσμοί, που είναι άκαιροι και μου άφησαν μια άσκημη γεύση. Δεν διευκολύνουν αν αυτή είναι η πρόθεση. Χαλάνε και στερούν την εμπιστοσύνη.
Γιατί το λένε αϋπνία όταν αυτό που εννοούν είναι συνείδηση;
Νομίζω επίσης, πως αυτό που πραγματικά δε μπορώ να συγχωρήσω στο συγγραφέα, είναι, πως το Κοιμητήριο υπήρξε κάτι μυθικό κι εδώ έγινε ένα απλό καταφύγιο, με πεπερασμένες διαστάσεις. Και μαζί πως χάθηκε αυτό το στοιχείο της αναλγησίας της χρονικής περιόδου του Φράνκο, απ’ το δεύτερο τόμο, απ’ την ατμόσφαιρα που την έκανε, να είναι σχεδόν η ίδια, χαρακτήρας. Δίνει τη θέση της στη δράση στα στενά πλαίσια της ιστορίας και στις εξηγήσεις. Και απ’ αυτή την άποψη δεν υπάρχουν παράπονα: όλα εξηγούνται. Μόνο που μερικές φορές είναι το τελευταίο που αναζητάς σε μια καλή ιστορία, αν θες να σωθεί στη μνήμη και να γεννήσει φως όταν πια θα έχεις κλείσει, το βιβλίο.
Τέλος, η λέξη που έχω στο νου μου, είναι η λέξη ΄΄πικρίλα’’. Οι τελευταίες 70 σελίδες είναι μια πάρα πολύ μεγάλη κατακλείδα που χρειάζεται γερά νεύρα, διότι η τάση για ευκαιρίες διαρκώς για ευφυολογήματα δε σταματά. Είναι κουραστική, φλύαρη, προσθέτοντας 70 σελίδες που δεν τις είχε ανάγκη. Όποιος κι αν μιλάει, είναι σα να μιλάει παντού και πάντοτε ο Φερμίν, δίνοντας πάσες στον εαυτό του, αν και η ευτυχής εμφάνιση του Χουλιάν Καράξ ευτυχώς διατηρεί το προσωπικό της σφρίγος. Σε αντίθεση με το διάλογο του 30χρονου Ντάνιελ με το 10χρονο γιο του που μοιάζει εντελώς εκτός πραγματικότητας. Χάθηκε το μέτρο, η συνέπεια, η ισορροπία. Δε ζήτησα εγώ απ’ το συγγραφέα να τελειώσει την ιστορία οριστικά σε αυτό τον τόμο, ήταν επιλογή του, που έμοιαζε σα να μετάνιωνε τελευταία στιγμή, ή σα να μην ήξερε πώς να τελειώσει ύστερα από 5 βιβλία.