"Τον αγάπησα πολύ τον Κώστα. Για πολλά πράγματα. Άλλα τα ξέχασα, άλλα τα μπέρδεψα. Ένα πράγμα όμως κράτησε την αγάπη μου για αυτόν ζωντανή. Μ' έκανε πάντα να θυμάμαι ποια είμαι. Με κοίταζε και αμέσως καταλάβαινα. Αυτό είσαι, σκεφτόμουν, αυτό το μπλε. Και, αντί για καρδιά, έχεις μία γραμμή. Όποτε θέλει, χωρίζει τον κόσμο στα δυο και, όποτε θέλει, σε βάζει στη μέση να τον βαστάς." Μια απομονωμένη γυναίκα ανεβοκατεβάζει μια σημαία για να εξιστορήσει τα πάθη των ανθρώπων που αγάπησε, τα λάθη και τις πληγές τους. Εμπνευσμένο από τη ζωή της Δέσποινας Αχλαδιώτη, της επονομαζόμενης "κυράς της Ρω", το κείμενο αυτό αποτελεί έναν σπαρακτικό ύμνο στη ζωή με τα μάτια μιας γυναίκας που κουβαλάει τα όνειρα και τη φωνή όλων μας. Πρόκειται για την τρυφερή ιστορία ενός τόπου και του λαού του, για μια ποιητική καταγραφή της σκληρής πραγματικότητας που οδηγεί στην προσωπική λύτρωση. Μέσα από την αφήγησή της, η κυρά της Ρω ενσαρκώνει την ελπίδα ότι στις δυσκολότερες περιόδους, η ανθρωπιά δεν είναι υπόθεση των πολλών αλλά του καθένα μας χωριστά. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας και σεναριογράφος, ο Γιάννης Σκαραγκάς έχει στο ενεργητικό τα βιβλία Επιφάνεια (2002), Η πατρίδα της αφής (2004), Το αινιγματικό βλέμμα του αγγέλου (2008), Ο ουρανός που ονειρεύτηκες (2014) και Τρία θεατρικά (2015), ενώ συμμετείχε στην ανθολογία Mode und Moden (Ελβετία, 2016). Έχει εργαστεί για πάνω από μία δεκαετία στον χώρο της τηλεόρασης και του κινηματογράφου. Γράφοντας στα ελληνικά αλλά και στα αγγλικά, διηγήματα και ποίησή του δημοσιεύονται την τελευταία δεκαετία σε αμερικανικά έντυπα όπως World Literature Today, Copper Νickel, American Chordata, The Charles Carter, Tower Journal, Spilled Milk, Midnight Circus κ.ά. Είναι μέλος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων και υπότροφος του ιδρύματος Fulbright. Έχει γράψει επτά θεατρικά έργα στην Ελλάδα και το εξωτερικό και έχει τιμηθεί ως συγγραφέας από κορυφαία ιδρύματα στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ.
Η Κυρά της Ρω (1890-1982) που το πραγματικό της όνομα ήταν Δέσποινα Αχλαδιώτη, υπήρξε μέλος της Αντίστασης κατά την περίοδο της Κατοχής και επί σαράντα χρόνια (από το 1943 ως τον θάνατό της) ύψωνε την ελληνική σημαία στην ακριτική νησίδα της Ρω κάθε πρωί και την κατέβαζε με τη δύση του ήλιου. Στη Ρω είχε εγκατασταθεί με τον άντρα της και την τυφλή μητέρα της από το 1924. Ο κύριος Γιάννης Σκαραγκάς εμπνέεται από αυτήν την ηρωική γυναίκα και γράφει έναν εξαιρετικό μονόλογο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κριτική.
Το βιβλίο αποτελείται από 80 σελίδες ώριμες, μεστές, καίριες, καλογραμμένες, με κάθε παράγραφο να δημιουργεί μια ολόκληρη, αληθινή και λεπτομερέστατη σκηνή ενώ κάθε σελίδα ζωντανεύει μοναδικά τη γυναίκα, το ήθος της εποχής, τις συνθήκες ζωής του ακριτικού Καστελόριζου στις αρχές του 20ού αιώνα, τον τόπο και τη ρουτίνα τους. Ο συγγραφέας, που τον γνώρισα από τον «Ουρανό που ονειρεύτηκες», έχει ένα αξεπέραστο λυρικό και δυνατό στυλ, πλούσιο λεξιλόγιο και μια ανεπανάληπτη ενάργεια στη γραφή του. Έτσι κι εδώ, αντί να περιγράψει μια ζωή θα έλεγα μονότονη, αν εξαιρέσεις το πάθος και την αγάπη της Δέσποινας Αχλαδιώτη για τον Άνθρωπο, την Ειρήνη, την Πατρίδα, επέλεξε να φωτογραφίσει με ατμοσφαιρικό τρόπο στιγμιότυπα από τη ζωή της γυναίκας Δέσποινας και του συζύγου της, τη δυσκολία του βιοπορισμού, τον ηρωισμό στις δύσκολες στιγμές της πατρίδας τη δεκαετία του 1940 και να χαρίσει στο αναγνωστικό κοινό μια καρδιά που πάλλεται ακόμη, τόσα χρόνια μετά τον θάνατό της, από ζωή, ιδεαλισμό και οικουμενισμό.
Παράγραφοι που μου έφεραν δάκρυα στα μάτια, που με πείσμωσαν, που δεν ήθελα να τελειώσουν γιατί ήξερα πως θα άρχιζα αυτό το βιβλίο ξανά αμέσως μόλις το τελειώσω. Και το έκανα, για να ξεκουκίσω το ταλέντο του συγγραφέα, να καταλάβω τι με πρωτοκέρδισε, η γραφή ή οι εικόνες που δημιούργησε. Ένα συμπυκνωμένο κείμενο που θέλει να πει πράγματα και το κάνει, που θέλει να γεμίσει τον αναγνώστη συναίσθημα και ένταση και το πραγματοποιεί αφειδώς. Λέξεις, αράδες, ένα σύνολο ξομπλιασμένο με ρομαντισμό, ένταση, ρεαλισμό και αλήθειες, όλα σωστά υπολογισμένα και στο σωστό μέτρο. Ο συγγραφέας μέσα από το κείμενο καταγράφει τις δικές του σκέψεις για τον φόβο απέναντι στον Θεό, για τη θέση της γυναίκας σε μια κλειστή και ανδροκρατούμενη κοινωνία, για τον ρόλο που έπαιξε αυτή η ηρωίδα μπροστά στον κατακτητή και πολλά άλλα.
Η ζωή του νησιού δόθηκε μέσα σε μία και μόνη παράγραφο: «Αυτό ήταν το νησί μας, Αυτοί ήμασταν κι εμείς. Ευγενικοί κι επίμονοι. Σαν τις φωτογραφίες που βγάζαμε όλοι μαζί. Μία βγάζαμε στον γάμο σου και μία στην κηδεία σου… Και στη χαρά και στον πόνο, αγέλαστοι ήμασταν. Για να μη βλέπει ο άγιος τα μούτρα, αλλά τα κορμιά. Να μην ξεχωρίζει. Αγέλαστοι και πολλοί. Ένας έφευγε, δέκα έρχονταν. Να βλέπει ο άγιος το μπούγιο και να χάνει το μέτρημα» (σελ. 12).
Η θέση της γυναίκας και η τυφλή υπακοή της στον αφέντη που παντρεύτηκε ή την έφερε στον κόσμο ξεχείλισε από ένταση και διαχρονικότητα μέσα σε ελάχιστες λέξεις: «Αυτό ήταν οι γυναίκες. Το θέλημα κάποιου άλλου. Είτε αδελφό τον έλεγες είτε πατέρα είτε τον Θεό τον ίδιο, καλύτερα να έχει δίκιο αυτός παρά εσύ. Καλύτερα να ήσουν το προικοσύμφωνο ενός άντρα, παρά το όνειρο μιας γυναίκας. Όνειρα υπήρχαν για όλες μας. Προικοσύμφωνα όχι» (σελ. 32). Αυτήν την άποψη ο κύριος Σκαραγκάς την αντιδιαστέλλει με την τύχη της Κυράς της Ρω να ερωτευτεί και ν’ αγαπηθεί ταυτόχρονα από τον μέλλοντα σύζυγό της: «Εκείνο το βράδυ κατάλαβα ότι είχα έναν άντρα που, όσο με είχε, εκεί στη άκρη του κόσμου, θα με γλένταγε. Όσο με είχε και τον είχα, θα ήμουν η προσωπική του χαρά. Κι αυτό ακριβώς ήθελα να είμαι. Το γλέντι ενός άντρα που, είτε πατάει στη γη είτε στη χαράδρα είτε στον αέρα, θα με κοιτά και θα γιορτάζει» (σελ. 42).
Και εδώ μία από τις ελάχιστες συναισθηματικές εξάρσεις που αφορούν την πατρίδα μας: «Αυτή είναι η Ελλάδα. Με το ένα μάτι περιμένει τον σύμμαχο και με το άλλο τον εχθρό. Και αυτήν την ερημιά ανάμεσα στους δύο την περνάει για ζωή» (σελ. 66).
Η «Κυρά της Ρω» είναι ένα τρυφερό και σκληρό ταυτόχρονα κείμενο, που με αφορμή την προσωπικότητα αυτού του χαρακτήρα-ορόσημο βυθίζεται στον ψυχισμό της γυναίκας και της κλειστής ακριτικής νησιωτικής κοινωνίας για να ξεχωρίσει τις χαρές του έρωτα, την κόψη της Αντίστασης και την υποτακτικότητα του «αδύναμου» φύλου, αποφεύγοντας να τονίσει τυχόν εθνικοπατριωτικές υπερβολές ή να αφηγηθεί στερεότυπα μια απλή σχετικά ζωή. Ο κύριος Σκαραγκάς για άλλη μια φορά έγραψε ένα εκπληκτικό κείμενο με συναίσθημα, ιδέες και ιδανικά.
Οι περισσότεροι έχουμε ακούσει για την κυρά της Ρω, όμως ελάχιστα γνωρίζουμε πραγματικά για της ζωή της. Πως βρέθηκε εκεί, πως ζούσε, τι σκεφτόταν. Αυτό το μικρό βιβλίο είναι μια τέτοια μυθοπλαστική εξομολόγηση της Δέσποινας Αχλαδιώτη, δε γνωρίζω πόσο κοντά είναι στην πραγματικότητα, μεταφέρει όμως συναισθήματα που με κάνουν να πιστεύω ότι θα μπορούσε και να είναι.
Μια γυναίκα σύμβολο μιας εποχής, μια γυναίκα σύμβολο κάθε εποχής. Η Δέσποινα Αχλαδιώτη, η δική μας "κυρά της Ρω" πρωταγωνιστεί στην λυρική αφήγηση του Γιάννη Σκαραγκά. Δυναμική, ενάντια στην πατριαρχία, ακολουθεί την καρδιά της, ορίζει το πεπρωμένο της, αδιαφορώντας για κάθε κόστος.
" Αυτό το λίγο ακόμα ήμουν. Αυτή η ανάμνηση που μοιάζει με τη ζωή."
Μεγαλείο ψυχής η Κυρά μας, βρέθηκε να παλεύει σ' έναν ερημότοπο, με τους ανέμους του Αίολου, του πολέμου, της απανθρωπιάς, μα πάνω απ' όλα με αυτόν τον άγριο άνεμο της απώλειας. Μια απώλεια που βιώνεται ως μνήμη, ως αναβίωση, ως ευλογία που έζησε τον έρωτα, που αγαπήθηκε και αγάπησε τόσο. Μια αγάπη που κρατά φυλαχτό και συντροφιά στο χέρσο βράχο, στο σύνορο μεταξύ ζωής και θανάτου, πίστης και προδοσίας, αγάπης και πόνου, κρατώντας τη σημαία μιας πατρίδας ψηλά, της πατρίδας που είναι οι άνθρωποί της, με τις αδυναμίες και τις λαβωματιές τους. Περιφρουρεί τα ιδανικά της και προστατεύει έναν κόσμο που ο καθένας έχει αξία, διαφυλάσσει την ελπίδα της εξιλέωσης, της λύτρωσης.
"Ένας κακομοίρης από δω, ένας κακομοίρης από κει, τι νομίζεις; Ποιος φυλάει τον κόσμο; Εμείς τον φυλάμε. Η δική μας καμπούρα τον σώζει. Γιατί χωρίς εμάς θα έμεναν με τους ομοίους τους και θα έπαιρνε ο κόσμος φωτιά. Γι' αυτό μας αγαπάει ο Θεός. Δεν σώζουμε τον κόσμο για να συνεχίζουν τα αίσχη τους. Τον σώζουμε ώστε να έχουν το περιθώριο μία μέρα να καταλάβουν. Για να υπάρχει ακόμα κόσμος, αν κάποιος από αυτούς μετανοήσει."
Μια ποιητική καταβύθιση στο ανθρώπινο, στην ιστορία και στο διαρκές αίσθημα της απώλειας. Μικρές συνήθειες που γίνονται τελετουργικό και πατρίδες, η ανάμνηση του σώματος και η προσδοκία των αγαπημένων. Μια εξαιρετική νουβέλα με σαρωτική πρόζα και αφηγηματική δεξιοτεχνία.
"Τ' απομεινάρια μιας γυναίκας που έβαζε τον κόσμο κάθε μέρα στη θέση του" Είναι η γυναίκα που αγάπησε ουσιαστικά την εαυτή της, απαρνήθηκε την οικογένεια και το σπίτι της, πρωτοτυπώντας για την εποχή εκείνη, για ν' ακολουθήσει το δρόμο που εκείνη ονειρεύτηκε.
Από μητέρα τυφλή, στα μάτια και όχι στην ψυχή, μεγάλωσε μια γυναίκα δυναμική που ήξερε να πολεμάει για εκείνη και για ό,τι θεωρούσε δικό της. Έζησε πολέμους, είδε εχθρούς και συμμάχους να εκμεταλλεύονται ό,τι εκείνη θεωρούσε πατρίδα, έχασε άντρα, έχασε μητέρα, έχασε τα πάντα κι απέμεινε μόνη.
Μόνη σε ένα κόσμο σκληρό, που τον πολέμησε σηκώνοντας τη δική της σημαία, "φωνάζοντας" με όλη της την ψυχή καθημερινά το δικό της όχι. Έχασε πολλές πατριδες, γιατί με αυτή την λέξη, στο μυαλό της, δεν οριζόταν μονάχα η γη που γεννήθηκε και μεγάλωσε.
Διαβάζοντας αυτό τον μονόλογο, είδα τη σκληρότητα της πατριαρχίας, τη δυστυχία εκείνων των γυναικών, που νόμιζαν πως η μοίρα τους είναι προκαθορισμένη. Είδα τη δική μου γιαγιά, μέσα από τα λόγια της. Μου μίλησε για αγάπη και για έρωτα. Μου μίλησε για δικαιώματα και ελευθερία. Μου είπε λόγια τρυφερά εξιστορώντας τη δική της ιστορία.