"Η είσοδος σε μια θεατρική αίθουσα θα μπορούσαμε να πούμε πως γεννά την προσδοκία της ψυχαγωγίας. Πληρώνουμε το αντίτιμο μιας αναπαυτικής θέσης και περιμένουμε να απολαύσουμε όσα θα λάβουν χώρα μπροστά μας. Ως θεατές. Από τα πρώτα ήδη λεπτά όμως της παράστασης, αντιλαμβανόμαστε πως ο θίασος του "Στέλλα κοιμήσου" δεν μας έστησε απέναντι στη θεατρική σκηνή για να μας προσφέρει θέαμα. Μας υπενθυμίζει πως οι θέσεις του θεάτρου δεν είναι οι σεζ λονγκ κάποιας παραλίας. Αντίθετα, είναι βατήρες κατάδυσης στην άβυσσο που έχουν ανοίξει πάνω στο σανίδι, και η βουτιά σε αυτήν δεν είναι θέμα επιλογής. Οι χαρακτήρες του έργου, σαν ψάρια-πιλότοι, θα μας αναγκάσουν να πλεύσουμε μαζί τους με το κτήνος."
Δυστυχώς δεν το έχω δει στο σανίδι. Σαν κείμενο έχω να πω πως μένει πιστό στο ύφος του Οικονομίδη, όπως το γνωρίσαμε οι περισσότεροι/ες από τις ταινίες του γνωστού σκηνοθέτη (σπιρτόκουτο, μικρό ψάρι κ.α.). Υπάρχει ένταση λοιπόν, βία και σκληρότητα. Οι ατάκες έρχονται σαν απανωτά μαστίγια, για να αναδείξουν το πόσο βάναυσες μπορούν να γίνουν οι ανθρώπινες σχέσεις.
Στο "Στέλλα κοιμήσου" η οικογένεια γίνεται κουρέλι. Οι συγγενικές σχέσεις που μας παρουσιάζονται στερούνται αγάπη και σεβασμό. Όλοι και όλες καλούνται να αναλάβουν έναν "ρόλο" που θα εξασφαλίσει την ευμάρεια της φαμίλιας.
Ένα συμφέρον, βέβαια, που το αναγνωρίζει, το προασπίζεται και το καρπώνεται κυρίως ένας. Ο πατέρας. Η εξουσία του, φυσικά, αν αμφισβητηθεί πρέπει να αποκατασταθεί και ο "παραβάτης" να κατακεραυνωθει.
Είναι αδιάφορο νομίζω ποιο είναι το "παραστράτημα" και από ποιον χαρακτήρα. Το σημαντικό είναι πως γίνεται. Η σπίθα σε ένα σπίτι γεμάτο μπαρούτι. Και παρόλο που ολοι-ες φαίνεται να ασφυκτιούν, εν τέλει συμβάλλουν συλλογικά στην αποκατάσταση της τάξης. Και ο παραβάτης εκμηδενίζεται.
Για εμένα το έργο ήταν μια νωπογραφία του κακού, της καταπίεσης και της μνησικακίας. Μια μεταφορά για την εξουσία που έρχεται να συντρίψει καθετί της πάει κόντρα, ακόμα και αν αυτό το κατι δεν την απειλεί ουσιαστικά.
Δεν υπάρχει άλλος σκηνοθέτης αυτή την στιγμής στην Ελλάδα που να έχει καταγράψει με τόση λεπτομέρεια και ρεαλισμό την ψυχοσύνθεση του νεοέλληνα και την διάρθρωση της μέσης ελληνικής οικογένειας. Ο Οικονομίδης κρατάει έναν καθρέφτη στον κοινό, δεν τον απασχολεί να κρατήσει τίποτα απόκρυφο ή μυστηριακό. Το θέμα και η ελπίδα είναι ίσως αν παρατηρήσουμε μια εκδοχή του εαυτού μας από έξω να μπορέσουμε να την αλλάξουμε.