«Εάν δεχθούμε πως η κάθε γενιά αποτελεί-μεταξύ των άλλων-και μιαν ευρύτερη παρέα, μια διαρκή συνέλευση συνομιλήκων περίπου ανθρώπων οι οποίοι έρχονται ταυτόχρονα αντιμέτωποι με τα ίδια καθοριστικά γεγονότα και διαμορφώνουν από κοινού τα οράματα και τους εφιάλτες τους, η κάθε γενιά έχει τον πολυφίλητο κεκοιμημένο της. Εκείνον που χάθηκε στη λάμψη επάνω της πρώτης νιότης του, αφήνοντας όσους έμειναν πίσω άλαλους από το παγωμένο άγγιγμα του θανάτου. Εκείνον που στην εν ζωή γοητεία του προστέθηκε το φωτοστέφανο του ανέγγιχτου απ’ τη φθορά, του άτρωτου από το γήρας. Εκείνον που θα παραμείνει στους αιώνες σχεδόν έφηβος.»
Από «Το σοφό παιδί» μέχρι σήμερα έχουν περάσει είκοσι πέντε χρόνια και ο Χρήστος Χωμενίδης δημιουργεί ένα βιβλίο με λίγο περίεργο τίτλο και διάφορα μικρά ή λίγο μεγαλύτερα κείμενα που θα μπορούσαν κάλλιστα να αποτελέσουν μια συλλογή διηγημάτων. Τα συγκεκριμένα κείμενα όμως, όπως μας πληροφορεί ο ίδιος ο συγγραφέας στο σημείωμα του στην αρχή του βιβλίου, είχαν δημοσιευθεί σε μια πρώτη μορφή σε εφημερίδες, περιοδικά και διαδικτυακούς τόπους από το 2009 έως το 2017. Στην πορεία και ξανακοιτάζοντας τα διαπίστωσε ότι όλα μαζί αποτελούν μια ενότητα με στοιχεία μυθοπλασίας και αναφοράς στην πραγματικότητα. Μέσα τους διακρίνουμε πρόσωπα, ανθρώπους, γεγονότα και τοπία και μας καλεί να δούμε το παρόν βιβλίο ως μια απόπειρα συλλογικής αυτοβιογραφίας.
Ο τίτλος του νέου βιβλίου του Χρήστου Χωμενίδη ίσως είναι ένας από τους μακροσκελείς τίτλους που έχω δει ποτέ σε βιβλίο και σίγουρα ξεφεύγει από τα τετριμμένα. «Όσο πιο δυνατά με έδερνε, τόσο πιο δυνατά του τραγουδούσα». Θα σκεφτεί κανείς το εξής… Που να αναφέρεται άραγε; Τι είχε στο μυαλό του ο συγγραφέας όταν διάλεγε τίτλο για το βιβλίο του; Ο τίτλος, λοιπόν, έχει να κάνει με μία από όλες τις ιστορίες που συγκέντρωσε ο Χωμενίδης στο συγκεκριμένο βιβλίο και φέρει τον ίδιο ακριβώς τίτλο. Πρόκειται για την ιστορία του Δημήτρη, ενός πενηντάρη που έχει ένα μικρό μπαρ στην Κέρκυρα. Ενός ανθρώπου που σίγουρα θα μπορούσε να είναι η προσωποποίηση της φράσης: «Το αύριο θα είναι καλύτερο από το χθες». Στη σημερινή εποχή που όλα είναι κάπως εύθραυστα αυτή η φράση τείνει να θεωρηθεί ειρωνεία. Πως θα μπορούσε το αύριο να είναι καλύτερο από το χθες όταν όλα γύρω μας μοιάζουν έτοιμα να καταρρεύσουν; Ο πρωταγωνιστής αυτής της ιστορίας, γεννημένος το 1960 και έχοντας βγάλει μόνο το δημοτικό, μοιάζει να κάνει έναν απολογισμό της ζωής του αναφερόμενος και στις καταστάσεις που αντιμετώπισε παλεύοντας καθημερινά για τα προς το ζην.
«Για να λέμε την αλήθεια, παλιά όποιος σήκωνε τα μανίκια δεν έμενε ούτε μισή ώρα άνεργος. Θυμάμαι κάθε χάραμα στην πλατεία Ομονοίας, που την έστηναν τα μαστόρια-σοβατζήδες, καλ��υπατζήδες-κι ερχόντουσαν οι εργολάβοι και τους έδιναν μεροκάματο. Το θέμα είναι ότι όλες σχεδόν οι παραγωγικές δουλειές είτε ψόφησαν με τα χρόνια είτε πέρασαν στους μετανάστες. Βιοτεχνία, χωράφι, οικοδομή… Το τελευταίο διάστημα είχαμε γεμίσει με Έλληνες που περιφέρονταν και ξόδευαν κι εγώ τουλάχιστον-που είμαι κι αγράμματος-δεν καταλάβαινα τι δουλειά έκαναν. Οι μάνατζερ με τις αστακομακαρονάδες και οι δημόσιοι υπάλληλοι που γέμιζαν τα πρωινά τις καφετέριες… Τώρα μπορεί να μη φταίνε κι εκείνοι, να μας πήρε μπάλα η παγκόσμια κρίση. Υπάρχει όμως έστω και μια γενιά που να μη τα βρήκε κάποτε πάρα πολύ σκούρα;»
Ο Χωμενίδης αναφέρεται σε όλους και σε όλα με λόγο καυστικό, χιουμοριστικό, εύστοχο, απολαυστικό, ορμητικό και βγάζει προς τα έξω πολλές αλήθειες που δύσκολα τις ξεστομίζει κανείς. Μπλέκει τη μυθοπλασία με τη ρεαλιστικότητα σε ένα ταξίδι στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον. Στα κείμενα του θα βρούμε ηχηρά ονόματα όπως αυτά των Ανδρέα Παπανδρέου, του Μίκη Θεοδωράκη, του Φιντέλ Κάστρο, του Νίκου Μπελογιάννη, του Μένη Κουμανταρέα, της Χαρούλας Αλεξίου, του Πύρρου Δήμα αλλά και ονόματα απλών καθημερινών ανθρώπων. Ο συγγραφέας κάνει λόγο για τη γενιά του Μεσοπολέμου, για την πάλη των τάξεων, για τους μαθητές που αγωνιούν και αγχώνονται για τις πανελλαδικές εξετάσεις, για τη μεταπολεμική Ελλάδα, για τη Χούντα, για κομμάτια της ζωής του. Κάθε κεφάλαιο είναι διαφορετικό από το προηγούμενο αλλά αν τα κοιτάξουμε συνολικά θα δούμε ότι κατά κάποιον τρόπο έχουν μια συνοχή. Γιατί αντικατοπτρίζουν την ελληνική κοινωνία, την καθημερινότητα μας, τις συνήθειες μας, τις σκέψεις μας, τις φράσεις που ξεστομίζουμε. Ο καθένας από εμάς θα μπορούσε να είναι μέρος αυτού του βιβλίου. Μέρος μιας από όλες αυτές τις ιστορίες. Σίγουρα θα αναγνωρίσουμε τον εαυτό μας σε κάποια από αυτές. Ιστορίες που ίσως ζήσαμε στα μικράτα μας, στην εφηβεία μας, στα πρώτα μας νιάτα, στην μετέπειτα πορεία της ζωής μας.
«Κι όμως, το ελληνικό καλοκαίρι είναι ακόμα εδώ. Οι δρόμοι στην Αθήνα έχουν και φέτος τον Αύγουστο ερημώσει σχεδόν. Οι πληθυσμοί των πολυκατοικιών έχουν και πάλι ξεχυθεί στις ακρογιαλιές, ίσως όχι σε πλαζ πολυτελείας και σε μπιτς μπαρ με μοχίτο, αλλά σε σπίτια συγγενών και φίλων και σε κάμπινγκ, που το νερό απ’ το κοινόχρηστο ντουζ κυλάει με το σταγονόμετρο και σου κάνει τη χάρη να σε αφήνει με τα αλάτια. Και όμως, τα παιδάκια εξακολουθούν να πετάνε βότσαλα στη θάλασσα και να παραβγαίνουν ποιανού θα αναπηδήσει περισσότερες φορές. Και οι μεγάλοι (μεγάλος αυτοαποκαλείται όποιος έχει συμπληρώσει τα πέντε) επιμένουν να ερωτεύονται και να λένε φράσεις όπως «πρώτη φορά» ή «για πάντα». Και οι γέροι… δεν παραιτούνται από το να κάνουν σχέδια για το μέλλον.»