Χωρίς μελοδραματισμούς και συναισθηματικές εξάρσεις, με γλώσσα απλή (στη γλώσσα που έμαθε να μιλά για να μη νιώθει ξένος), ο Γκαζμέντ Καπλάνι από τη Λούσνια της Αλβανίας, διηγείται πώς κάποιοι συμπατριώτες του, τον Γενάρη του 1991, πέρασαν τα σύνορα της Αλβανίας για να κατευθυνθούν σ’ έναν νέο, άγνωστο τόπο, και τι ήταν αυτό που άφηναν πίσω τους. Μια πατρίδα που πλήγωνε τους ανθρώπους της δεν ήταν δυνατόν να τους κρατήσει ισόβια κοντά της, με αποτέλεσμα τα κλειστά της σύνορα κάποτε να ανοίξουν και οι μέχρι τότε ανελεύθεροι κάτοικοί της ν’ αναζητήσουν ό,τι πάντοτε ονειρεύονταν: λιγότερη φτώχεια, βία, διαφθορά, βρομιά και υποκρισία, περισσότερο έρωτα κι ελευθερία.
Ένας τέτοιος μετανάστης πρώτης γενιάς («της γενιάς της λάντζας, που τρώει όλη τη σαβούρα της ξενιτιάς, όλη την άρνηση, όλη την περιφρόνηση, όλο τον φόβο»), όπως ο Γκαζμέντ Καπλάνι κι όπως χιλιάδες άλλοι συμπατριώτες του, έπρεπε, αφού περάσει τα σύνορα και δεν τον γυρίσουν πίσω (πράγμα που συνήθως συνέβαινε), να βρει δουλειά. Κι ύστερα σπίτι. Και συγχρόνως να μάθει τη γλώσσα, γιατί χωρίς (καλά) ελληνικά, ούτε δουλειά είχε, ούτε σπίτι. Πασχίζει να τα καταφέρει γιατί πρέπει, όχι μόνο διότι απ’ αυτόν περιμένουν κάτι οι δικοί του πίσω στην πατρίδα, αλλά για να μη γυρίσει αποτυχημένος. Τρέμει την αποτυχία. Φοβάται να γυρίσει πίσω νικημένος. Και δουλεύει. Σαν το σκυλί (και δεν λίγες οι φορές που τον αντιμετωπίζουν έτσι). Ολημερίς. Για να επιβιώσει και να μην είναι διαφορετικός από τους γηγενείς, μήπως με τα χρόνια τον συνηθίσουν ανάμεσά τους και πάψουν να τον αποκαλούν (στις ειδήσεις και αλλού) «λαθρομετανάστη, λαθρόβιο, λαθραίο».
Οι αποκλεισμοί όχι λίγοι: δουλειές μόνο για Έλληνες, φαγητό μόνο για Έλληνες, ζωή μόνο για Έλληνες. Μέχρι κι ελληνικό όνομα του δίνουν, για να αποκατασταθεί, τάχα, η τάξη και η αρμονία των πραγμάτων. Κι εκείνος το δέχεται, έτσι απλά, γιατί «θέλεις να κερδίσεις πάση θυσία τη συμπάθεια των γηγενών κι έχεις καταλάβει πως τα ξένα ονόματα είναι ωραία μόνο όταν τα φέρουν οι τουρίστες, αλλά εσύ δεν είσαι τουρίστας, είσαι ένας ικέτης… Από δω και πέρα ίσως θα έχεις δύο ονόματα: ένα για σένα και ένα για την ξενιτιά. Ένα για δω κι ένα για εκεί. Και το “εδώ” σου τώρα, και ίσως για πάντα, είναι η ξενιτιά.» Κι ίσως του ζητήσουν να βαπτιστεί γιατί είναι απίθανο να τον δεχτούν αν δεν γίνει ίδιος με εκείνους.
Κι ακόμη κι όταν άλλοι είναι αυτοί που εγκληματούν, όλοι πάλι (οι σεμνότυφοι νοικοκύρηδες) θα δείχνουν εκείνον. Αυτόν, τον «βρομο-Αλβανό». Ένα ακόμη στερεότυπο των καιρών. Κι ακόμη κι αν θελήσει να φωνάξει ότι όλοι οι άνθρωποι (Αλβανοί, Έλληνες) δεν είναι ίδιοι, η φωνή της τηλεόρασης αποδεικνύεται δυνατότερη κι ο μετανάστης εξακολουθεί στη συνείδηση του τηλεθεατή – πολίτη να ενσαρκώνει τον ρόλο του απόλυτου κακού. Όλοι μιλούν πολύ γι’ αυτόν, αλλά ποτέ κανείς δεν μιλάει καλά γι’ αυτόν. Ξεχνούν την άγρια εκμετάλλευση που του επιφυλάσσεται καθημερινά (και που κάποιες φορές τον οδηγεί στην αυτοδικία), τα τεράστια κέρδη που αποκομίζει το αφεντικό του από αυτόν ή τα οφέλη που αποφέρει η εργασία του στην τοπική οικονομία. Ξεχνούν το δράμα των προγόνων τους, τον παρελθόντα εαυτό τους, «τον πόνο και την ταπείνωση της ξενιτιάς, το ταλαιπωρημένο πρόσωπο, το χωριάτικο βάδισμα, τη βαριά μυρωδιά του ιδρώτα και του σκόρδου, το φόβο της πείνας και της πενίας, εκείνο το ανυπόφορο “βρομοξένε”, το dreckiger Auslaender στη Γερμανία, το sale race στη Γαλλία, το dirty Greeks στην Αμερική και άλλα πολλά…».
Θα μπορούσε να γράψει ακόμη κανείς πολλά. Για τους μετανάστες, τους πρόσφυγες, τη σκατοψυχιά ορισμένων "δικών" μας, το βιβλίο του Καπλάνι, τον ίδιο τον Γκαζμέντ, που για να επιβιώσει έκανε όποια δουλειά του έδιναν (οικοδόμος, λαντζέρης, περιπτεράς), αλλά και που σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, έγινε διδάκτορας Ιστορίας και Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο, αρθρογράφησε στα “Νέα”, έγραψε βιβλία και (θαρρώ πως) σήμερα ζει στη Βοστώνη, έπειτα από υποτροφία που του απονεμήθηκε από το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ. Η κατακλείδα της κάπως μακροσκελούς αυτής αναφοράς στο Μικρό Ημερολόγιο Συνόρων θα είναι μια υπόμνηση, ότι κάποτε, όχι πολύ παλιά, δεν υπήρχαν διαβατήρια και βίζες, και μια υπενθύμιση, ότι τα σύνορα δεν μπορεί να είναι πάνω από την ανθρώπινη ζωή και αξιοπρέπεια.