Ιστορία δεν είναι οι απόψεις των ιστορικών, είναι οι ζωές των ανθρώπων.
Ένας ζαχαροπλάστης που φτιάχνει την καλύτερη κρέμα στην πόλη. Ένας Κρητικός χωροφύλακας που κάνει σαματά. Μία παρέα από φοιτητές και ο παλιός τους δάσκαλος. Ένα Γάλλος γιατρός που έζησε πολλά. Μία αρτίστα που κεντάει γιασεμιά στον ποδόγυρο. Ένας απότακτος Πελοποννήσιος με σχέδια κρυφά. Γονείς και παιδιά, φίλοι και συνεργάτες, αδέλφια, μοναχικοί λύκοι, ερωτευμένα ζευγάρια. Ένας φόνος, μία παρ’ ολίγον κατάχρηση και μερικά μυστικά.
Από τη Θεσσαλονίκη του Μεγάλου Πολέμου ως τα capital control, οι ήρωές μας παίρνουν φόρα και προχωρούν μπροστά.
Το βιβλίο αυτό ολοκληρώνει την άτυπη τριλογία που ξεκίνησε με τα βιβλία "Απόψε δεν έχουμε φίλους" και "Χορεύουν οι ελέφαντες".
Η Νικολαΐδου μου αρέσει με τον τρόπο που συνδυάζει το παρόν με το παρελθόν της Θεσσαλονίκης και στο συγκεκριμένο βιβλίο το παρελθόν αφορά τον Εθνικό διχασμό κατά την διάρκεια του Α' Παγκοσμίου πολέμου. Στο παρόν πάντα παρών ο Σουκιούρογλου, αλλά αυτή τη φορά είναι σκιά του προηγούμενου εαυτού του, σαν να είναι κάποιος άλλος. Συνολικά το συγκεκριμένο βιβλίο ήταν χειρότερο από τα προηγούμενα [Απόψε δεν έχουμε φίλους (δωσίλογοι στην κατοχή), και Χορεύουν οι ελέφαντες (υπόθεση Πολκ)] κυρίως γιατί δεν αποτυπώνεται ικανοποιητικά το παρελθόν, αν δεν ξέρεις πως δημιουργήθηκε το κράτος της Θεσσαλονίκης δεν θα μάθεις τίποτε σ' αυτό το βιβλίο. "Όσο περνούσαν τα χρόνια, ταμπουρωνόταν περισσότερο στις γνώσεις του, σ' αυτά που ήξερε και πίστευε σωστά. Για τον Σουκ η μόρφωση ήταν τεκμήριο πολιτισμού, απόδειξη ότι ο άνθρωπος δεν είναι πίθηκος: μοιράζεται ιδέες, διαμορφώνει επιχειρήματα, διαφυλάσσει μνήμες." "Είμαστε αυτό που κάνουμε, επανέλαβε η Φανή. Τίποτα παραπάνω, τίποτα λιγότερο." "Οι έφηβοι μπορεί να εκπλήξουν. Μοιάζουν με σπίρτο που δεν κάηκε ακόμα. Ίσως να γίνουν παρανάλωμα. Ίσως να μην ανάψουν ποτέ." "...δεν μετράνε εκείνοι που έχουν γνώμη αλλά όχι γνώση, του πήρε χρόνια να καταλάβει πως δεν αρκεί να κάνεις τη δουλειά καλά, σημασία έχεις να αντέχεις, να αντέχεις την γνώμη των άλλων." "Τώρα μπορούσαν να είναι πιο ελεύθεροι, της είχε πει. Η Κορίνα είχε μάθει πως, όταν κάποιος ανακατεύει τη λέξη ελευθερία στη συζήτηση, δεν είναι για καλό. Στο τέλος θα κατέληγαν σε μπέρδεμα.... Δεν γίνεται να μην αναφερθεί ο Διχασμός, νομίζω ότι είναι αυτονόητο. Άλλη μια λέξη που δεν χώνευε η Κορίνα. Όπου άκουγε πως κάτι θεωρούνταν αυτονόητο, σίγουρα κάποιος ήθελε να περάσει το δικό του." "Ιστορία δεν είναι οι απόψεις των ιστορικών, είναι οι ζωές των ανθρώπων."
Μια παρέα του χτες συναντά το σήμερα. Ένας κουτσός ζαχαροπλάστης που πέτυχε στη ζωή του, ο φίλος του, ένας χωροφύλακας φανατικός οπαδός του Βενιζέλου, μία κόρη ενός χωροφύλακα από την Πελοπόννησο που δουλεύει σε καμπαρέ, ένας Γάλλος γιατρός, απομεινάρι του Βερντέν! Μαθητές και φοιτητές του σήμερα, σπουδάζουν στον καιρό της κρίσης στη Θεσσαλονίκη, προσπαθώντας να επιβιώσουν από τη μία κι από την άλλη να αναπτύξουν αυτό που έχουν άφθονο: το μυαλό τους. Ένας καθηγητής υπεύθυνος στις χρηματοδοτήσεις της Ευρώπης τους βοηθά να αφήσουν την Ελλάδα του σήμερα ενάντια σ’ έναν καθηγητή Λυκείου, που τον αγαπάνε όλοι, και προσπαθεί από την πλευρά του να μεταδώσει το ελληνικό ιδεώδες! Ζωές ανθρώπων του χθες, φωνές νέων στο σήμερα, στη Θεσσαλονίκη του capital control, της οικονομικής κρίσης, του δημοψηφίσματος! Ένα βιβλίο που με ταξίδεψε με την όμορφη γραφή της συγγραφέως και μου έδωσε απαντήσεις σε ερωτήματα που είχα μέσα μου όπως όλοι οι άνθρωποι του σήμερα. Είδα με τη ματιά των νέων την θλίψη και απογοήτευσή τους, τις σκέψεις τους για τη ζωή που θέλουν να ξεκινήσουν ελεύθεροι. Όλα αυτά σε μία πόλη που αλλάζει και στο τότε και στο τώρα, μία Θεσσαλονίκη που προσπαθεί να ενταχθεί στην ιστορία, αλλά και σε μία Θεσσαλονίκη που πονάει και στις δύο αυτές εποχές!!! Περιηγήθηκα στις πορείες με τα όπλα του τότε, αλλά και στην παιδεία του σήμερα. Όλοι και όλα φωνάζουν: Ελευθερία!
Είναι το τρίτο βιβλίο της Σοφίας Νικολαϊδου που διαβάζω και έχω καταλάβει πια πως αργά και σταθερά έχει εξελιχθεί μέσα μου σε μια πολύ αγαπημένη συγγραφέα.
Βιβλίο που διαβάζεται χωρίς διακοπή - το τελείωσα σε λιγότερο από 2 μέρες. Τελευταίο (;) μέρος μιας τριλογίας (Απόψε δεν έχουμε φίλους, Χορεύουν οι ελέφαντες). Η συνταγή γνωστή: ιστορικό μυθιστόρημα αναφερόμενο στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και στο Μακεδονικό Μέτωπο. Παράλληλα, η ιστορία μιας νεανικής παρέας του σήμερα. Οι δυο ιστορίες αλληλοδιαπλέκονται αρμονικά. Οι χαρακτήρες ολοζώντανοι! Λες κ θα τους συναντήσεις βολτάροντας στη Τσιμισκή, ή πίνοντας καφέ στην παραλία της Θεσσαλονίκης. Η φιλόλογος συγγραφέας αντλεί επιτυχημένα υλικό από το σχολικό της περιβάλλον. Τα προβλήματα των αρχών του αιώνα έρχονται κ δένουν με τα σημερινά, μέχρι κ το Δημοψήφισμα του 2015. Η αίσθηση που μου δίνει ωστόσο είναι ότι το κείμενο χρειαζόταν κι άλλο χώρο για να ξεδιπλωθεί πλήρως η ένταση κ το βάθος της ιστορίας. Στο τέλος σου αφήνει μια αίσθηση ότι κάτι λείπει, κάτι ακόμη πρέπει να ειπωθεί, κάποια εξέλιξη να φωτίσει τα σκοτεινά σημεία (πχ γιατί επιμένει να δώσει υποτροφία ο Γάλλος στην Εβελίνα?). Όπως κ να ‘χει, αξίζει να διαβαστεί, ειδικά από εκείνους που έχουν δεσμούς με τη Νύμφη του Θερμαϊκού...
Υπάρχουν δυο ειδών βιβλία. Αυτά που σου προσφέρουν ικανοποίηση γιατί εμπλουτίζουν τις γνώσεις σου με την λογική ακολουθία και την κριτική σκέψη και αυτά που μαλακώνουν την καρδιά και αναζωογονούν τα συναισθήματα. Το βιβλίο αυτό ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.
Η Σοφία Νικολαΐδου κατάφερε όχι μόνο να αιχμαλωτίσει την φαντασία, αλλά την έκανε σκλάβα των αισθήσεων. Το βιβλίο διαβάζεται μονορούφι διότι συνδυάζει ζωντάνια, ιστορία, επικαιρότητα, δυνατούς χαρακτήρες, προσμονή, και τη Θεσσαλονίκη. Αν ποτέ μεταφραστεί δεν θα είναι το ίδιο σε καμία άλλη γλώσσα γιατί η ελληνικότητα της διήγησης διαπερνιεται μονάχα από τα συναισθήματα, τις μυρωδιές, τα γεγονότα, και τις εικόνες της Θεσσαλονίκης του 1915 και του 2015. Και αν μοιάζει με ανθολογική αφήγηση είναι γιατί επικεντρώνεται στους χαρακτήρες.
Οι χαρακτήρες έχουν δημιουργηθεί με μια σημαντική αποστολή: να αναδείξουν τα θετικά και τα αρνητικά των Ελλήνων. Ίσως ο Γάλλος γιατρός Ντελαρυσί να σκιαγράφησε καλύτερα από όλους την ελληνική ιδιοσυγκρασία όταν χαρακτήρισε τους Έλληνες τρελούς, δημιουργικούς, χωρίς λογική, με μπόλικο συναίσθημα, και τάση για υπερβολές. Κάθε χαρακτήρας του βιβλίου αναδύει και ένα χαρακτηριστικό του Ελλάδα. Ο Γιωργάκης για παράδειγμα συμβολίζει το γαϊδουρινό πείσμα, την υπομονή, και την νοοτροπία του «ο επιμένων νικά». Πάνω από όλα το βιβλίο είναι ένα διδακτικό μάθημα για τους Έλληνες που όλα μπορούν να τα καταφέρουν αδελφωμένοι, αλλά και όλα να τα καταστρέψουν όταν «φαγώνονται» μεταξύ τους. Στην πρώτη περίπτωση παρατηρούμε την Ελληνική Επανάσταση του ‘21 και τους Βαλκανικούς Πολέμους (η αλληγορία του μυθιστορήματος εστιάζεται στη σχέση του Στράτου και της Κορίνας και Φανής-Νικόλα). Στη δεύτερη περίπτωση εντάσσεται ο οικονομικός κατήγορος της χώρας από το 2010, ο Εθνικός Διχασμός, και ο Εμφύλιος.
Τελικά το βιβλίο επιχειρεί μια προβλέψει για το μέλλον της χώρας, στο τέλος νικάω εγώ...
Εξαρχής να σημειώσω ότι μου αρέσει η τρόπος που προσεγγίζει την γραφή η Νικολαΐδου. Έχει μια φυσικότητα που παραδόξως δεν συνηθίζεται στις μέρες μας. Γράφει απλά κι ανεπιτήδευτα.
Εδώ συνδέει δύο εποχές: εκείνη του Εθνικού Διχασμού και μια πιο σύγχρονη, γύρω στο 2015. Ιδίως για την πρώτη περίοδο είναι, αν όχι απαραίτητο, τουλάχιστον χρήσιμο να γνωρίζει κανείς βασικά ιστορικά στοιχεία, όχι πολλά, αλλά πρέπει να ξέρεις για την ενσωμάτωση της Θεσσαλονίκης, για την διχογνωμία Βενιζέλου-βασιλιά, την θέση των Άγγλων κ.ο.κ. Δεν παίζουν πρωταρχικό ρόλο, όμως το ιστορικό περιβάλλον είναι το φόντο όπου ξεδιπλώνονται οι αλληλεπιδράσεις των χαρακτήρων. Πρέπει πχ. να καταλάβεις την απροθυμία του Κωνσταντίνου να κατευθυνθεί προς τη Θεσσαλονίκη για να προλάβει τους Βούλγαρους. Παρόλα αυτά, τα ιστορικά γεγονότα ατονούν στο δεύτερο μισό. Κάτι ανάλογο ισχύει προς το τέλος του βιβλίου με τα capital controls και το δημοψήφισμα, γεγονότα πρόσφατα και οικεία για όλους.
Οι δύο χρονικές περίοδοι εναλλάσσονται στα κεφάλαια, μία μπρος μία πίσω (σχεδόν με απόλυτη σειρά, εκτός από το τέλος). Εκείνο όμως που σε κερδίζει στην πλοκή είναι οι χαρακτήρες και τα βιώματά τους. Δεν υπάρχει καμιά εξιδανίκευση, τίποτε το ηρωικό. Είναι απλοί, καθημερινοί άνθρωποι με τα προβλήματά τους, τις ανησυχίες τους, καμιά φορά τις διαφωνίες τους. Συνολικά, η προσέγγιση και στις δύο εποχές είναι ρεαλιστικότατη με την έννοια ότι η συγγραφέας αναφέρεται σε σκέψεις, καταστάσεις και υποθέσεις που απασχολούν τον μέσο άνθρωπο. Το άγχος των σπουδών, το στήσιμο μιας εκδήλωσης, ένα πρόβλημα υγείας και πάει λέγοντας. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο το διαβάζεις απνευστί.
Στο οπισθόφυλλο αναγράφεται με μεγάλα γράμματα: Ιστορία δεν είναι οι απόψεις των ιστορικών, είναι οι ζωές των ανθρώπων. Και αυτό ακριβώς επιδιώκει να αναδείξει το βιβλίο της Σοφίας Νικολαΐδου, αρκετά καλά κατά τη γνώμη μου.
Μερικές φορές είναι πραγματικά καταπληκτικό το πώς κάποιοι συγγραφείς μπλέκουν το σήμερα με το χθες. Έχω διαβάσει άλλο ένα βιβλίο της Νικολαιδου και ήταν στα ίδια μονοπάτια όποτε προφανώς δε με απογοήτευσε. Ίσα ίσα, το αντίθετο!
Δεν ξέρω γιατί, αλλά εγώ κάπου το 'χασα. Ποιος είναι τι, πώς μπλέκονται κτλ. Νομίζω ότι είχε καλό υλικό, αλλά κάπως στη σύνδεση μεταξύ τους δεν πήγε καλά το πράμα.
«Στο τέλος νικάω εγώ» της Σοφίας Νικολαΐδου Δεκ 11, 2017 - 08:00ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ5 Το νέο μυθιστόρημα της Σοφίας Νικολαΐδου “Στο τέλος νικάω εγώ” κάνει παράλληλες αναγνώσεις στα μικρά και τα μεγάλα ζητήματα που τέθηκαν στη χώρα μας σε δυο εποχές με έντονα διχαστικά διλήμματα: στον 20ό αιώνα με τον Εθνικό Διχασμό και τις γνωστές από την Ιστορία συνέπειες και στο σήμερα με τις οξύτατες πολώσεις αλλά το τέλος ακόμη ανοιχτό.
Πρωταγωνίστρια πόλη η Θεσσαλονίκη και συμπρωταγωνιστές της μια παρέα νέων που καλείται να διοργανώσει μια Ημερίδα για την επέτειο απελευθέρωσης και ενσωμάτωσής της στον εθνικό κορμό. Παιδιά της γενιάς της μεγάλης φυγής στο εξωτερικό, που επιλέγουν, συνειδητά ή κατ’ ανάγκη, από μια απέλπιδα πραγματικότητα στα πάτρια εδάφη τον ξενιτεμό, γειτονεύουν στις σελίδες του μυθιστορήματος με χωροφύλακες που πίνουν νερό στ’ όνομα του Βενιζέλου και μισούν τον βασιλιά Κωνσταντίνο και τους οπαδούς του. Και με ήρωες σαν το ζαχαροπλάστη της ιστορίας, του οποίου ο συμβιβαστικός λόγος φαντάζει το 1916 σχεδόν προδοτικός.
Στο παρόν η συγγραφέας επιμένει στο ρόλο της Παιδείας. Από τη μια αναδεικνύει ένα καθηγητή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου ειδικό στις ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις και από την άλλη ένα φωτισμένο καθηγητή Λυκείου, πηγή έμπνευσης για τους μαθητές του.
Και τί είναι η Ιστορία; διερωτάται. “Δεν είναι οι απόψεις των ιστορικών, είναι οι ζωές των ανθρώπων”. Και διερευνά τι κάνει η πόλωση στις ζωές αυτές τώρα και τότε. Η ιστορία κλείνει το 2015 αλλά το τέλος παραμένει ανοιχτό και αισιόδοξο.
Το μυθιστόρημα της Σοφίας Νικολαΐδου “Στο τέλος νικάω εγώ” κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο.