Τρεις διηγήσεις, τρεις γενιές αββάδων. Ο Εβέλιος, πρώην επίσκοπος Λιμόζης, ιδρύει ένα μοναστήρι στην περιοχή της Βανδέας γύρω στο έτος 1000. Ανάμεσα στους παράξενους κατοίκους των αλυκών, τους οποίους καλεί να εργαστούν, συναντά μια γυναίκα, που θα γίνει το πάθος του, αλλά και αιτία απωλείας ενός άλλου μοναχού, βασανίζοντας με τύψεις τον γέροντα αββά. Ο καιρός όμως κυλάει - πόσο αργός για ζωές τόσο σύντομες! - και αρχίζει η δεύτερη ιστορία με ένα τεράστιο αγριογούρουνο, η μονιά του οποίου γίνεται ιερός τόπος. Το κυνήγι του αγριόχοιρου θα σταθεί αφορμή να γεννηθεί ζήλια ερωτική, η οποία θα προσδώσει στο χρονικό μας ένα τόνο σκληρότητας. Δεν υποτιμάς ποτέ έναν γέρικο κέλτικο αγριόχοιρο - ο χρόνος όμως λειτουργεί πάλι ιαματικά. Η τρίτη και τελευταία διήγηση εξιστορεί την ανακάλυψη ενός ιερού λειψάνου, όχι όποιου κι όποιου, αλλά της ίδιας της κάρας του αγίου Ιωάννη του Προδρόμου. Το λείψανο αυτό θα αποβεί μοιραίο για τον τρίτο αββά, που γνωρίζει μια απογοήτευση πιο τρομερή κι από τη δεινότερη ερωτική απογοήτευση. Μια φράση επαναλαμβάνεται, ως επωδός, στις τρεις ιστορίες: «Όλα είναι μεταβλητά και συγγενή με το αβέβαιο». Αυτό είναι, αναμφίβολα, το μυστικό των τριών αυτών ιστοριών, που δεν είναι τελικά παρά μία. Ασκητικός και ταυτόχρονα σαρκικός, χωρίς να του λείπει το χιούμορ, ο Πιερ Μισόν βρίσκει στους "Αββάδες" την τέλεια ισορροπία ανάμεσα στη μορφή και το περιεχόμενο.
Pierre Michon’s writing has received great acclaim in his native France; his work has been translated into a dozen languages. He was winner of the Prix France Culture in 1984 for his first book, Small Lives, the 1996 Prix de la Ville de Paris for his body of work, and the Grand Prix du Roman de l’Académie française. His works include Masters and Sons, The Origin of the World, and Rimbaud's Son.
Ο Μισόν κινείται μακριά από τις υφολογικές καινοτομίες του Νέου Μυθιστορήματος ή των πειραματισμών της μεταπολεμικής λογοτεχνίας. Βυθίζεται απολαυστικά στη ρετρό αφήγηση, πιστός στο πνεύμα του Φλομπέρ της Σαλαμπώ και των Τριών ιστοριών. Η Ντεκαντάνς αισθητική κυριαρχεί, αυτό το μείγμα λόγιας αγιοσύνης που διαβρώνεται από τις υπερχειλιζουσες αισθήσεις, υπό τη σπάθη των θρησκευτικών δοξασιών του μεσαίωνα και μιας πίστης που συνεχώς υποκύπτει στο ισχυρό πάθος ανθρώπων που μόνιμα συγχέουν τους αγγέλους με τους δαίμονες. Λογοτεχνία μιας άλλης εποχής, σχεδόν ξεχασμένης.
Petites chroniques se passant autour des marécages d’une abbaye au moyen-age. C'est à la fois atmosphérique (les bois, les marécages, la chasse…) et conceptuel (la gloire, la religion…) et parvient à être assez envoûtant. Cependant cela reste un peu léger à mon goût les histoires étant peu développé, et pas toujours très clair (70 pages et presque 70 personnages/lieu).
Etonnant. Simple et court. Quelque chose de suspendu dans le temps, comme de vieilles histoires racontées au coin du feu. Pas de début, pas de fin, pas de "message". Ai apprécié.