"... Σ' όλο αυτό το διάστημα αναρωτιόμουν πώς διάβολο να μιλήσεις, πώς να συνεννοηθείς με τους άλλους, αφού -ναι, εντάξει, μιλάς πάνω κάτω την ίδια γλώσσα μ' εκείνους, όμως άλλα πράματα έχει καθένας στο νου του, όταν μιλάει. Κι αν πεις για τον Αχέροντα, εκείνοι φαντάζονται πως θέλεις να πεις για Πλούτωνα και Περσεφόνη, και για τον νάρκισσο που μάζεψε μιαν άνοιξη στο λιβάδι του θανάτου. Κι άλλα τέτοια μυθολογήματα που τα 'χουν χορτάσει από τα παιδικά τους χρόνια - υποτίθεται... Κι ούτε μιλάς για τον Αχέροντα, που σήμερα τον διαβαίνουν οι τουρίστες, όταν ταξιδεύουν με το πούλμαν Κέρκυρα-Αθήνα, κάπου εκεί στον κάμπο του Φαναριού, την άλλοτε Αχερουσία και μες στη μεσημεριάτικη υπνηλία και την πλήξη, με μάτια που βοσκήσανε στους τόπους με τους γυμνιστές και τις άλλες παραλίες του νησιού, κοιτάζουν το φαράγγι, όπου ξεμπουκάρει το μυθικό ποτάμι των νεκρών. Το βλέπεις. Εσύ μιλάς για την πίσω μεριά, την αθέατη. Σαν να λέμε: την πίσω μεριά του θανάτου..."
Μέσα από τη μνήμη και τον συνειρμό, ο αφηγητής οδηγείται στα παιδικά και τα εφηβικά του χρόνια, καθώς και στα πρώτα χρόνια της ενηλικίωσης σε ένα ορεινό χωριό της Ηπείρου, κοντά στα ελληνοαλβανικά σύνορα. Επιστροφή στον χαμένο χλοερό παράδεισο της απολεσθείσας παιδικής αθωότητας; Καθόλου. Διότι σύμφωνα με τις περιγραφές, τα χρόνια εκείνα δεν ήταν διόλου ζηλευτά – ούτε καν ιδωμένα από τη μακρινή απόσταση της κατοπινής μεσήλικης ζωής. Δεν υπάρχει επομένως καμιά εξιδανίκευση. – Ελισάβετ Κοτζιά
Σ’ όλα τα διηγήματα της συλλογής Καλαμάς κι Αχέροντας, αν και σε διαφορετική ένταση στο καθένα, εμφανίζεται μια ψυχική αβεβαιότητα και αμφιθυμία, μια θλιμμένη αίσθηση που οσμίζεται παντού τη φθορά. Αυτή τη θλίψη, σαν απόηχο ηπειρώτικου τραγουδιού, την κουβαλούν τα πρόσωπα του Μηλιώνη –άντρες ηττημένοι και συνήθως χωρίς πολλές δυνάμεις–, στη ζωή-εξορία της πόλης αλλά και στη βουβή ζωή του κατεστραμμένου γενέθλιου τόπου. – Αλέξης Ζήρας
Πρόκειται για διηγήματα που εκφράζουν τη νοσταλγία του μέτοικου, του ανθρώπου που αναγκάζεται να ξεριζωθεί από τη γενέθλια γη, μέσα στη θύελλα της Κατοχής και του Εμφυλίου ή εξαιτίας της ανέχειας. Με συχνές παρεκβάσεις και ευρηματικούς συνειρμούς ο Μηλιώνης διαμορφώνει μια εξαιρετικά ευλύγιστη, νεωτερική τεχνική συνεχούς μετάβασης από το παρόν στο παρελθόν. Ωστόσο, πίσω από το πυκνό πλέγμα των συνειρμών προβάλλει, όπως παρατηρεί ο Σπύρος Τσακνιάς, μια «κρυφή αλλά στέρεη συμμετρία». Αυτός ο επίμονος μετεωρισμός ανάμεσα στους παραδοσιακούς και τους νεωτερικούς τρόπους εξηγεί ίσως γιατί αισθανόμαστε ότι η συλλογή Καλαμάς κι Αχέροντας είναι συνάμα έργο κλασικό αλλά και μοντέρνο.
"Ο φρύνος" ~ "Καλαμάς κι Αχέροντας" ~ "Ο τσαλαπετεινός" ~ "Η Μαναμεγάλη" ~ "Κοριαντολίνο" ~ "Ο παιδικός μου φίλος Ισμαήλ Κανταρέ" ~ "Symphonia" ~ "Η Φρύνη" ~ "Ο τελευταίος ταμπάκος" ~ "Κείνος ο σουραυλής" ~ "Εν γενεά και γενεά"
Ο Χριστόφορος Μηλιώνης γεννήθηκε στο Περιστέρι Πωγωνίου του νομού Ιωαννίνων. Φοίτησε στη Ζωσιμαία Σχολή και σπούδασε φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Υπηρέτησε στη μέση εκπαίδευση, στην Ελλάδα και την Κύπρο, ως καθηγητής, γυμνασιάρχης και σχολικός σύμβουλος. Υπήρξε μέλος της ομάδας εργασίας που συνέταξε τα "Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας" Γυμνασίου/Λυκείου, και μέλος των συντακτικών ομάδων των περιοδικών των Ιωαννίνων "Ενδοχώρα" και "Δοκιμασία". Στα γράμματα εμφανίστηκε το 1954, με διήγημά του, στο περιοδικό "Ηπειρωτική Εστία".
Έγραψε επίσης φιλολογικές μελέτες, δοκίμια και μετέφρασε κείμενα από τα αρχαία ελληνικά. Αρκετά άρθρα του δημοσιεύτηκαν στη "Φιλολογική Καθημερινή" και αργότερα στα "Νέα". Για το έργο του τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος (1986), με το Βραβείο Διηγήματος του περιοδικού "Διαβάζω" (2000) και με το Βραβείο Διηγήματος του Ιδρύματος Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών (2005).
Ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, ήταν σύζυγος της καθηγήτριας της Γαλλικής Φιλολογίας Τατιάνας Τσαλίκη-Μηλιώνη. Έφυγε από τη ζωή στην Αθήνα στις 5 Ιανουαρίου 2017, σε ηλικία 84 ετών.
Ωραίος ο Καλαμάς, ωραίος και ο Αχέροντας (και για κάμπινγκ, αλλά αποκλειστικά το βράδυ). Και το Καλαμάς κι Αχέροντας είναι επίσης ένα πολύ (πολύ πολύ) ωραίο βιβλίο.
Μέσα από 11 ιστορίες, ρεαλιστικές και λυρικές συνάμα, βλέπεις τον Μηλιώνη να βουτάει στο παρελθόν και να ανακαλεί πρόσωπα, καταστάσεις και γεγονότα. Το παρόν πυροδοτεί συνειρμούς για το παρελθόν και γίνεται αφορμή για να αφηγηθεί ο συγγραφέας προσωπικές ιστορίες σε ταραγμένες περιόδους, όπως ο εμφύλιος και τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης. Και κάπως έτσι, τα προσωπικά βιώματα γίνονται συλλογικά, και συνειδητοποιείς ότι έχουν -σε κάποιο βαθμό- αντίκτυπο στο σήμερα.
Σε όλες τις ιστορίες, που νομίζεις ότι στις αφηγείται ψιθυριστά face to face ο Μηλιώνης, ο συγγραφέας νοσταλγεί τον γενέθλιο τόπο. Έναν τόπο που όμως έχει αλλάξει. Θλιμμένη νοσταλγία.
Το βιβλίο μού το πρότεινε ένας βιβλιοπώλης και μου είχε πει ότι ΠΡΕΠΕΙ να το διαβάσω asap. Πέρασαν δύο χρόνια από τότε. Κακώς.
Ούτε ξέρω πώς και γιατί αποφάσισα να αγοράσω ετούτο το βιβλίο, αλλά χαίρομαι πολύ το έκανα. Είναι εξαιρετικό! Υπέροχα διηγήματα, νοσταλγικά με ρέουσα, ζωντανή γλώσσα και αφήγηση.
Διάβασα την έκδοση της Κίχλης (2017), η οποία περιέχει, εκτός των 11 διηγημάτων του Χριστόφορου Μηλιώνη, και 4 κριτικά δοκίμια σε επίμετρο γραμμένα από άλλους για αυτά ακριβώς τα διηγήματα. Ο συγγραφέας έχει βραβευτεί με το κρατικό βραβείο διηγήματος 1986 για την πρώτη έκδοση των διηγημάτων σε βιβλίο (εκδόσεις Στιγμή, 1985). Τι να πω για τα ίδια τα διηγήματα; Διαμάντια! Με γλώσσα κέντημα! Ο Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος έγραψε με αφορμή άλλο βιβλίο του Χριστόφορου Μηλιώνη: "Όταν τα ελληνικά άστεα χωνέψουν ολότελα κάθε βουκολική διάσταση της ελληνικής υπαίθρου, η ζωή μας και η λογοτεχνία μας δεν θα στερηθούν απλώς τα άγρια και τα ήμερα του βουνού και του λόγγου, αλλά πράγματα, αντιλήψεις και στάσεις που επί αιώνες υπήρξαν τα χαρακτηριστικά μας σημάδια." Αυτό ακριβώς! Τα σχεδόν αυτοβιογραφικά διηγήματα του Χριστόφορου Μηλιώνη, με ιστορίες από την παιδική και νεανική του ηλικία σε κάποιο ορεινό χωριό της Ηπείρου, αφορούν έναν κόσμο που έχει, δυστυχώς σήμερα, ολότελα χαθεί. Να πω εδώ ότι στο διήγημά του "Κείνος ο σουραυλής", ο αφηγητής ταξιδεύει στην τουριστική Σκιάθο του σήμερα για να βρει ότι απέμεινε από τη Σκιάθο του Παπαδιαμάντη. Τι βρίσκει άραγε; Άκουσε το μοιρολόγι της φώκιας;
Η σειρά διηγημάτων του Χριστόφορου Μηλιώνη φέρει τον τίτλο 'Καλαμάς κι Αχέροντας' (1985) και αποτελεί ένα ιδιαίτερο αφηγηματικό χρονικό που συντίθεται από παιδικές μνήμες και εικόνες του συγγραφέα, με σημείο αναφοράς την περιοχή της Ηπείρου. Η συλλογή αποτελείται από 11 διηγήματα, σχετικού μικρού μεγέθους, τιθέμενα με τέτοιον τρόπο ώστε τα ίδια δύνανται να συγκροτήσουν μία αφηγηματική ισορροπία η οποία εν προκειμένω, 'συνδιαλεγόμενη' με την αφηγηματική λιτότητα, αφήνουν να διαρρεύσει μία προσέγγιση από την θέση της ενήλικης ζωής (ο συγγραφέας είναι εκπαιδευτικός), μεταβαίνει προς περιόδους κρίσιμες, όπως αυτή της δεκαετίας του 1940 (στην ίδια δεκαετία με το κέλυφος της αστυνομικής ιστορίας εστιάζει στο διήγημα του 'Το Βεράνι' και ο Αλέκος Χατζηκώστας), επιχειρώντας μία εκ νέου επεξεργασία του διαθέσιμου υλικού και των ερεθισμάτων του, όλων όσα συνέβαλαν στην διαμόρφωση του ενήλικα άνδρα. Αν και ενίοτε δεν εκφράζεται ρητά, το πολιτικο-ιστορικό στοιχείο καθιστά ευδιάκριτη την παρουσία του, είτε ως υπόμνηση συμβάντων της δεκαετίας του 1940, εκεί όπου αποκτά τους όρους του σημαίνοντος η βία που ασκήθηκε 'από όλες τις πλευρές,' και από τον 'ΕΛΑΣ' ('απο-ηρωοποιημένη' προσέγγιση), στη σύγκρουση του με τον 'ΕΔΕΣ' στην Ήπειρο, είτε ως έγκληση των συνεπειών που επέφερε στην οργάνωση του χωριού ο ελληνο-ιταλικός πόλεμος του 1940 και η ουσιαστική επίταξη του από τον ελληνικό στρατό, ενώ παράλληλα προσδιορίζεται το ιστορικό παρελθόν με τους όρους ενός υπόκωφου 'συγκλονισμού' (βλέπε και την προσέγγιση του Λουί Μπλανκί). Και αυτή θεωρούμε πως καθίσταται η ικανότητα του συγγραφέα, έτσι όπως αρθρώνεται στη συλλογή διηγημάτων 'Καλαμάς κι Αχέροντας', που είναι η ικανότητα του να νοηματοδοτεί εντατικές και χασματικές ιστορικές διεργασίες, να αναδεικνύει την έννοια του 'τραύματος' από όλες τις πλευρές, με χαρακτηριστικά απτά, βιωματικά και καθημερινά, ανεπαίσθητα αλλά με ειδικό βάρος. Και όσο η αφήγηση εξελίσσοντας συγκροτώντας τα εμπρόθετα σημεία έδρασης της, τόσο ο Χριστόφορος Μηλιώνης προβαίνει διευρύνει τα προσίδια όρια της, σημασιοδοτώντας ένα εγχείρημα επανεπινόησης του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και του έργου του με τις επι-γενόμενες συν-δηλώσεις της 'εντοπιότητας,' (διήγημα 'Κείνος ο Σουραυλής' που αναφέρεται στην επίσκεψη του συγγραφέα στη Σκιάθο), δεικνύοντας προς έναν διττό άξονα: Αφενός μεν προβάλλεται η αίσθηση μίας 'λεπτής αποστασιοποίησης' λόγω και της παραμονής του πλέον στην πόλη, των καθημερινών ασχολιών και δραστηριοτήτων, δίχως όμως η συγκεκριμένη 'αποστασιοποίηση' να καθίσταται ή αλλιώς, να μετεξελίσσεται σε 'λευκή σελίδα' πάνω στην οποία ο συγγραφέας 'γράφει' την ζωή του, (το πλαίσιο της μνημονικής έγκλησης παραμένει ανοιχτό), και, αφετέρου δε, εντός του πεδίου δράσης, διαμεσολαβείται το πλαίσιο της και 'φορτισμένης' απορίας: ποιοι και πως συμμετείχαν στις διεργασίες της δεκαετίας του 1940; Ποιο είναι το πρόσωπο και τα στοιχεία που συνθέτουν την γενιά του; Όντας 'πυκνό' σε επάλληλα νοήματα το βιβλίο δεν εκπίπτει σε μία απλοϊκή 'γεγονοτολογία,' θέτοντας στο επίκεντρο την δράση δύο γενεών, της δικής του και της παλαιότερης και κατοχικής-εμφυλιακής-μετεμφυλιακής, με συνδετικό κρίκο την δυνατότητα της εκ-πλήρωση της, κάτι που φέρει εγγύτερα προσδοκίες και διαψεύσεις, τραύματα και αγώνες, το '40' με την Δικτατορία. Αν και δεν λειτουργεί ως ουδέτερος 'χρονικογράφος,' ο συγγραφέας συμπεριλαμβάνει τον εαυτό του στη χορεία των πολλών, στο πλήθος εκείνο που μετονομάζει ως 'γενεά' την μνήμη ("η γενιά μας") και όχι την 'ηρωϊκή' δράση, συνυφαίνοντας την δυνατότητα της 'απο-δραματοποίησης' με την υπενθύμιση του βάρους της ιστορίας και του αίματος, της τόπου και του θανάτου που αναπαρίστανται στα τοπία της Ηπείρου. Οι συγγραφικές επι-τελέσεις δεν λαμβάνουν χώρα εν κενώ, αλλά, αντιθέτως, τέμνουν μία εποχή φθάνοντας έως του σημείου της κριτικής στάσης απέναντι στον καταναλωτισμό της εποχής του, ανάγοντας την ιστορία στη σφαίρα του 'άσματος.' Αυτό που δια-κρατείται είναι ένα παλαιό σπίτι που συγκρατεί την μνήμη, διαμέσου της οποίας δηλώνεται ένα εκ νέου 'παρών,' εγκλητικό και διασταλτικό: Με ποιον τρόπο όμως;