Πώς γίνεται να γνωριστούν δυο άγνωστοι μέσα στον Ηλεκτρικό; Πώς γίνεται να ερωτευθούν; Όταν μάλιστα η μία είναι γυναίκα ώριμη, συντηρητική, κι ο άλλος νέος, τρελούτσικος φοιτητής; Τι είναι αυτό που τους ενώνει στη διαδρομή από Θησείο ως Κηφισιά, με ενδιάμεσες στάσεις το Μοναστηράκι, όπου ανεβαίνει η Κούλα, και τον Άγιο Νικόλαο, όπου διατηρεί γκαρσονιέρα ο Μίμης; Και πώς τάχα οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι συμβαίνει να χωρίσουν ξαφνικά, όπως ξαφνικά γνωρίστηκαν;
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1931 και σπάνια την εγκαταλείπει. Δεν ακολούθησε ανώτερες σπουδές. Δοκίμασε να σπουδάσει θέατρο και πέρασε εξίσου άδοξα, από την δημοσιογραφία. Εργάστηκε επί σειρά ετών σε γραφεία, δουλειές άσχετες, που του επέτρεψαν να αφοσιωθεί στο γράψιμο. Στην διάρκεια της δικτατορίας δικάστηκε από τη Χούντα για το βιβλίο του "Το αρμένισμα"· την ίδια περίοδο έγραψε με άλλους 17 συγγραφείς σ' ένα συλλογικό τόμο με τίτλο "18 κείμενα". Το πρώτο του βιβλίο "Τα μηχανάκια" κυκλοφόρησε το 1962. Θέμα του οι καταπιεσμένοι έφηβοι της εποχής· καταπιεσμένοι και περιθωριακοί είναι σχεδόν όλοι οι ήρωες των βιβλίων του με μόνιμο σκηνικό την Αθήνα. Το 1972 πήρε την υποτροφία RAAD για την πόλη του Βερολίνου. Τιμήθηκε με το πρώτο-μεταχουντικό - Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος το 1975 για το βιβλίο του "Βιοτεχνία υαλικών". Από το 1982 ασχολείται αποκλειστικά με το γράψιμο. Διετέλεσε στη δεκαετία του '80 μέλος του Δ.Σ. της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Ταινίες για τη τηλεόραση και τον κινηματογράφο έγιναν τα βιβλία του: "Κυρία Κούλα", "Τα καημένα", και η "Φανέλα με το 9". Παράλληλα με τα δικά του βιβλία έχει μεταφράσει στα ελληνικά αρκετά λογοτεχνικά έργα, κυρίως αμερικανικής πεζογραφίας. Έργα του έχουν μεταφραστεί σε πέντε γλώσσες.
Καθισμένοι συνήθως αντικρυστά, δυο παράξενοι ταξιδιώτες συνομιλούν. Στην αρχή με το βλέμμα, μετά κανονικά. Εκείνος, νεαρός, είναι δεν είναι εικοσιενός. Λέγεται Μίμης. Εκείνη, γυναίκα ώριμη, καλοστεκούμενη, μητέρα δύο κοριτσιών. Τη λένε Κούλα. Είναι πάντα χτενισμένη και περιποιημένη στην τρίχα. Τα μαλλιά της είναι σκούρα, τα μάτια της πράσινα. Μέρα τη μέρα ο νεαρός και η γυναίκα έρχονται κοντά. Αγγίζονται. Αγκαλιάζονται. Το τρένο δεν τους χωρά πια.
Το πιο μικρό σε λέξεις βιβλίο του Μένη Κουμανταρέα είχε απήχηση αντιστρόφως ανάλογη. Έγινε τηλεταινία και θεατρική παράσταση, και συζητήθηκε όσο κανένα άλλο βιβλίο του. Συγκινητικό και μελαγχολικό, διεισδύει με τρυφερότητα στις σκέψεις, τα συναισθήματα και τον ψυχισμό της κυρίας Κούλας, μιας συντηρητικής μεσοαστής που είχε τη σπάνια εύνοια της τύχης να ζήσει (ξανά) τον έρωτα, έστω κι αν διήρκεσε λίγο, έστω κι αν δεν αποδείχτηκε παρά μια ενδιάμεση απρόβλεπτη στάση σε ένα δρομολόγιο ζωής εν πολλοίς προκαθορισμένο.
«Η κυρία Κούλα είμαι εγώ», είχε πει ο Μένης Κουμανταρέας σε κάποια συνέντευξή του, αντιγράφοντας προφανώς τη γνωστή αυθάδη ρήση του σπουδαίου Gustave Flaubert: «Madame Bovary, c'est moi». Η κυρία Κούλα είναι κάθε σύγχρονη γυναίκα που αντιστέκεται στις κοινωνικές συμβάσεις και τα ταμπού, που αποζητά να ζήσει το όνειρο, ακόμη κι αν πρόκειται να καεί από τις φλόγες του.
4,5 αστέρια (κυρίως) γιατί στις σκάρτες 77 σελίδες αυτής της νουβέλας ο Μένης Κουμανταρέας κατάφερε να δημιουργήσει μια από τις πιο διάσημες ηρωίδες των γραμμάτων μας. Respect.
Κύρια Κούλα, πολύ θα ήθελα να είμαι μετά το τέλος του βιβλίου σε κάποια γωνιά του σπιτιού σου να βλέπω το κρυφό σου χαμόγελο και τα μάτια σου να λάμπουν πονηρά την ώρα που σιδερώνεις.
Κύριε Κουμανταρέα, η εικόνα της κυρίας Κούλας να στέκεται στην αποβάθρα χωρίς να μπαίνει στο τρένο νομίζω ότι δεν θα την ξεχάσω ποτέ.
Assim que a porta se fechou e que o comboio se pôs de novo em movimento, a mulher cerrou os olhos. Como alguém que estivesse muito cansado devido a um esforço imenso de concentração ou a um grave problema pessoal. Só nessa altura se permitiu ocupar um dos lugares vagos, colocando as mãos em volta da mala num gesto protector. Eram mãos que tinham passado a ferro, emendando, escrito inúmeras contas.
A história é tão antiga como a humanidade: uma mulher de meia-idade num casamento infeliz envolve-se com um jovem, e um deles será o elo mais fraco. Na Atenas dos anos 70, qual deles irá pôr um ponto final a uma relação furtuita iniciada no comboio das 8h da noite? A mulher com experiência de vida ou o rapaz com a escola toda? Nesta obra do grego Ménis Koumandaréas, há inclusive uma sugestão freudiana, visto que a Sra. Koula tem duas filhas, mas revela o olhar triste de “uma mulher a quem falta um filho”, enquanto o rapaz afirma francamente:
Não trago raparigas, disse-lhe, gosto de mulheres maduras. E sempre gostaste de andar com mulheres mais velhas? Sim, disse com vivacidade, com mulheres da tua idade e apertou os lábios obstinadamente.
Quando a relação entre os dois se torna carnal, há uma partilha despudorada da vida amorosa de cada um até ali, mas é o período que o antecede, o dos primeiros olhares e das palavras banais em busca de um discurso comum, que acaba por ser o ponto alto da narrativa.
Contudo não se olhavam nos olhos – algo difícil de suportar, como olhar demasiado tempo para o céu. Deixavam o olhar viajar pelas suas peles, detendo-se (…) em todas as irregularidades que tornavam os seus rostos mais ricos e os individualizavam. De vez em quando a mulher baixava os olhos como se saísse de um transe e olhava para as mãos de um modo ausente, para a aliança que era o seu único ornamento.
<< Έμοιαζαν και των δυονών τα βλέμματα να είναι μια αμοιβαία ξεκούραση, μια ανάπαυλα της μέρας που τελείωνε και της νύχτας που ερχόταν >>
Σ’ αρπάζει απ’ τα μούτρα, σε καθηλώνει με την παρατηρητικότητα, την ειρωνεία, τη διορατικότητα του κι ύστερα αρχίζει να χτίζεται ο κώδικας. << Συνέβαινε όπως όταν ταξίδευες μ’ ένα φίλο στενό, ή πρόσωπο αγαπημένο. Τότε η συνείδηση του κόσμου σβήνει γύρω σου, για να επιστρέψει βασανιστικότερη τη στιγμή που ξαναμένεις μόνος >> . Γραφή αλήτικη, λυρικός ‘’περιθωριασμός’’, γρήγορη, ζωντανεύει τον πίνακα, τον ήχο του συρμού, τα σώματα σα να τα κοιτάς έξω απ’ το τζάμι να κυματίζουν με τη φορά του τρένου.
<< Ήταν όμορφα να τα κοιτάς από μακριά, μα εκείνη χαιρόταν που το δικό της σπίτι, ένα διώροφο μεταπολεμικό, βρισκόταν απομακρυσμένο στην Κηφισιά, μέσα στο πράσινο και την ησυχία >>
<< Το τεκνό που έχεις φώναξε κάποιος του μουστάκια, αξίζει πολλά φράγκα! Δεν είναι για τα δόντια σου! Απαντούσε εκείνος. Και πιάνοντας το παιδάριο από το σαγόνι, του απόστρεφε το πρόσωπο απ’ τα βλέμματα των άλλων. Το χνώτο του ποτισμένο τσιγάρο και κρασί έφτανε ίσαμε την Κούλα. Τι σημαίνει τεκνό; Ρώτησε η Κούλα >>
<< Κι αφού δεν κοιμάστε μαζί επέμενε ο νεαρός, πασχίζοντας να χωρέσει το πόδι του μέσα σ’ ένα γοβάκι της Κούλας, τότε τι κάνετε; Ζούμε, είπε η Κούλα >>
Δε θα ασχοληθώ με τη διαφορά ηλικίας, γιατί στην πραγματικότητα ούτε το συγγραφέα ενδιαφέρει πραγματικά. Άλλωστε το παίρνω απ’ τη δική μου εμπειρία, με γυναίκα 10 χρόνια μεγαλύτερη καταλαβαινόμασταν στο παίξιμο του βλεφάρου, με γυναίκα 2 χρόνια μεγαλύτερη, εγώ να ήμουν στον Ψηλορείτη κι εκείνη στο Νεπάλ καλύτερα θα καταλαβαινόμασταν. Άλλωστε η Κούλα ούτε με τον άντρα της έχει πραγματικά καμιά επικοινωνία, με το νεαρό δε συμβαίνει αυτό.
Διαφορετικό απ’ ότι μοιάζει στην αρχή, απατηλό, σε κρατάει από παντού, αλάτι του ο ερωτισμός, πιπέρι του οι ίδιοι οι χαρακτήρες. Εκείνος νέος, πρόθυμος να δοκιμάσει κάθε τακτικισμό που μόνο η αποπλάνηση συγχωρεί, μέσα σε όλα της εποχής του, ανήσυχος. Εκείνη καθησυχασμένη, στην πληκτική καλοβαλμένη ζωή της. Μα μήπως κανείς τους δεν είναι αυτό που φαίνεται; Μήπως κανείς δεν ξέρει ποιος θα γίνει μόλις γεννηθεί ο Κώδικας των δύο, πέρα από ψευδαισθήσεις κι έξω απ’ το δικό του σχεδιασμό; Καρέ καρέ αλλάζουν διαρκώς τα χρώματα, αρώματα δίνουν και χάνονται, περνούν στιγμές σε δυο ταχύτητες, σα διανύσματα πάνω σε καθρέφτη.
Διαφορετική σκέψη, γεμάτη ευαισθησία αυτή με την επέτειο: αν θυμηθείς της επέτειο, ο άλλος θα νιώσει αμηχανία και θα γελάσει λέγοντας κάτι ανόητο, αν πεις πως το θυμήθηκες γιατί έβαλες σημάδι πχ από κάτι στη δουλειά σου, για να τον προστατέψεις απ’ την αμηχανία του και να σε προστατέψεις απ’ το ακύρωμα που θα σου ρίξει με την κρυάδα του, ο άλλος θυμώνει.
Δυο αλλιώτικοι μεταξύ τους άνθρωποι, ένας νέος άντρας παντού κύριος του εαυτού του, μια μεγαλύτερη γυναίκα σ’ ένα πεθαμένο γάμο, νιώθει δύναμη κι αυτοπεποίθηση στο σπίτι, στη δουλειά, μα παντού αλλού αόρατη, σαν αυτούς που συχνά απαντούν ΔΞ/ΔΑ.
Έχετε παρατηρήσει πως σε κάποια ιδιαίτερα πάθη, εκείνα βέβαια που απαιτούν τον ιδιαίτερο κώδικα που κάνει κάθε λέξη ή σιωπή να μοιάζει πρωτόφαντη, πως οι χώροι που συνδέονται με το ζευγάρι, ξεπερνούν το sex κι αποκτούν μυθικές διαστάσεις, βγάζουν πόδια, σχηματίζουν ρόδες, το ταβάνι τους γίνεται θόλος, μεταστοιχειώνονται σε κάτι αξεδιάλυτο απ’ τους ανθρώπους τους, σχεδόν τους μιλούν; Κάτι τέτοιο λέει κι εδώ.
Όταν είσαι σ’ αυτή την ιδιαίτερη κατάσταση του κώδικα, όχι δηλαδή απλά με το αίσθημα, οι άλλοι δεν είναι απλά αόρατοι. Το παραμικρό τρενάρισμα, οι ψίθυροι, η συμβατικότητα, η πολυκοσμία βγάζουν χυδαιότητα, ξερνούν την άνευ αντικρίσματος όψη τους. Και σε μια ομίχλη κάπου υπάρχει εκείνος ο άγνωστος ακόμα που εν δυνάμει απειλεί να σου πάρει αυτό που έχεις. Τότε αρχίζει η απόγνωση, ο θυμός χωρίς σκοπό κι αποδέκτη, οι νεφέλες κι η έλλειψη ισορροπίας. Και σ’ αυτές τις μεγάλες ώρες μακριά απ’ τον άνθρωπο του κώδικα, έτσι είναι ο κόσμος σου. Και όσο δίνουν οι μέρες, τόσο μεγαλώνουν αυτές οι ώρες, ώσπου τα χρώματα ξαναβάφονται μ’ αυτό τον κόσμο και συνηθίζεις ξανά σε αυτή την ταχύτητα, το αποφασίζεις.
<< αφέθηκε μ’ εμπιστοσύνη στις κινήσεις των ανθρώπων στο σπίτι. Μέσα εκεί όλα έμοιαζαν κανονισμένα κι αποφασισμένα, θαρρείς ένα αόρατο χέρι να τα είχε επιμεληθεί. Εκεί αισθανόταν υπήρχε ένας Θεός – πληκτικός ίσως – ωστόσο υπήρχε >>
Πως τελειώνει μια ιστορία; Υπάρχουν εκείνες που τελειώνουν για κάποιο λόγο, υπάρχουν οι άλλες που διακόπτονται φαινομενικά ξαφνικά κι άλογα, στην πραγματικότητα όμως, επειδή οι τακτικισμοί της αποπλάνησης που συγχωρούνται, πριν την κατάκτηση, έχουν ίσως και μια παραπάνω γοητεία, βάζοντας το τρικ της αξιολόγησης στο παιχνίδι, όμως μετά, όταν συνεχίζονται από μιαν απαίτηση παραπάνω προσοχής, ή κόρο, φτάνουν σ’ ένα σημείο που δεν έχει άλλο.
Αυτό που ίσως κάποιους να τους προβληματίσει, ή να τους παραξενέψει σ’ αυτή την ιστορία, είναι πως δε γίνεται λόγος για τύψεις απέναντι στον άντρα της Κούλας. Γιατί να υπάρχουν; Ένας γάμος που έγινε συμβατικά, από ενήλικες, έδωσε μια όμορφη οικογένεια, λειτουργική και φτάνεις σε ένα σημείο όπου δε διαφέρεις από ηλεκτρόνιο. Κάνεις τις ίδιες διαδρομές και κάτι σε ξυπνάει, θέλεις να εξεγερθείς, να αλλάξεις κάτι, χωρίς να κατεδαφίσεις τα πάντα. Το αν θα το κάνεις ή όχι, έχει να κάνει με τον καθένα, δε θα το απαντήσω εγώ και δε θα το απαντήσω εδώ. Αν όμως το κάνεις, οι τύψεις δε χωράνε πουθενά. Ούτε μπροστά σε πάνε, ούτε πίσω. Η μόνη ένσταση μου στο συγγραφέα, είναι πως οι περισσότεροι από μας αδυνατούμε να τις βγάλουμε απ’ το παιχνίδι, στην οποιαδήποτε κατάσταση, ακόμη κι αν η απάντηση είναι αρνητική. Είτε θα τις νιώσεις για τους άλλους, είτε για τον εαυτό σου.
Μπήκα ανύποπτος σ’ αυτή την ιστορία, εξεπλάγην πολύ πολύ ευχάριστα. Μου άρεσε ο ρεαλισμός, η αμεσότητα κι ο ερωτισμός της. Είναι ευκολοδιάβαστη, όχι και πολύ χαρούμενη, έχει τους προβληματισμούς της, το κάτιτίς της, αλλά όχι πολύ περισσότερα. Για τις 75 σελίδες της όμως, μια χαρά τα πάει.
Yunan Edebiyatına epey uzağım bu nedir, ortalamanın altında mıdır geneli midir bilemem denk gelince okudum, denk gelirseniz diye şöyle bir yorumda bulunacağım: Hızlı okunan, kolay ve keyifli bir metin.
Böyle kitaplardan sonra ister istemez insanlara şöyle bir bakıyorum; nasıl hayatlar yaşıyorsunuz acaba? 21 yaşındakileri çekici bulan evli, orta yaşlı canım ablalar?? Yok canım! 🤣🤣
Descubriendo a Menis Kumandareas, al parecer uno de los más importantes escritores griegos del siglo XX y del que creo que sólo se puede leer en español esta nouvelle, una historia de amor entre una mujer madura y un joven al que encuentra a diario en el metro de Atenas. Aun sin conocer en detalle la reciente historia griega no es difícil leerla en clave simbólica puesto que cada personaje parece representar una generación, la de la guerra mundial y la siguiente que quiere respirar aires de libertad.
Όπως μου λείπουν το φως των Κυκλάδων, τα δάση του Πηλίου, η θάλασσα της Κρήτης όταν δεν είμαι εκεί, έτσι θα μου λείπουν τα ατίθασα μαλλιά του Μίμη και τα γλυκά μάτια της Κούλας τώρα που δεν θα ταξιδεύω πια μ'αυτους κάθε βράδυ στο τρένο.
Αν και συνήθως δεν μου αρέσουν ιδιαίτερα οι μικρές ιστορίες, αυτή είναι σίγουρα μια εξαίρεση. Απλή, ανθρώπινη ιστορία γραμμένη όμορφα και αληθινά. Δύο άνθρωποι διαφορετικοί μεταξύ τους συναντιούντε στον ηλεκτρικό και εκτροχιάζουν τις ζωές τους για λίγο. Η Αθήνα ως πόλη παίζει κι αυτή τον δικό της ρόλο ως δεύτερος χαρακτήρας στο βάθος που είναι αυτή που ενώνει και χωρίζει τους δυο αυτούς ανθρώπους. ΑΞίζει να διαβαστεί.
2.75/5 Didn’t particularly care about the plot or the characters, though I can say that I found Koumandareas’ way of writing to be quite nice. Also, love Greece and Athens so that is always good!
Η "Κυρία Κούλα" του Μένη Κουμανταρέα είναι ένα κείμενο εξαιρετικά δυνατό μέσα στη λιτότητά του, μια νουβέλα που δεν της περισσεύει ούτε μια λέξη. Η γλώσσα του κειμένου είναι αιχμηρή, σκίζει τα καθιερωμένα, κι ο τρόπος της αφήγησης- με τον διάλογο να κρύβεται μέσα στον πλάγιο λόγο και το πρώτο να εναλλάσσεται με το τρίτο πρόσωπο χωρίς καν να το καταλάβεις- πρωτοποριακός.
Η ιστορία μοιάζει απλή, σχεδόν τετριμμένη, μια γυναίκα γύρω στα σαράντα, παντρεμένη, με δύο κορούλες, που δουλεύει στην εφορία, παίρνει κάθε μέρα τον Ηλεκτρικό για να πάει από την Κηφισιά που είναι το σπίτι της, στο Μοναστηράκι όπου δουλεύει. Κάθε μέρα συναντά έναν νεαρό, τον Μίμη, που είναι δεν είναι είκοσι χρονών. Στην αρχή ανταλλάσσουν μόνο βλέμματα, έπειτα όσο περνούν οι μέρες ξεθαρρεύουν και τελικά καταλήγουν σε μια υπόγεια γκαρσονιέρα στον Άγιο Νικόλαο.
Η σχέση τους είναι από την αρχή θνησιγενής. Η κυρία Κούλα ποτέ δεν θα άφηνε τον γάμο της- που δεν διάλεξε αλλά συνήθισε και τη βολεύει-, κι ο Μίμης είναι ένας νεαρός που αρέσκεται στο να πλαγιάζει με μεγαλύτερες, η Κούλα είναι μάλλον μία από τις πολλές κατακτήσεις του. Το φως πέφτει από την αρχή στην Κούλα, ο Μίμης χρησιμεύει ως όχημα για την αφήγηση.
Η ιστορία της Κούλας είναι γνώριμη, μια ζωή τακτοποιημένη με το ρολόι, δέσμια της συνήθειας, όπου η δουλειά είναι ο μόνος τρόπος διαφυγής. Ο γάμος της είναι συμβατικός, ούτε βλέφαρο δεν κουνά ο σύζυγος όταν αργεί να γυρίσει το βράδυ. Ακόμα και με τις κορούλες της δεν μπορεί να έχει πραγματική σχέση, αποξενωμένη, σαν να τις έκανε για να γλιτώσει από τον τίτλο της γεροντοκόρης. Μια ζωή χαμένη και ματαιωμένη. Η σχέση της με τον Μίμη είναι μια αναλαμπή, που τελικά τρομάζει την Κούλα και δεν χρειάζεται παρά να αργήσει δυο τρεις φορές στον Ηλεκτρικό για να την τερματίσει.
Η πυκνότητα του κειμένου είναι τέτοια που σε ξεγελά, νομίζεις πως καθένας θα μπορούσε να γράψει μια ίδια ιστορία. Αυτό όμως είναι αδύνατο. Αυτού του είδους το γράψιμο, με ύφος προσωπικό και αναγνωρίσιμο, ανήκει μόνο στους μεγάλους λογοτέχνες, και ελάχιστοι μπορούν να το κατακτήσουν. Ο Μένης Κουμανταρέας δεν ανήκει τυχαία στο Πάνθεον της λογοτεχνίας μας. Τα βιβλία του αφήνουν την αίσθηση του μακρινού, του ανοίκειου, ενώ μιλούν για πράγματα που συμβαίνουν συνέχεια γύρω μας ή και σε μας τους ίδιους. Κι αυτός είναι ο τρόπος για να μετατραπεί η καθημερινότητα σε έργο τέχνης.
Μια φαινομενικά απλή ερωτικη ιστορία που διαδραματίζεται στην μεταδικτατορική Αθήνα ,αλλά θα μπορούσε να είναι και σήμερα ή και σε μια δεκαετία απο τώρα. Ο Κουμανταρέας ηθογραφεί την βασική του πρωταγωνίστρια εισχωρωντας με εξαιρετική μαεστρία στην γυναικεία ψυχή. Οι διάλογοι νευρώδεις, ενω οι λεπτομερειες στην περιγραφή των χώρων ουσιώδεις στο χτίσιμο μιας ζωτικής επαφής του αναγνώστη με το σκηνικό. Κεντρικός πυρήνας: Η δυναμη της καθημερινότητας, της αίσθησης ασφάλειας στον οικογενειακο βίο αλλά και η παρουσια της φθοράς που απομυζα τη ζωή του ανθρώπου που μεγαλώνει και νιωθει κάποια στιγμη οτι δεν μπορεί να συνυπάρξει με τα νιάτα, οτι ο καθένας έχει τον κόσμο του και ανήκει εν τέλει εκεί. Τέλος μελαγχολικό και ίσως αναμενομενο, αλλά δοσμένο με τροπο μοναδικο, καλοδουλεμενο και τελικά συγκινητικό χωρίς ιχνος μελοδραματισμου.
Μία σύντομη ιστορία, όπως σύντομες είναι συνήθως οι ερωτικές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων που τους χωρίζει ένα ανυπέρβλητο κοινωνικο-ψυχολογικό χάος. Η Κούλα, μια ώριμη, παντρεμένη γυναίκα, παγιδευμένη σε έναν νεκρό γάμο, συμβατική και συντηρητική, ξαναβρίσκει αιφνίδια τον έρωτα στη μορφή ενός νεαρού φοιτητή τον οποίο γνωρίζει στο βαγόνι του ηλεκτρικού. Τραγική στην απλότητα της, αυτή η καθημερινή ιστορία μετατρέπεται στα έμπειρα χέρια του Κουμανταρέα σε ένα μεσοαστικό δράμα που οδηγείται μεθοδικά σε ένα αναπόφευκτο, μελαγχολικό τέλος.
Προσωπικά μου άρεσε μου θύμισε μια διαχρονική πλευρά της Αθήνας στις περιγραφές του. Και μαζί τον κόσμο που τουλάχιστον θεωρώ πως δεκα��τίες μετά από τη συγγραφή του βιβλίου δεν άλλαξε ιδιαίτερα. Ρεαλιστικά πρόσωπα, ρεαλιστική απόδοση του ψυχισμού των δυο ανθρώπων που περιέγραφε. Κατάφερε σ' αυτή τη νουβέλα να περιγράψει κάτι που συνήθως γίνεται το αντίστροφο. Και επιτέλους, κατάφερε να μου ξυπνήσει πάλι το ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία, το οποίο βρισκόταν σε έναν διακεκομένο λήθαργο.
Είναι το δεύτερο βιβλίο του Κουμανταρέα που διαβάζω και με αφήνει για άλλη μια φορά γοητευμένη. Απλά καμαρώνεις τον τρόπο με τον οποίο χειρίζεται ένα χιλιοειπωμένο θέμα σε 77 σελίδες. Το κλίμα του βιβλίου είναι τόσο ατμοσφαιρικό που αισθάνεσαι ότι βρίσκεσαι κι εσύ κάπου στριμωγμένος μέσα στο βαγόνι και παρατηρείς τους ήρωες καθημερινά να κάθονται αντικριστά και να πλησιάζουν μέρα με την μέρα όλο και πιο κόντα, ότι είσαι μαζί τους στο πρώτο ραντεβουδάκι τους μέσα στο κουτουκάκι με τους ζωγραγισμένους μπεκρήδες από νερομπογιά στους τοίχους, τα λιγδωμένα τραπέζια, ότι ακούς σχεδόν τον μεσήλικο μουστακαλή του μαγαζιού να φωνάζει: "δεν είναι για τα δόντια σου!" σε θαμώνα και να αποστρέφει το πρόσωπο του αμούστακου αγοριού από τα βλέμματα των άλλων. Κι ύστερα, βρίσκεσαι στο καμαράκι με το κρεατί αμπαζούρ να ακούς τις ανάσες των εραστών να μπερδεύονται μεταξύ τους. Ξέρω ότι γυρίστηκε και ταινία και δεν μου κάνει καθόλου εντύπωση. Η κυρία Κούλα ακολουθεί μια ζωή συμβατική, μέσα στη συνήθεια και την ακρίβεια, όπως οι στάσεις στη διαδρομή Κηφισιά- Μοναστηράκι που ακολουθεί καθημερινά και παρ' όλα αυτά τολμά να αλλάξει την πορεία της για λίγο κι ας ξέρει ότι ο έρωτας που θα ζήσει είναι καταδικασμένος. Το λάτρεψα και θα το διάβαζα ξανά με την ίδια ευχαρίστηση.
Τόσο σύντομο που θα μπορούσε να είχε διαβαστεί σε λίγες μόνο διαδρομές του ηλεκτρικού. Ταυτόχρονα όμως τόσο υπέροχο μέσα στην απλότητα του. Η χρήση της γλώσσας, των διαλόγων, και των περιγραφών κάνουν τόσο τις σκηνές όσο και τις σκέψεις των χαρακτήρων ολοζώντανες. Μια ιστορία, ξεκάθαρα χωρισμένη σε τρεις φάσεις. Αρχικά η συνήθεια και η προκαθορισμένη ρουτίνα, έπειτα μια σύντομη παρένθεση όπου το όνειρο και το απροσδόκητο παίρνει υπόσταση και τέλος η συνειδητοποίηση και η επιστροφή. Η κυρία Κούλα τόλμησε να ξεφύγει από την προκαθορισμένη διαδρομή για λίγο και βρήκε το θάρρος να ορίσει αυτή τη διάρκεια του.
Beautiful, little novella about an affair, longing, and growing older. I really liked it. Koula is a believable everywoman, I wonder what is next for her.
Κοινότυπη ιστορία, όμορφη γραφή, ψυχογράφημα των ηρώων - ιδίως της Κούλας- και αποτύπωση της Αθήνας του '70 με πιο έντονες τις ταξικές διαφορές και τις κοινωνικές καταβολές στην γεωγραφία της πόλης. Νομίζω ότι στην εποχή του λόγω και του πολιτικού-κοινωνικού κλίματος, το βιβλιαράκι έκανε μεγαλύτερη εντύπωση απ΄ότι κάνει σήμερα, ωστόσο και πάλι αξίζει να διαβαστεί.
3+/5
Α common story, beautiful prose, psychogram of the two characters - especially of Koula- and a fair depiction of Athens on the late '70s, featuring the quite distinguishable lifestyle and mentallity of different classes (as in social rank) in the geography of the city.
I think that when it was first published, due to the whole political-social "climate" this novella had a greater impact to readers than it has to a reader today, but it's still a decent story, worthing to be read.
Η μεσόκοπη κυρία Κούλα και ο εικοσιενός ετών Μίμης, γνωρίζονται στον ηλεκτρικό, ενώνουν τις ανάγκες τους και δημιουργούν μια ερωτική σχέση, που και οι δύο ξέρουν ότι έχει αναπόφευκτα ημερομηνία λήξης. Ένα ακυρωμένο ραντεβού, οδηγεί την κυρία Κούλα, με βασανιστική προσπάθεια, να βάλει τέλος στη σχέση και η ζωή να συνεχιστεί και για τους δύο. "Συνέβαινε όπως όταν ταξιδεύεις μ' έναν φίλο στενό ή πρόσωπο αγαπημένο. Τότε η συνείδηση του κόσμου σβήνει γύρω σου, για να επιστρέψει βασανιστικότερη τη στιγμή που ξαναμένεις μόνος."
Dans les années 70 à Athènes Koula a 40 ans, un mari (qu'elle n'aime pas) , 2 enfants, une maison, un bon métier (comptable) = ennui ? Mimis jeune garçon a la moitié de son âge Recontre dans le métro, relation amoureuse qui devient vite toxique Le bonheur ne dure pas, mais qu'est ce que c'est le bonheur ? Charme de la jeunesse et hantise du vieillissement
Ménis Koumandaréas est un écrivain grec né le 4 janvier 1931 à Athènes et mort assassiné le 6 décembre 2014 dans la même ville
Dalkey Archive, what would we do without you? This is an 88 page breeeeeze through 1970s Greece—read it all in one sitting while my kid napped on me. Awesome setting. The book is effectively The Graduate but if Mrs. Robinson was the main character; a thoughtful, interesting piece that I liked a lot. Reminded me of Ali: Fear Eats the Soul too, and I do love that movie. Supremely somber ending. Great little novella.
- Κι αφού δεν κοιμάστε μαζί, τότε τι κάνετε; - Ζούμε... Πολύ όμορφα γραμμένο, δομημένο με ενδιαφέρον και σχετική αναρχία, κατακάθεται αργά μέσα σου και σε καταλαμβάνει με αδιόρατους ρυθμούς. (Μόνο αρνητικό πως σε κάποια σημεία μου θύμισε έντονα το "εικοσιτέσσερις ώρες από τη ζωή μιας γυναίκας", του Τσβάιχ)
Το πρωτο βιβλιο του 24! Αξιζει οχι αδικα 5 αστερια. Μικρο και ευχαριστο αλλα με μεγαλη δυναμη λογου και μια ιστορια με ανατροπη που θες να διαβασεις μονορουφι. Πολυ προσωπικο εργο , ωραιος λογος και ιστορια που ναι μεν φαινεται συνηθισμενη, ειναι ομως βαθια αληθινη και φτανει στον αναγνωστη. Ξεχωριζω τη σκηνη της διακοπης ρευματος στο τρενο ως την πιο δυνατη του βιβλιου.
Πάρα πολύ ωραία νουβέλα! Κινηματογραφική και ρεαλιστική ιστορία, με συνοπτικό και απλό λόγο, που προκαλεί ταύτιση και οικειότητα. Μου άρεσε πολύ το επιπλέον υλικό (κριτικές και μίνι συνέντευξη του συγγραφέα) στην καινούρια έκδοση από τις εκδόσεις Πατάκη.