Στο βιβλίο παρουσιάζονται είκοσι πέντε ελληνικά έθνη που διαμορφώθηκαν στον ελλαδικό χώρο ανάμεσα στην άφιξη των Πρωτοελλήνων (πριν από το 1900 π.Χ.) και στο τέλος της Εποχής του Χαλκού (περ. 1100 π.Χ.) και μαρτυρούνται πρώτη φορά από τον Όμηρο στον «Κατάλογο των πλοίων» της Ιλιάδας: Άβαντες, Αθαμάνες, Αινιάνες, Αιολείς, Αιτωλοί, Αρκάδες, Αχαιοί, Βοιωτοί, Γραικοί, Δόλοπες, Δωριείς, Έλληνες, Επειοί, Θεσσαλοί, Ίωνες, Κεφαλλήνες, Λαπίθες, Λοκροί, Μάγνητες, Μινύες, Μυρμιδόνες, Περαιβοί, Φθίοι, Φλεγύες και Φωκείς. Τα είκοσι πέντε αυτά έθνη μελετώνται εδώ ως αυτοτελείς οντότητες αλλά και ως μέρος μιας ευρύτερης οντότητας, αυτής που κατά την ιστορική εποχή ανταποκρίνεται στο όνομα Έλληνες και που στα ομηρικά έπη αναφέρεται με τρία εναλλασσόμενα ονόματα: Αχαιοί, Δαναοί, Αργείοι.
Ο συγγραφέας επιχειρεί να εντοπίσει και να τεκμηριώσει την ύπαρξη των ελληνικών αυτών εθνών με βάση τα γραπτά και πολιτισμικά τους ίχνη, καθώς και δεδομένα ιστορικά, γλωσσολογικά, ονοματολογικά, μυθολογικά και αρχαιολογικά, καταγράφοντας συστηματικά τις κατευθύνσεις των διαδρομών που ακολούθησαν, τον ρυθμό των μετακινήσεων ή των κατακτήσεών τους, το εύρος των κινήσεών τους από πλευράς χώρου και χρόνου, καθώς και τον βαθμό της γεωγραφικής τους διασποράς ή της διάσπασής τους.
Η μελέτη εδράζεται σε δύο βασικές υποθέσεις της έρευνας: Πρώτον, ότι μετά την εγκατάσταση των πρώτων Ελλήνων στον ελλαδικό χώρο διαμορφώθηκαν και τα πρώτα έθνη, με ταυτοποιημένα εγγενή πολιτισμικά χαρακτηριστικά (εθνικό όνομα, θεότητες, ήρωες, διαλέκτους, ανθρωπωνύμια και τοπωνύμια, μηνολόγια, ονόματα φυλών). Και δεύτερον, ότι το κάθε έθνος συνιστά ήδη από την Εποχή του Χαλκού μια αυτόνομη δομημένη οντότητα, μια πολιτική κοινωνία συγκροτημένη από ομάδες με κοινά πολιτισμικά στοιχεία.
Ένα κλασικό έργο της ιστορίας των ιδεών, καρπός πολύμοχθης έρευνας, υπομονής και εξαιρετικής φροντίδας, πολύτιμο για όσους ενδιαφέρονται και μελετούν την εικόνα του παρελθόντος του ελληνικού κόσμου. Ένα υπόδειγμα διεπιστημονικής έρευνας και σύνθεσης και, ταυτόχρονα, μία από τις λίγες σημαίνουσες ελληνικές συμβολές στη διεθνή μελέτη του ινδοευρωπαϊκού προβλήματος.
Ο Μιχαήλ Β. Σακελλαρίου (Πάτρα, 14/2/1912 – Αθήνα, 16/8/2014) σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Aθηνών, στη Σορβόνη και στο Collège de France. Aνακηρύχθηκε Διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1939), Docteur es Lettres (doctorat d'État, 1956). Εργάστηκε ως ερευνητής στο Eπιστημονικό Ίδρυμα Eρευνών της Γαλλίας (C.N.R.S, 1951-1954) και ως διευθυντής ερευνών στο Kέντρο Mικρασιατικών Σπουδών (1954-1959). Tο 1959 εξελέγη τακτικός καθηγητής της Aρχαίας Iστορίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, θέση από την οποία απομακρύνθηκε το 1967 από τη Δικτατορία και στην οποία επανήλθε το 1974. Aπό το 1970 έως το 1975 δίδαξε στο Πανεπιστήμιο Lyon II. Συνταξιοδοτήθηκε το 1979. Διετέλεσε κοσμήτορας της Φιλοσοφικής Σχολής (1965-1966), αντιπρόεδρος του Δ.Σ. του Eθνικού Θεάτρου Bορείου Eλλάδος (1964-1967), πρόεδρος της Association Lyonnaise d'Etudes Anciennes (1974), πρόεδρος της Eλληνικής Eπιτροπής Iστορικών Eπιστημών (1978-1985), μέλος της Διεθνούς Eπιτροπής Iστορικών Eπιστημών (1978-1985), ιδρυτής και διευθυντής του Kέντρου Eλληνικής και Pωμαϊκής Aρχαιότητος στο Eθνικό Ίδρυμα Eρευνών (1979-1992), μέλος του Δ.Σ. του Eθνικού Iδρύματος Eρευνών (1992-1995), πρόεδρος του Iδρύματος Eλληνικού Πολιτισμού (1993-1995), και πρόεδρος του Kέντρου Mικρασιατικών Σπουδών. Υπήρξε μέλος της Accademia dei Lincei και αντεπιστέλλον μέλος της Accademia Pontaniana και της Académie des Inscriptions et Belles Lettres. Έχει δημοσιεύσει άρθρα σε ελληνικά και ξένα περιοδικά και σε συλλογικά έργα, έχει παρουσιάσει ανακοινώσεις σε Aκαδημίες και έχει συνεργασθεί με πολλά εκτενή κεφάλαια στην «Iστορία του Eλληνικού Έθνους» της Eκδοτικής Aθηνών.