Ο γάλλος περιηγητής Εντμόντ Αμπού εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 1851 και κατά τη διάρκεια της τετραετούς παραμονής του περιόδευσε σε όλη τη χώρα. Επιστρέφοντας στο Παρίσι, δημοσίευσε το βιβλίο του Grece Contemporaine στο οποίο σχολιάζει, με αρκετά επικριτικό πνεύμα, την πολιτική και κοινωνική κατάσταση της Ελλάδας εκείνη την περίοδο. Πρόκειται για την κριτική ματιά ενός φιλέλληνα που δεν μπορεί παρά να εντοπίσει τα αντιφατικά στοιχεία της ελληνικής ταυτότητας, χωρίς να παραγνωρίζει τα επιτεύγματα αλλά και χωρίς να αγνοεί τα ελαττώματα. Ένα από τα πιο εμβληματικά έργα για την Ελλάδα του 19ου αιώνα, μία διεισδυτική παρουσίαση των δεινών που ταλανίζουν τη χώρα στη διάρκεια των δύο τελευταίων αιώνων, μέσα από τη ματιά ενός ξένου σχολιαστή.
Ποια είναι η Ελλάδα του Αμπού; Κατ’ αρχάς ανήκει σ’ αυτή τη γενιά των μορφωμένων Γάλλων που έβλεπαν την Ελλάδα σαν όνειρο. Απογοητεύεται από την πραγματικότητα όταν ξυπνάει από το όνειρό του; Η καθαρότητα της ματιάς του, η διαύγεια δεν προδίδει απογοήτευση... Ο Αμπού μάς έχει κληροδοτήσει μια από τις πιο καθαρές και διαυγείς περιγραφές της χώρας μας, και του λαού μας, στα πρώτα βήματα της σύγχρονης Ιστορίας της. Και παρατηρήσεις λεπτές που μπορεί να του κόστισαν σε δημοφιλία στα μέρη μας, αποτελούν όμως ένα πρώτης τάξεως υλικό για τη δική μας αυτογνωσία.
από τον πρόλογο του Τάκη Θεοδωρόπουλου
Το εμβληματικό έργο του Εντμόντ Αμπού για την Ελλάδα του 19ου αιώνα κυκλοφόρησε το 1855 και ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων. Η κοινωνία, η οικονομία, η θρησκεία, η διοίκηση, η πολιτική, τίποτε δεν μένει στο απυρόβλητο από την οξυδερκή ματιά και την καυστική πένα του γάλλου περιηγητή. Για αρκετά χρόνια το έργο του Αμπού θεωρούνταν έως και συκοφαντικό. Πλέον όμως η κριτική αναγνωρίζει το πνεύμα του συγγραφέα: Πρόκειται για τη ματιά ενός φιλέλληνα που δεν μπορεί παρά να εντοπίσει τα αντιφατικά στοιχεία της ελληνικής ταυτότητας, χωρίς να παραγνωρίζει τα επιτεύγματα αλλά και χωρίς να αγνοεί τα ελαττώματα. Ένα μοναδικό ιστορικό ανάγνωσμα που καταφέρνει να παραμένει επίκαιρο, χάρη στις αναπόφευκτες συγκρίσεις με τη σημερινή εποχή.
Κάθε νόμισμα έχει και την άλλη του όψη, είναι πράγματι σπάνιο μία αρετή να μην είναι και διαστροφή μαζί. Στους Έλληνες η αγάπη για την ελευθερία ισοδυναμεί και με περιφρόνηση για τους νόμους και για κάθε νόμιμη αρχή• η αγάπη για την ισότητα εκδηλώνεται συχνά σαν άγρια ζήλια απέναντι σε όλους εκείνους που ξεχωρίζουν• ο κοντόφθαλμος πατριωτισμός γίνεται εγωισμός και το εμπορικό πνεύμα αγγίζει την απατεωνιά.
Edmond François Valentin About was a French novelist, publicist and journalist. His book on Greece, La Grèce contemporaine (1855) was an immediate success. In Tolla (1855), About was charged with drawing too freely on an earlier Italian novel, Vittoria Savelli (1841). This aroused prejudice against him, and he was the object of numerous attacks. The Lettres d'un Bon Jeune Homme, written to the Figaro under the signature of "Valentin de Quevilly", provoked more animosities. During the next few years, he wrote novels, stories, a play (which failed), a book-pamphlet on the Roman question, many pamphlets on other subjects of the day, innumerable newspaper articles, some art criticisms, rejoinders to the attacks of his enemies, and popular manuals of political economy, L'A B C du travailleur (1868), Le progrès (1864). His more serious novels include Madelon (1863), L'Infâme (1867), the three that form the trilogy of the Vieille Roche (1866), and Le roman d'un brave homme (1880) - a kind of counterblast to the view of the French workman presented in Zola's Assommoir. He is best remembered as a farceur, for the books Le nez d'un notaire (1862); Le roi des montagnes (1856); L'homme à l'oreille cassée (1862); Trente et quarante (1858); Le cas de M. Guérin (1862).
Ένα βιβλίο με τις προσωπικές εντυπώσεις ενός Γάλλου από την παραμονή του στο νεοσύστατο, τότε, Βασίλειο της Ελλάδας. Όσοι διαβάζουν ανάμεσα από τις γραμμές της σχολικής ιστορίας αλλά και όσοι έχουν εντρυφήσει περισσότερο σε αυτή γνωρίζουν ήδη την σχεδόν τραγική κατάσταση του μικρού κράτους μας και τα προβλήματα που είχε από της δημιουργίας του. Οι υπόλοιποι αν και υποψιάζονται την κατάσταση μάλλον θα εκπλαγούν δυσάρεστα. Ευτυχώς πολλά έχουν αλλάξει από τότε αλλά δυστυχώς αργά και μετά από αχρείαστους κόπους, τραγικές θυσίες και αργούς ρυθμούς. Το τραγικό είναι ότι πολλές από τις τότε κακοδαιμονίες επιβιώνουν αυτούσιες μέχρι σήμερα και μόνο να ελπίζει κανείς μπορεί ότι δεν θα χρειαστούν άλλα 200 χρόνια για να απαλλαγούμε από αυτές. Χρήσιμο ανάγνωσμα για όσους ενδιαφέρονται για την ιστορία του τόπου, είναι όμως κάπως βαρετό από ένα σημείο και μετά για το σύγχρονο αναγνώστη.
Δεν καταλαβαίνω τις ...θύελλες των αντιδράσεων, εκτός αν μιλάμε για ούγκανα, αμόρφωτα ανθρωποειδή. Σήμερα πήγα στο σχολείο να παραλάβω τα παιδιά λίγο νωρίτερα. Είχε ήλιο, δεν είχα προλάβει να πιω καφέ το πρωί, έφυγα μισή ώρα πριν το σχόλασμα από το σπίτι και με έναν καφέ στο χέρι κάθησα στο μοναδικό παγκάκι που διαθέτει όλο το συγκρότημα των σχολείων (2 δημοτικά, 2 γυμνάσια, 2 λύκεια που σχηματίζουν ένα Π). Γενικά μου αρέσει να κάθομαι στο οπουδήποτε και να παρατηρώ. Έτσι παρατηρώ μια τάξη του δημοτικού που κάνει γυμναστική γιατί το παγκάκι μου βλέπει προς τα δημοτικά, και την ίδια στιγμή παρατηρώ έναν μπαμπά που ανεβαίνει τα σκαλιά του κάτω προαυλίου, διασχίζει το πάνω προαύλιο, φτάνει στη σιδερένια πόρτα που είναι πάντα κλειδωμένη τις ώρες μαθήματος ...και σκαρφαλώνει. Πηδάει έξω, τραντάζει ολόκληρη τη σιδεριά, φεύγει με ύφος θριαμβευτικό προς το φίλο του που τον περιμένει λίγο πιο πέρα. ΠΩ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ ΜΕ ΕΙΔΕΣ ΠΩΣ ΤΑ ΠΗΔΗΞΑ; ΕΤΣΙ ΚΑΙ ΣΤΟ ΛΥΚΕΙΟ ΕΚΑΝΑ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ. Μπλουζάκι Nirvana, πορτοκαλί (ναι, πορτοκαλί) δερμάτινο, τζινάκι, καραφλίτσα, κοιλίτσα, μπλε γυαλί καθρέφτης. Ο ορισμός του ούγκανου. ΑΥΤΟΣ ο τύπος, θα αντιδρούσε κατά τον ίδιο τρόπο διαβάζοντας τον Αμπού, αν υποθέσουμε ότι έχει δυνατότητα να διαβάζει. Έξαλλος ο γυμναστής του φωνάζει: Μα γιατί κύριε δε ζητάτε να σας ανοίξω; ΩΠ, ΦΙΛΑΡΑΚΙ ΔΕ ΣΕ ΕΙΔΑ ΜΑΝΜΟΥ.
Το να επισκεφτεί την Ελλάδα, για τον Αμπού, ήταν ένα όνειρο ζωής.
Η οξυδέρκειά του και η εκπληκτική του διαύγεια τον κατέταξαν αμέσως στα ανθαιλλοινηκά τάγματα, στα οποία ως γνωστόν, ανήκουν “όσοι έχουν μια εικόνα της Ελλάδας που δεν είναι λανθασμένη ή στρεβλή, μα δε συμπίπτει με την εικόνα που έχει η Ελλάδα για τον εαυτό της.”
Ο Ροΐδης με τη σαρωτική ειρωνία του πέρασε απαρατήρητος “γιατί ήταν δικός μας”, ενώ ο Αμπού είναι κσαίνως και συνεπώς του γαμιέται η μάνα που θέλει να έχει και άποψη.
Αυτό το βιβλίο είναι ένας θησαυρός που εύχεσαι να μην τέλειωνε ποτέ. Να ζούσε άλλα πενήντα και μετά ακόμα πενήντα κι ύστερα άλλα τόσα χρόνια και τόσα ακόμα, και μέχρι σήμερα να στέκεται σε μια γωνιά, να παρατηρεί και να γράφει και εμείς να διαβάζουμε. Όσοι τουλάχιστον ακόμα μπορούμε να διαβάζουμε και δεν έχουμε εκφυλιστεί από την απαστράπτουσα μοντέρνα ελληνική λογοτεχνία που έσει βάλει μόνο σείλια και τσίτος, τίποτα άλλο.
Η μεγαλύτερη, σπουδαιότερη κληρονομιά μας είναι η λογοτεχνία των περιηγητών. Με τις αποστάσεις και τη διαύγειά της, κατανοούμε το συλλογικό μας εαυτό.
Είμαι πανευτυχής που έχω αυτό το βιβλίο.
Δυστυχής που τα όσα διάβαζα τις προηγούμενες μέρες μέχρι σήμερα ...είναι σα να γράφτηκαν σήμερα. Και σαν σήμερα θα είναι και μετά από 150 χρόνια. Ίσως. Δε βλέπω κανένα λόγο να ισχύει κάτι άλλο. Ρεαλιστικά πάντα, καθόλου πεσιμιστικά.
(Με πολύ δυσκολία η επιλογή των αποσπασμάτων που θα βάλω παρακάτω, έχω γεμίσει το βιβλίο φλουό υπογραμμίσεις, τσακίσεις και κόντρα σελιδοδείκτες.)
Για αρχή θα πω ότι είναι φοβερά καλογραμμένο κι εκλεπτυσμένο βιβλίο, όπως θα ταίριαζε άλλωστε σε έναν σικ Γάλλο. Λιτές μα πλούσιες περιγραφές, τόσες όσες, μια ήπια εισαγωγή στο δια ταύτα. Εγώ που βγάζω σπυριά μόλις αρχίσουν τα συννεφάκια και τα ρυάκια και οι περικοκλάδες, εδώ χόρτασα.
“Ο Αντώνης είναι άνθρωπος που ταξιδεύει, κι έχει φροντίσει να έχει παντού φίλους. Όταν περνά από ένα χωριό όπου μόλις γεννήθηκε παιδί, προσφέρεται να το βαφτίσει. Ο χωρικός δέχεται, ευτυχισμένος που θα θέσει το γιο του υπό την προστασία ενός άντρα ντυμένου στα χρυσά {..} Ο Αντώνης (από τότε) κάθε φορά που περνά από το χωριό, στον κουμπάρο του θα πάει να μείνει, ακόμη κι αν έχει δέκα κυρίους μαζί του. Θα καθίσει στο σπίτι του κουμπάρου, θα κάψει τα ξύλα και το λάδι του, θα περιποιηθεί τους φιλουξενούμενούς του σα να είναι σπίτι του {..}”
Στο χωριό του άντρα μου στο Πήλιο, όταν θέριζε η διφθερίτιδα το ’50 και οι χωριανοί φοβούνταν πως τα μωρά τους θα πεθάνουν αβάφτιστα, (πιο πολύ τους ένοιαζε μην πάνε αβάφτιστα, παρά το ότι θα πάνε) το ‘χαν καημό μεγάλο να βαφτιστούν νωρίς νωρίς. Μα η βάφτιση ακόμα και τότε κόστιζε (το επιβεβαιώνει και ο Αμπού άλλωστε, ήδη 100 χρόνια πριν) και ο κόσμος λεφτά δεν είχε. Έτσι όλοι βασίζονταν στην καλοσύνη κάποιου ξένου. Ένας ξένος ήταν που κληρονόμησε τρέχα-γύρευε-τι-και-από-πού-κάτι-πάνω-στο-βουνό κι είχε χρήμα μπόλικο μα όχι παιδιά δικά του. Εκείνος βάλθηκε να βαφτίζει όλα τα μωρά του χωριού, καλύπτοντας όλα τα έξοδα. Λένε, πως έχει βαφτίσει πάνω από εκατό παιδιά στα χρόνια του. Μοναδική του προϋπόθεση να διαλέγει το όνομα, προκαλώντας τον τρόμο, μιας και οι χωριανοί ήταν μπροστά σε τεράστιο δίλημμα, να χαλάσουν την παράδοση του ονόματος στο γονιό ή να αφήσουν το παιδί αβάφτιστο (και πιθανόν φευγάτο από διφθερίτιδα), μα ευτυχώς τα γονεϊκά ένστικτα υπερίσχυαν (έστω και με το φόβο του θεού) και γέμισε ο τόπος Αλκμήνη, Διανέλλος, Παρμενίων, Λευκοθέα, Πραξιθέα, Τηλέμαχος, Λεωνίδας, Αγαμέμνων κλπ. Εκείνος είχε αρκετά χρήματα ώστε να μην έχει ανάγκη να γίνει σαν τον Αντώνη του Αμπού.
Ε, ως ένα βαθμό εκσυχρονίστηκαν οι χωριανοί κάποτε. Ο νονός πέθανε, ο φόβος του θεού μάλλον αντικαταστάθηκε από το φόβο των πεθερικών εν τέλει, κάποιος ξέφυγε κι έκανε την αρχή, και σήμερα, παρόλο που σε γενικές γραμμές μάλλον υπερτερούν τα αρχαιοελληνικά ονόματα, υπάρχουν εξίσου πάμπολλοι Μητσάδες, Αποστολάδες, Μαρίες και Ειρήνες. Θα έλεγα ένα 60-40%, ίσως και 55-45. Πιο εύκολο εξάλλου είναι να βρεις εκκλησάκι και αφορμή να βγεις έξω από το σπίτι όταν σε λένε Μήτσο, Γιώργο, Μαρία, παρά Αλκιβιάδη ή Αριστείδη.
Και η επαρχία εξακολουθεί να ψωμολυσσά. Και οι κουμπάροι μπαινοβγαίνουν σπίτι σου όποτε γουστάρουν.
“Είναι αξιοσημείωτο ότι η υποτιθέμενη εθνική ενδυμασία των Ελλήνων είναι δανεισμένη είτε από τους Τούρκους, είτε από τους Αλβανούς.”
(Δε σας χάλασε)
“Στους Έλληνες η αγάπη για την ελευθερία ισοδυναμεί με περιφρόνηση στους νόμους {..} Η αγάπη για την ισότητα συχνά εκδηλώνεται σαν άγρια ζήλια απέναντι σε κείνους που ξεχωρίζουν {..} ο κόντόφθαλμος πατριωτισμός γίνεται εγωισμός και το εμπορικό πνεύμα αγγίζει την απατεωνιά {..} Η θρησκεία, ωθεί τους πιστούς στη δεισιδαιμονία μόνο, και ξεχνά να κηρύξει την ηθική.
(Δε σας χάλασε)
Κατά τον γλυκύτατο Αμπού, η Ελλάδα διαθέτει τόσο πλούτο, που θα μπορούσε να α) ζει αποκλειστικά από τη γεωργία και να ευημερεί β) ζει αποκλειστικά από τα ορυκτά της και να ευημερεί γ) ζει αποκλειστικά από το ναυτικό εμπόριο και να ευημερεί.
Πού να τα αξιοποιούσε όλα μαζί ταυτόχρονα, δηλαδή.
“Ο ελληνικός λαός είναι φτωχός, η Ελλάδα όχι. Η χώρα καλλιεργείται ανεπαρκώς εξαιτίας της έλλειψης εργατικών χεριών, κεφαλαίων και δρόμων. Τα χέρια θα ήταν επαρκή αν ο πυρετός δεν αποδεκάτιζε τις οικογένειες {..} Οι δρόμοι θα ήταν επαρκείς, αν τα έσοδα του κράτους χρησιμοποιούνταν για έργα κοινής ωφελείας, αντί να συντηρούν στρατό και στόλο {..} Η Ελλάδα θα ήταν πλούσια αν η κυβέρνηση έκανε το καθήκον της.”
“Τα χάδια, που οι γονείς προσφέρουν απλόχερα σε μας (τους Γάλλους), είναι σχεδόν άγνωστα σε κείνους (τους Έλληνες). Όλοι είναι θλιβεροί και ταλαίπωροι. Οι δυσκολίες της ζωής, η έλλειψη των απαραίτητων αγαθών, ο αιωνίως τσαλακωμένος εγωισμός και κυρίως, η ανασφάλεια για το μέλλον, δε θα αφήνουν, για καιρό ακόμη, να γεννηθεί αυτή η τρυφερότητα, χωρίς την οποία δεν μπορούμε να αντιληφθούμε την οικογένεια.”
Καημένε μου Αμπού. Πού να ‘ξερες και τι γίνεται σήμερα. Ναι, πρέπει να είσαι αυτάρκης για να μπορείς να αγαπήσεις και να αγαπηθείς.
“Το σύνταγμα εγγυάται την ισότητα απέναντι στο νόμο, την ατομική ελευθερία, την ελευθερία του τύπου, την κατάργηση της κατάσχεσης, τη δωρεάν εκπαίδευση, τη θρησκευτική ελευθερία. Η ισότητα όμως απέναντι στους νόμους είναι φενάκη, η ατομική ελευθερία παραβιάζεται, η κατάσχεση αντικαθίσταται από την καταπάτηση.”
Ο Αμπού είδε ξεκάθαρα το πώς λειτουργούν τα πράγματα στην Ελλάδα. Άραγε να είχε ποτέ του φανταστεί πως τίποτα απολύτως δε θα είχε αλλάξει το 2020; “Κάθε υπουργός είναι έτοιμος να κάνει τα πάντα {..} Αυτοί οι κακόμοιροι {..} το μόνο που επιθυμούν είναι να κερδίζουν, φιλόδοξοι μα χωρίς αρχές, εκαπιδευμένοι σε μια θλιβερή σχολή πολιτικής {..} Το μόνο που σκέφτονται είναι πώς θα κρατηθούν στη θέση τους περισσότερο και πώς θα επωφεληθούν περισσότερο από το πέρασμά τους στα δημόσια πράγματα {..}
Δε σχολιάζω άλλο.
Δικαιοσύνη: “Δεν υπάρχει δικαιοσύνη στην Ελλάδα.”
Η Παιδεία: “Ο απλός λαός της Ελλάδας δε σέβεται τίποτα. Έχω δει βοσκούς να σπάνε επιμελώς τα απομεινάρια του ναού της Φιγαλείας, από καθαρή περιέργεια να δουν αν είναι από μάρμαρο ή πέτρα.”
Ναι, Αμπού. Οι Έλληνες σπάνε γιατί έτσι.
“Παρατηρεί κανείς πως στον κατάλογο εκείνων που συνεισφέρει η εκκλησία, δε συμπεριλαμβάνεται η διδασκαλία της ηθικής. {..} μια απολιθωμένη θρησκεία χωρίς τίποτα το ζωντανό {..} απαγγελία ατελείωτων τυποποιημένων εκφράσεων που έχουν αποβεί πια νεκρό γράμμα {..} υποχρέωση (των Ελλήνων) να τρέφουν τους ιερείς και να πλουτίζουν τις εκκλησίες με εράνους χωρίς τέλος.”
Τ’ ακούτε σαύρες;
“Στην Ελλάδα θεωρείται κομψό να πηγαίνει κανείς στην εκκλησία κάθε Κυριακή, να παίρνει αγιασμό, να κάνει το σταυρό του, να νηστεύει {..} Εϊναι έτσι ο λαός πιο ηθικός; Ουδόλως. Το ελληνικό δόγμα είναι νεκρό γράμμα και δεν απαιτεί ίχνος αρετής, μόνο προσποίηση. Βρίθει από σχολαστικές και προσβλητικές υποδείξεις. Διαπρέπει στις στερήσεις του σώματος χωρίς όφελος για το πνεύμα. {..} είναι και αυτό κομμάτι της βυζαντινής ηλιθιότητας.”
Αμήν.
“Η Ελλάδα είναι το μοναδικό γνωστό παράδειγμα χώρας που βρίσκεται σε πλήρη χρεοκοπία από τη γέννησή της.”
Ναι μωρή αρρώστια. Κι εδώ έχεις δίκιο.
“Για ποιο σκοπό ένας λαός συντηρεί ένοπλες δυνάμεις; Για να επιτεθεί ή για να αμυνθεί. Η Ελλάδα δεν έχει κανέναν να επιτεθεί. Είναι προς το συμφέρον της, να μην επιτεθεί σε κανέναν. Η Ευρώπη δε θέλει η Ελλάδα να επιτεθεί σε κανέναν. Εξάλλου, οι δυνάμεις της είναι τόσο μικρές που δε θα είναι ποτέ σε θέση να κάνει πόλεμο με κανέναν. Έχει ανάγκη άμυνας; ΟΧΙ. Κανείς δε διανοείται να της επιτεθεί. Η Ευρώπη δε θα επέτρεπε ποτέ κάτι τέτοιο. Δεν έχει ανάγκη ούτε από στρατό, ούτε από στόλο.
Αν η Ελλάδα δεν έχει δρόμους, αν τα δάση της δεν αξιοποιούνται, αν η γη της δεν καλλιεργείται, αν τα ορυχεία της δεν ανασκάπτονται, αν τα εργατικά χέρια απουσιάζουν, είναι επειδή εδώ και 20 χρόνια η Ελλάδα έχει στρατό. Αν ο προϋπολογισμός είναι μονίμως ελλειμματικός, αν η Ελλάδα δεν είναι σε θέση να πληρώσει τους τόκους των δανείων της, είναι επειδή έχει στρατό.”
Νομίζω ότι εδώ θα σταματήσω. Αν δεν το διαβάσετε αυτό το βιβλίο, πραγματικά θα χάσετε πολλά. Ο Αμπού υπήρξε εξαιρετικός, τρομακτικά θα έλεγα δεινός παρατηρητής. Από το μικροσκόπιο της κρίσης του πέρασαν τα πάντα. Η διοίκηση της χώρας, ο βασιλιάς, οι υπουργοί, η δικαιοσύνη, η οικονομία, η θρησκεία, οι συνήθειες, οι αστοί και οι χωριάτες, η παιδεία, η φτώχεια η καταρραμένη. Θα κλείσω με ένα τελευταίο σπαρακτικό απόσπασμα:
“Η πρόοδος των επιστημών, η ανάπτυξη της βιομηχανίας, τα πλεονεκτήματα ενός καινούργιου κόσμου, οι ανακαλύψεις που έκαναν μέρα με τη μέρα τη ζωή ευκολότερη για το σώμα και το πνεύμα, έφεραν μέχρι την τελευταία καλύβα της Ευρώπης αγαθά πιο σίγουρα και πιο πραγματικά {..} (από όσα στην Ελλάδα) ...η δυστυχία και η άγνοια έχουν ριζώσει για πάντα. Δε εφηύραν την τυπογραφία για τους κακόμοιρους αυτούς ανθρώπους γιατί ποτέ δε θα μάθουν να διαβάζουν. Δεν ανακάλυψαν γι αυτούς την Αμερική, γιατί η πατάτα που τρέφει και τα πιο φτωχά χωριά μας, είναι γι αυτούς άγνωστος θησαυρός. {..} Και γιατί να τους νοιάζουν οι ανακαλύψεις αφού κανείς τους δε θα τις αξιοποιήσει; Όσο ο κόσμος θα υπάρχει, θα κάνουν μια λεύγα την ώρα στα μονοπάτια των βουνών τους. Αναρωτιέμαι τι κέρδισαν τελικά από την απελευθέρωση της Ελλάδας. {..} Θα πρέπει να γίνει κάποιο θαύμα για να αντιμετωπιστεί τέτοια φτώχεια βαθιά ριζωμένη.”
Μπορείς να διαβάσεις αυτό το βιβλίο και να δεις τα πάντα διαφορετικά. Ή μπορείς και να αυτοκτονήσεις. Η περίπτωση της Ελλάδας δεν είναι ανίατη, μα πολύ αμφιβάλλω ότι έχει την παραμικρή ελπίδα.
Ένα ενδιαφέρον βιβλίο κυρίως γι αυτούς που ασχολούνται με την ιστορία. Ο Γάλλος περιηγητής καταγράφει την Ελλάδα της εποχής αυτής (γύρω στα 1852) με διαπιστώσεις που παραπέμπουν στο σήμερα! Μια λεπτομερή ακτινογραφία όλων των κοινωνικών εκφάνσεων. Από την πολιτική, την αυτοδιοίκηση μέχρι τους ληστές της εποχής! Από την αγορά μέχρι τα κεράσματα στα σπίτια.
This book became famous in 2010, during economic Greece crisis. On the form it is classical. A simple account of travel as there was of it much to the XIXth. About, member of the French School of Athens is a man of his time. He was a art critic. He made his travel to Roma and so lived in Athens, obligatory pilgrimage for each Young man. I had difficulty to find it, especially in the secondhand bookseller. I read it on Gallica, the site of BNF.
Which is thus the interest of this book? It is the pitiless judgement on the Greek State.
"Greece is the only known example of an alive country in full bankruptcy since the day of its birth. If France and England were only one year in this situation, terrible catastrophes would be seen: Greece lived more than twenty years in peace with the bankruptcy. All the budgets, since the first until the last,are in déficit."
France and UK are guaranteed loan subscribed by Greek state 20 years ago. About explains us that it will never be refunded
"The resources provided by this loan were wasted by the government without any fruit for the country; and, once the money spent, it was necessary that the guarantors, by pure benevolence, served the interests of them: Greece could not pay them. "
All was said. Currently, greek people don't pay any taxes. Varouflakis, the hilarious greek finance minister proposes to the tourists to be transformed into agent of the Greek taxes. Money leaves the country. It is a sinister and ridiculous comedy. But after all, when we analyse french attitude, is it so different? Too big to fail. France considere that its weight prevent it from bankruptcy. France didn't do any reform when other countries did it. And french government keep on considering everybody with superiority and arrogance (recently the very stupid Michel Sapin). Sometimes, I am ashamed to be french.
Τραγελαφικο, από τις λίγες φορές που γέλασα τόσο πολύ με βιβλίο που πραγματεύεται κάτι σοβαρό, τα λέει πολύ ωραία ο Αμπού, έχει δίκιο σε όλα, δεν υπάρχει τίποτα, ένας λαός αμόρφωτων και επικίνδυνων ιθαγενών που για το μόνο το οποίο είναι ικανός είναι η κλεψιά, καλά λέει ο Βουλαρινος, η Ελλάδα οφείλει να καταστραφεί, το οφείλει σε όλους μας, σε όλο το κόσμο.
Ο Αμπού έκανε 9 μέρες ταξίδι να έρθει στην Ελλάδα το 1852 - πολύ μακρινά χρόνια... κι όμως είναι εκπληκτικό πόσα πράγματα δεν έχουν αλλάξει: Ανοργανωσιά, κλέφτες, ανύπαρκτη δικαιοσύνη...
Μου έκανε εντύπωση η φοβερή φτώχεια συνάντησε... Περιγραφή σπιτιού στην Αρκαδία:
"τέσσερις τοίχοι και μια στέγη, μια χαμηλή πόρτα , όπου σχεδόν πάντα χτυπάμε το κεφάλι μας, και δυο μικρά παράθυρα που κλείνουν με παραθυρόφυλλα. Από καπνοδόχο τίποτα. Ο καπνός διαφεύγει από όπου μπορεί. Η οροφή επίσης έχει ένα ωραιότατο μαύρο χρώμα, και καθώς ποτέ δεν την τρίβουν η λίγδα κρέμεται λες και βλέπεις σταλακτίτες. Η επίπλωση είναι παντού η ίδια. Μερικές μεγάλες στάμνες δείχνουν πού βρίσκεται η αποθήκη· εκεί φυλάνε το λάδι και τους καρπούς, όταν έχουν. Μερικοί κορμοί δέντρων κουφωμένοι, λίγα καλάθια από κλαδιά τριανταφυλλιάς ή από καλάμια, καλυμμένα με κοπριά αγελάδας, αυτά είναι οι ντουλάπες τους. Κάποια χοντροκομμένα χαλιά από τσόχα είναι τα κρεβάτια τους· λίγα ασκιά κρεμασμένα στους τοίχους είναι η κάβα τους· στους πιο πλούσιους βρίσκεται και κανένα ξύλινο μπαούλο όπου κρύβουν τα πολύτιμα αντικείμενα, που μόνο πολύτιμα δεν είναι. Το χρήμα είναι τόσο σπάνιο σε αυτές τις επαρχίες που η προίκα των κοριτσιών πληρώνεται σε ρουχισμό. Οι κάτοικοι, όπως και κατά τον πρώτο καιρό της δημιουργίας του κόσμου, ανταλλάσσουν φρούτα με λάδι ή λάδι με βαμβάκι. Έχω δει αγωγιάτες να πληρώνουν δεν ξέρω ποια ανάγκη τους με καρφιά."
και σε ένα άλλο χωριό:
"Στην αρχή δεν τολμούσαν να μας πλησιάσουν· εμπιστεύονταν το συμφέρον τους σε έναν άντρα ο οποίος ερχόταν να κάνει τη διαπραγμάτευση: Αλλά, σιγά σιγά, όλο και έπαιρναν θάρρος, μας πλησίαζαν και έρχονταν τελικά σε πλεονεκτικότερη θέση. Η μια έλεγε: «Ούτε ψωμί δεν έχω». Η άλλη: «Ίσα για να ζήσουμε». (...) Οτιδήποτε πουλούσαν σε ύφασμα ήταν φτιαγμένο από τις ίδιες· αυτά τα πουκάμισα, αυτά τα σάλια από βαμβακερό ύφασμα κεντημένο με μετάξι είναι, μέχρι και την τελευταία κλωστή, έργο των χεριών τους. Εκκοκκίζουν το βαμβάκι, το γνέθουν στο αδράχτι με τις μακριές ρόκες τους σε σχήμα ρακέτας και το υφαίνουν στον αργαλειό που βρίσκεται μονίμως στην πόρτα τους. Τα κεντήματα είναι δική τους επινόηση: αυτοσχεδιάζουν, χωρίς μοντέλο, χωρίς σχέδιο, χωρίς δάσκαλο, αυτές τις υπέροχες αραμπέσκ, που συνεχώς αλλάζουν εκπλήσσοντας ευχάριστα. Όλες αυτές οι γυναίκες είναι καλλιτέχνες χωρίς να το γνωρίζουν και, επιπλέον, έχουν την υπομονή που φτιάχνει τα μεγάλα έργα.(...)Το ξεκίνησαν νανουρίζοντας το πρώτο μωρό της οικογένειας σε εκείνη την ταπεινή κούνια που λέγαμε - το τέλειωσαν μπροστά στη θλιβερή κλίνη του άρρωστου άντρα τους. Αυτό το σάλι κεντήθηκε από μια γριά μητέρα που δεν πρόλαβε να το τελειώσει· η κόρη πρόσθεσε τα κρόσσια και συνέχισε το ίδιο σχέδιο ευλαβικά. Πρέπει επίσης να δούμε πόσο δένονται με τα έργα αυτά που πήραν ένα τόσο μεγάλο κομμάτι από τη ζωή τους. Όταν τα φέρνουν για να τα πουλήσουν, μαντεύεις ότι είναι διχασμένες ανάμεσα στον πόνο τους που θα τα αποχωριστούν και την ανάγκη τους για λίγα χρήματα. Τα δίνουν, τα ξαναπαίρνουν, κοιτούν τα χρήματα, έπειτα το εργόχειρό τους, έπειτα πάλι τα χρήματα, που στο τέλος εκείνα είναι που νικούν, και φεύγουν στενοχωρημένες που πλούτισαν ξαφνικά.
Μια ηλικιωμένη γυναίκα μάς είχε φέρει ένα μεγάλο όμορφο σάλι, με ένα θαυμάσιο σχέδιο, εντυπωσιακό, σπάνιας ομορφιάς θα έλεγα. Τα χρώματα του μεταξιού ήταν λίγο ξεθωριασμένα· παρά όμως τις μικρές φθορές του χρόνου, ήταν ένα υπέροχο κομμάτι που μοιάζει μάλλον με εκείνα τα όμορφα υφάσματα που ύφαιναν παλιά οι Πηνελόπες επί χρόνια ολόκληρα για το σάβανο του πατέρα του άντρα τους. Μόλις είδαμε αυτό το αριστούργημα, θελήσαμε όλοι να το αγοράσουμε (...). Επιτέλους το σάλι πέρασε στα χέρια μας. Με ποιο τίμημα; Ντρέπομαι να το πω. Τα χρήματα εκεί κάτω αξίζουν δέκα φορές περισσότερο απ' όσο στην Ευρώπη. Η καημένη η γριά έκανε πίσω με αργά βήματα, κοιτάζοντας τα χρήματα στο χέρι της. Μετά έκανε μια μηχανική στροφή, γύρισε πάλι προς τα πίσω, στάθηκε μπροστά μας και μη ξέροντας τι να πει αναφώνησε στο τέλος: «Α, είναι πολύ όμορφο σάλι! Είναι έξι πήχεις μακρύ!» Και το έβαλε στα πόδια κλαίγοντας. Σφίχτηκε η καρδιά μας μπροστά σε αυτό τον ακατέργαστο πόνο. Μέσα από τα δάκρυά της μαντέψαμε ένα ασήμαντο ρομάντσο που εκτυλίχθηκε σε αυτή τη γωνιά, μέσα στα βουνά ή πάλι οικογενειακές περιπέτειες και δυστυχίες· μπορεί και μια ιστορία έρωτα όλο δροσιά και ευφορία σαν την άνοιξη που το τελευταίο τεκμήριο και το μοναδικό ενθύμιο το παίρνουμε εμείς μέσα στις αποσκευές μας. Αλλά τι να κάνουμε; Θέλαμε φορεσιές, δεν ήμαστε πλούσιοι και κάθε φορά που αγοράζαμε κάτι μπαίναμε στον πειρασμό να το αφήσουμε, δίνοντας όμως τα χρήματα.
Πραγματική μάχη, πάντως, δώσαμε όταν τελειώσαμε τα ψώνια μας. Εμείς δεν θέλαμε να αγοράσουμε τίποτα, ενώ όλοι θέλανε να μας πουλήσουν. Καθώς ήμουν εγώ ο διερμηνέας, με είχαν πολιορκήσει. Μια γυναίκα μού έλεγε: «Κι εγώ φτωχιά είμαι και άρρωστη, γιατί δεν αγοράζεις κι από μένα κάτι;» Μια άλλη φώναζε: «Από τα κορίτσια αγόρασες, εγώ έχω τέσσερα παιδιά και δεν αγοράζεις από μένα τίποτα· δεν είσαι άνθρωπος σωστός!» Άδικα τους εξηγούσα πως δεν είχαμε ανάγκη από τίποτα, ότι μας περίμενε μεγάλο ταξίδι, ότι τα άλογά μας ήταν παραφορτωμένα: δεν άκουγαν τίποτα.
Την ίδια στιγμή, άλλες γυναίκες μας έφερναν τα παιδιά τους και μας έλεγαν: «κλαίνε για μια πεντάρα». Αν δίναμε στον ένα έπρεπε να δώσουμε και στους άλλους· όλοι είχαν κι από έναν σοβαρό λόγο: ούτε ψωμί δεν έχουμε! Και αυτό το φοβερό «ούτε ψωμί δεν έχουμε» δεν είναι καθόλου ρητορικό σχήμα προς χρήση των ζητιάνων. Οι προμήθειές μας σε ψωμί είχαν σχεδόν εξαντληθεί· δεν μπορέσαμε με κανένα τίμημα να βρούμε στο χωριό (...) Έπιασα την κουβέντα με αυτή την κακόμοιρη γυναίκα:
- Έχετε κάποιον γιατρό εδώ γύρω; – Όχι, αφέντη. – Και τι κάνετε όταν αρρωσταίνετε; – Περιμένουμε να φύγει ο πόνος. Και όταν είστε πολύ άρρωστοι; - Πεθαίνουμε.
Βρισκόμαστε στο 1851 και ο γάλλος περιηγητής και δημοσιογράφος Edmond About έρχεται στην Ελλάδα οπου και θα παραμείνει τέσσερα χρόνια για να παρατηρήσει τους ιθαγενείς και να γράψει τις εντυπώσεις του. Οι άντρες, λέει, ήταν όμορφοι ενώ οι γυναίκες είχαν γαμψή μύτη, δεν είχαν μεση και είχαν πλατυποδία. Ναι, όλες. Κακάσχημες , λέει. Ολες ρε φίλε; Άκου τώρα! Τελος πάντων, εγώ δεν ξέρω απο αυτά, εμείς είμαστε ομορφόσογο :P και καταγόμαστε απο βόρεια, εκείνη την εποχή δεν είμασταν Ελλάδα. Οσοι είσαστε απο εδώ γύρω, Στερεά Ελλάδα, Πελοπόννησο, ψαχτείτε. Ήταν κακάσχημες οι προ προ προγιαγιάδες σας ρε και γίναμε ρεζίλι στον ξενο άνθρωπο; Όμορφα λοιπόν τα παλληκάρια μας αλλά πολύ λαμόγια ρε παιδί μου. Γεμάτο, λέει, το μικρό μας βασίλειο απο κλέφτες, απατεώνες και δεν συμμαζεύεται. Ευτυχώς σήμερα εχουμε αλλάξει. Είχανε ορίσει οι αθεόφοβοι της κυβέρνησης υπεύθυνους δασών και υδάτων στη Σύρο να πέρνουνε μισθό, ένα νησί που όπως λέει ο Αμπού δεν είχε ούτε δάση ούτε ύδατα. Νταξει ρε φίλε, πού να δεις και κανα νησί γεμάτο κατσίκια και να πέφτουν οι επιδοτήσεις. "Η Ελλάδα είναι το μοναδικό γνωστό παράδειγμα χώρας που βρίσκεται σε πλήρη χρεοκοπία από τη γέννησή της." Και έτσι θα παραμείνει φίλε Αμπού. "Οι Ελληνες τυφλώνονται κατά τρόπο περίεργο σχετικά με τη σπουδαιότητα της Ελλάδας." Αφού ειμαστε ο ομφαλός της Γης ρε αδερφέ και όλοι μας ζηλεύουνε. Γενικά μας στολίζει πολύ και τις περισσότερες φορές δεν έχει άδικο. Μιλάει για τις παθογένειες του ελληνικού κρατους που αποδείχτηκαν χρόνιες και ανιατες, μιλάει και για τη φτώχεια που είδε γυρνώντας στα χωρια. Έχει ενδιαφέρουσες πληροφορίες για την εποχή, έχει και αδιάφορες κουτσομπολίστικες ιστορίες για την καλή κοινωνία της Αθήνας. Το βρήκα αρκετά ενδιαφέρον και γέλασα και πολύ διαβάζοντας τα ειρωνικά σχόλια για τα χάλια μας. Βέβαια κάποιες φορές το παρακάνει. Βάζω κι ένα τελευταίο απόσπασμα γιατί όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν. - Έχετε κάποιον γιατρό εδώ γύρω; – Όχι, αφέντη. – Και τι κάνετε όταν αρρωσταίνετε; – Περιμένουμε να φύγει ο πόνος. Και όταν είστε πολύ άρρωστοι; - Πεθαίνουμε.
Ο συγγραφέας επισκέφτηκε την Ελλάδα στα 1852 και παρέμεινε σε αυτήν δύο χρόνια. Κατέγραψε τις εντυπώσεις του από το νεοσύστατο ελληνικό κράτος, προσπαθώντας να προσεγγίσει μια μεγάλη γκάμα της κοινωνίας και του τόπου. Φειδωλός σε κοπλιμέντα, φαίνεται να μην εντυπωσιαζεται από τις ομορφιές του τοπίου και, όταν αποφασίζει να το επαινέσει, είναι πολύ μετρημενος. Αφιερώνει ειδικό κεφάλαιο στον Όθωνα και την Αμαλία, μην κρύβοντας την αντιπάθειά του στο πρόσωπό τους, θίγει κακώς κείμενα της ελληνικής κοινωνίας, αλλά και του ελληνικού χαρακτήρα που μοιάζουν διαχρονικά και μου έδωσε την εντύπωση ότι οι περιγραφές του διακατεχονται ελαφρώς (καλυμμενα μεν, εμφανώς δε) από την αδιορατη υπεροψία του γάλλου λόγιου, απέναντι σε αυτό το τσούρμο αξεστων χωρικών που βλέπει στην Ελλάδα εκείνου του καιρού. Πάντως ήταν πολύ ενδιαφέρον να διαβάζει κανείς ιστορίες για προσωπικότητες, όπως η δούκισσα της Πλακεντίας, από πρώτο χέρι, από έναν άνθρωπο που περιγράφει, χωρίς μυθοπλαστικα στοιχεία, πρόσωπα και πράγματα της εποχής του. Και ομολογώ ότι εντυπωσιαστηκα μπροστά στη φράση "οι φορολογούμενοι δεν πληρώνουν καθόλου το κράτος, το οποίο δεν πληρώνει καθόλου τους πιστωτές του" ή "η Ελλάδα έχει παραιτηθεί από την προσδοκία να απαλλαγεί ποτέ από το χρέος της", καθώς και "το κράτος εξακολουθεί να έχει ματαιες από φορολογουμενους απροθυμους ή αδύναμους να πληρώσουν"που μοιάζουν απίθανα επίκαιρες. Όσο για τα Πατήσια ως μικρό χωριό και τις περιγραφές της Αθήνας γενικά ως ένα χωριό που μετά βίας εξελίσσεται σε πολιχνη, πραγματικά ξεπερνά τη φαντασία, είναι όμως πολύ ενδιαφέρουσες. Εν κατακλείδι, η φράση του συγγραφέα που κρατώ ως τροφή για σκέψη κλείνοντας αυτό το πολύ ιδιαίτερο οδοιπορικό είναι η ακόλουθη : "Στην Ελλάδα πάντα το παρελθόν θα αδικεί το παρόν". Μένει να αποδειχθεί αν έχει δίκιο...
Για τους αναγνώστες που τους ενδιαφέρει να έχουν μια ιδέα για την κατάσταση της χώρας μας κατά τα πρώτα βήματα της σύγχρονής της ιστορίας, Η Ελλάδα του Όθωνα αποτελεί μια ωραία αρχή. Όπως αναφέρεται και στην εισαγωγή του βιβλίου από τον κο Θεοδωρόπουλο, το παρόν βιβλίο αν και θεωρείτο υποχρεωτικό ανάγνωσμα παλιότερων γενιών, εντούτοις κατέστησε τον κο Αμπού επιεικώς μη δημοφιλή, γιατί ορισμένες πτυχές του βιβλίου δεν επαλήθευαν την θεώρηση που έχουμε εμείς οι ίδιοι για τους εαυτούς μας. Το έργο αυτό αποτελεί μια εξαιρετική πηγή πληροφόρησης και τροφή για περαιτέρω έρευνα για τους ενδιαφερόμενους και το δύστυχες είναι ότι σχεδόν 200 χρόνια μετά, πολλές περιγραφές (ιδίως για την οικονομία, την οργάνωση του κράτους αλλά και την κοινωνία) παραμένουν σχεδόν αναλλοίωτες.
Ένα ενδιαφέρον βιβλίο στο οποίο θα μπορούσα να βάλω περισσότερα αστέρια. Ωραίος λόγος, χιούμορ, εξαιρετικές περιγραφές της Ελλάδας του τότε, όμως ο συγγραφέας είναι τόσο σωβινιστής, σχεδόν σε κάθε τι συγκρίνει την Γαλλία με την Ελλαδα(που τότε μετρούσε ελάχιστα χρόνια ως κράτος...) για να καταδείξει το πρωτόγονο μάλλον του Έλληνα... Επίσης κάθε καλό που βρίσκει στους Έλληνες καταλήγει με τον λόγο του και την ειρωνεία του "πολιτισμενου" δυτικού να το μετατρέπει σε μειονέκτημα. Επιπλέον εκφραζει τερατώδεις απόψεις ως προς την γενναιότητα των Ελλήνων και τον τρόπο που απελευθερωθηκαν από τους Τούρκους ενώ αμφιβάλλει για το αν κακοπαθούσαν στην Τουρκοκρατια τελικά. .. Μπορώ να καταλάβω πολύ καλά γιατί θεωρήθηκε συκοφαντικό από τους Ελληνες... Εξακολουθεί να προσβάλλει.
Αναμφίβολα πρόκειται για βιβλίο, η αξία του οποίου δεν έγκειται απλά στην ενημέρωση των Γάλλων και εν γένει των Ευρωπαίων σχετικά με την Ελλάδα των μεταπελευθερωτικών χρόνων. Η αξία του συνίσταται κυρίως στο ότι συμβάλλει στην δική μας ενημέρωση, δηλαδή, στην νεοελληνική αυτογνωσία μας. Γι αυτό η ανάγνωσή του ιδίως από εμάς τους νεοέλληνες συνιστάται τα μέγιστα . . .
Στην ουσία πρόκειται για έναν ταξιδιωτικό οδηγό των μέσων του 19ου αιώνα από την περιήγηση του Αμπού στο νεοσύστατο ελληνικό βασίλειο. Κατά κάποιο τρόπο ο περιηγητής περιγράφει τις διάφορες πτυχές του δημόσιου βίου με δηκτικό τρόπο αλλά παράλληλα χωρίς να προσβάλλει την τότε Ελλάδα. Ένας σύγχρονος αναγνώστης πάντως πείθεται περισσότερο πως η χώρα μας έχει περισσότερο ανατολίτικες καταβολές παρά δυτικές.
ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο, αν και γραμμένο πριν απο δυο αιώνες, ο ελληνικός λαός δεν έχει αλλάξει και πολύ, με εκπλήσσει πόσες ομοιότητες υπάρχουν με το σήμερα.