Είτε εκδηλώνεται υπό τη λαϊκίστικη είτε υπό τη φασιστική παραλλαγή της, η παρουσία της άκρας δεξιάς -ξενόφοβης ή απροκάλυπτα αντισημιτικής και ρατσιστικής- είναι μόνιμα δεδομένο της πολιτικής και κοινωνικής ζωής της μεταπολεμικής Ευρώπης: ανάλογα με τις συνθήκες και την προσωπικότητα των ηγετών της, ενόχλησε ή ευνόησε τα κλασικά κόμματα. Πότε χρησίμευσε σαν σκιάχτρο και πότε σαν φυτώριο ιδεών. Σήμερα είναι ικανή να στρατοπεδεύει προ των πυλών ορισμένων κυβερνήσεων και να διαταράσσει, λίγο έως πολύ σοβαρά, το δημοκρατικό παιχνίδι.
Το βλέμμα του ιστορικού είναι απαραίτητο για να συλλάβουμε, στο πλαίσιο μιας μακράς χρονικής περιόδου (από το 1945 και εντεύθεν) και σε έναν γεωγραφικό χώρο εκτεταμένο (το σύνολο της ηπείρου μας), τις ανοδικές και καθοδικές κινήσεις ιδεών και οργανώσεων οι οποίες έχουν ως κοινό παρανομαστή την απόρριψη της ανθρωπιστικής κληρονομιάς του Διαφωτισμού. Η ιστορική έρευνα του Pierre Milza, ειδικού μελετητή του φασισμού και του ναζισμού, φωτίζει κατά τρόπο απρόσμενο το πρόσφατο παρελθόν μας και μας παρέχει υλικό για να στοχαστούμε για το μέλλον μας.
Το εύρος της έρευνας που έχει κάνει ο Milza είναι ασύλληπτο. Το βιβλίο αποτελεί κυριολεκτικά έναν εγκυκλοπαιδικό άτλαντα, μια πλήρη χαρτογράφηση των ακροδεξιών κινημάτων του 20ου αιώνα στην Ευρώπη, χωρισμένο χρονολογικά όσο και γεωγραφικά. Σαν ιστοριογραφία εντάσσεται περισσότερο στον χώρο της ιστορίας των ιδεών και της πολιτικής, παρόλο που σε όλο το εύρος του κειμένου γίνεται μια απόπειρα να συσχετισθούν οι όποιες ιδεολογικές μεταλλάξεις (αλλά και η διακύμανση της εκλογικής επιρροής) της ριζοσπαστικής δεξιάς με τις εκάστοτε οικονομικές και πολιτικές συνθήκες. Πιστεύω όμως ότι εδω εντοπίζεται και η αδυναμία της ανάλυσης του Milza. Η εξαιρετική του ικανότητα να ταξινομήσει και να ιστορικοποιήσει το πολιτικό discourse από τον φασισμό και τον ναζισμό της δεκαετίας του 30 μέχρι και τη μεταπολιτική "νέα δεξιά" των 90s έχει ανάγκη από ένα εξίσου ισχυρό μεθοδολογικό οπλοστάσιο που θα συσχετίσει τις οποίες αλλαγές με βαθύτερες κοινωνικές και πολιτισμικές κινήσεις πέρα από τις επιπτώσεις μιας αφηρημένης "παγκοσμιοποιήσης" ή την αύξηση των μεταναστευτικών ροών. Μια τέτοια απόπειρα γίνεται μόλις στις τελευταίες σελίδες αυτού του ογκώδους έργου, χωρίς φυσικά να είναι αρκετή. Ίσως η αδυναμία αυτή να οφείλεται και στο εφαλτήριο της πολιτικής προσέγγισης του ίδιου του συγγραφέα, ο οποίος θετει το πολιτικό κέντρο (δεξιόστροφο ή αριστερόστροφο) ως εξ ορισμού έτερο και αντιθετικό με τα πολιτικά άκρα. Η ίδια η ιστορική πορεία που διατυπώνει η έρευνα του Milza όμως βρίθει περιπτώσεων που η παραδοσιακή δεξιά χρησιμοποιεί ως χρήσιμη εφεδρεία τις τάξεις των μελανοχίτωνων όταν δεν συναγελάζεται πρόθυμα μαζί τους. Κι όμως αυτό το μονοπάτι δεν εξερευνάται εδώ παρά μόνο για να σημειωθεί ότι η υιοθέτηση του ακροδεξιού discourse από κόμματα του "κέντρου" πέτυχε να ενισχύσει τα άκρα αντί να μαζέψει στο μαντρί τα "ζωηρά" ακροατήρια. Μήπως αντί να αντιπαραθέτουμε τις μετριοπάθεις δεξιές νοοτροπίες και ιδεολογήματα απέναντι στην ακροδεξιά είναι δόκιμο να εξετάσουμε ποιά κοινά πολιτικά / πολιτισμικά σημεία επιτρέπουν τον υπόγειο ή ανοικτό διάλογο μεταξύ τους? Οι "ακροκεντρωοί" του 21ου αιώνα, παντα πρόθυμοι να συνομιλήσουν με τους "σοβαρούς" μελανοχίτωνες τι είδους φαινόμενο αποτελούν και πόσο νομιμοποιούν με την πολιτική στρατηγική τους τα "άκρα"? Ομοίως το ζήτημα της βαθύτατης επιρροής του ακροδεξιού αφηγήματος στα μεσαία στρώματα δεν συσχετίζεται πάντα με την οικονομική ανασφάλεια. Η διάχυση της ακροδεξιάς ρητορικής στα εύρωστα και κοινωνικά ανερχόμενα στρώματα χρειάζεται αλλού είδους ερμηνείες (κατά τη γνώμη μου προς την κατεύθυνση της πολιτισμικής ατζέντας που συνοδεύει και συνδιαμορφώνεται με την επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού ως νοοτροπία). Μεγάλα και εξαιρετικα επίκαιρα ερωτήματα που το βιβλίο αυτό με την εντυπωσιακή του παρουσίαση κρύβει έξυπνα κάτω απο το χαλάκι.