«Στις 5:30 το πρωί κανένας Ληξουριώτης δεν είχε ακόμη ξυπνήσει, ούτε καν ο Ναπολέων Βουρδουβάνος, που συνήθως ήταν στο πόδι από τους πρώτους. Για το λόγο αυτό, ο σεισμός της ενδεκάτης Αυγούστου ήταν απ’ όλους ο πιο εξωπραγματικός. Ανακατεύτηκε με τα όνειρα κι όπως ξεφύτρωσε μέσα απ’ την ψευδαίσθηση του ύπνου, ταλαιπώρησε τον Ναπολέοντα με τις παράξενες, άπιαστες κινήσεις του ονείρου... Ο χρόνος έχει σταματήσει. Δεν είναι πλέον σήμερα το πρωί, είναι οποιοδήποτε πρωί. Η εικόνα είναι ακίνητη, όπως προηγουμένως. Σταθερή και καθαρή. Στο πρώτο πλάνο, η θάλασσα. Στη μέση, σωροί από σκουριασμένα ερείπια. Δεξιά και αριστερά, οι καταυλισμοί. Και στο βάθος της φωτογραφίας, το τοπίο που αποκαλύφθηκε.»...
Στο πεζογράφημα της η Καίη Τσιτσέλη αφηγείται το σεισμό της Κεφαλονιάς του Αυγούστου του 1953 - στον οποίο ήταν παρούσα - και την επίδραση του στη ζωή και τη συμπεριφορά των ηρώων της, με έναν νηφάλιο τόνο και μια συγκρατημένη, αποστασιοποιημένη συγκίνηση.
Είναι το δεύτερο βιβλίο της που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα μετά το "Ο χορός των ωρών", που της χάρισε το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος 1999.
Η σχέση μου με τη βιβλιοθήκη της πόλης μου μόνο ένθερμη δεν είναι. Συνήθως πηγαίνω με βαριά καρδιά, έχοντας αποφασίσει εκ των προτέρων, να ανυψωθώ έξω από τον εαυτό μου, προκειμένου να μην εκνευριστώ και μου ξεφύγει καμιά κουβέντα. Κατά κανόνα το βιβλίο που ζητάω είναι παντελώς άγνωστο στην κυρία με τα νύχια πουλιού, διακοσμημένα με την Άρτα και τα Γιάννενα, η οποία θα με ρωτήσει 100 φορές πώς γράφεται ο συγγραφέας. Ανάλογα με τα κέφια της και το πόσο κοινωνική αποπειράται να είναι με το σηκωμένο φρύδι μου, μπορεί να με ρωτήσει και την εθνικότητα του συγγραφέα, καθώς πατάει ένα ένα πλήκτρο και ένα ένα γράμμα στον υπολογιστή της.
Βουτηγμένη σε αυτό το στερεότυπο και με ενοχικά συναισθήματα ως προς τις απαξιωτικές μου σκέψεις, μπήκα στην αίθουσα δανεισμού και αντικρίζω έναν ευγενέστατο κύριο με ένα βλέμμα γεμάτο ενδιαφέρον για το τι θα ήθελα να διαβάσω. Ένα βλέμμα που επιζητούσε να μάθει με αληθινή περιέργεια τις προτιμήσεις μου. Τον ρώτησα διστακτικά μήπως τυχόν είχε το "Θάνατο μιας πόλης" και επιτέλους, μετά από τόσο καιρό, κατάφερα να κάνω μια κουβέντα της προκοπής με έναν άνθρωπο κατάλληλο για τη θέση που βρισκόταν. Έτσι δανείστηκα το μικρό βιβλίο, των χαρακτηριστικών εκδόσεων της Άγρας. Πρωτοεκδόθηκε το 1954 στα Αγγλικά και το 2000 μεταφράστηκε στα Ελληνικά από την Παλμύρα Ισμυρίδου.
Δεν μπορώ να πω ότι το θέμα του με ξετρέλλαινε. Δεν ήμουν σε φάση να διαβάσω για σεισμούς και καταποντισμούς. Αλλά, αλλά λέγω, πολύ σύντομα, απορροφήθηκα από το γράψιμο και συνέχισα απνευστί, εξού και η τοποθέτηση του στο ράφι των 12ωρων βιβλίων.
Υποβοηθούμενο από μια πολύ καλή μετάφραση, καταφέρνει να περιγράψει εκείνες τις μέρες του σεισμού πολύ τρυφερά, σαν μια νεράιδα που πετάει θλιμένα πάνω από τα ερείπια και αφήνει να πέσουν τα δάκρυα της στα χαλάσματα.
Να πω και κάτι τελευταίο, ελαφρώς άσχετο. Ήμουν η πρώτη που διάβασε το βιβλίο από τη βιβλιοθήκη και μάλιστα, το διάβασα με χαρτοκόπτη διότι ήταν η έκδοση με τα άκοπα φύλλα! Την επόμενη φορά θα φορέσω ελαστικά παπούτσια και ως αληθές αιλουροειδές θα ψάξω τα ράφια που ενεδρεύει η Βρυσηίδα Αγραμματουλίδου, για να περιεργαστώ τα πολυδιαβασμένα και πολυφθαρμένα εξώφυλλα και βιβλία!