Ο θάνατος έρχεται πάντα με τις καλύτερες προθέσεις. Ο θάνατος έρχεται πάντοτε λουσμένος στο φως. Πόσα χέρια να ζεστάνεις και πόσα να σε ζεστάνουνε; Ο θάνατος μαζεύει απ' τα σκουπίδια τη βροχή, τα λόγια που δεν είπαμε όταν έπρεπε. Ο θάνατος είν' ένα φίδι φοβισμένο και τριγυρίζει κατάκοπος για νερό μες στο ξερό χόρτο του καλοκαιριού. Μπαίνουνε μέσα και τα πόδια μας αμάθητα, γυμνά, με τα μαλακά τους πέλματα. [...] (Από την έκδοση)